Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Εικονολογία ή εικονική πραγματικότητα

Όλες οι ιδεολογίες νικήθηκαν: τα δόγματά τους κατέληξαν να ξεσκεπαστούν σαν αυταπάτες και οι άνθρωποι έπαψαν να τα παίρνουν στα σοβαρά. Για παράδειγμα, οι κομμουνιστές πίστεψαν ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού θα εξαθλίωνε όλο και περισσότερο το προλεταριάτο' ανακαλύπτοντας μια μέρα ότι όλοι οι εργάτες στην Ευρώπη πήγαιναν με το αυτοκίνητό τους στη δουλειά τους, είχαν την ανάγκη να φωνάξουν ότι η πραγματικότητα είχε κάνει ζαβολιά. Η πραγματικότητα ήταν πιο δυνατή από την ιδεολογία. Και είναι ακριβώς με την έννοια αυτή που η εικονολογία την ξεπέρασε: η εικονολογία είναι πιο δυνατή από την πραγματικότητα, η οποία άλλωστε από πολύ καιρό έχει πάψει να αντιπροσωπεύει για τον άνθρωπο αυτό που αντιπροσώπευσε για τη γιαγιά μου που ζούσε σε ένα χωριό της Μοραβίας και όλα τα ήξερε εμπειρικά: πώς ψήνουν το ψωμί, πώς χτίζουν ένα σπίτι, πώς σκοτώνουν το γουρούνι και πώς κάνουν καπνιστό κρέας από αυτό, με τι ράβουν τα παπλώματα, αυτό που ο εφημέριος σκεπτόταν για τον κόσμο κι αυτό που για το ίδιο πράγμα σκεπτόταν ο δάσκαλος' συναντώντας καθημερινά όλους τους κατοίκους του χωριού, ήξερε πόσα εγκλήματα είχαν γίνει τα τελευταία δέκα χρόνια στην περιοχή' για να το πούμε έτσι, κρατούσε την πραγματικότητα υπό τον προσωπικό της έλεγχο, κατά τρόπο που κανένας δεν θα μπορούσε να την κάνει να πιστέψει ότι η γεωργία της Μοραβίας ανθούσε, αν δεν υπήρχε κάτι να φάνε στο σπίτι. Στο Παρίσι, ο γείτονάς μου στο διπλανό διαμέρισμα περνάει την ημέρα του καθισμένος στο γραφείο του, απέναντι σ' έναν άλλο υπάλληλο, έπειτα γυρίζει στο σπίτι, ανοίγει την τηλεόραση για να μάθει τι γίνεται στον κόσμο και, όταν ο παρουσιαστής,  σχολιάζοντας την τελευταία σφυγμομέτρηση, τον πληροφορεί ότι, για την πλειοψηφία των Γάλλων, η Γαλλία έχει το ρεκόρ στην Ευρώπη σε ότι αφορά την ασφάλεια (τη διάβασα πρόσφατα αυτή τη σφυγμομέτρηση), περιχαρής, ανοίγει ένα μπουκάλι σαμπάνια και ποτέ δεν θα μάθει πως την ίδια μέρα, στον ίδιο δρόμο, έγιναν τρεις ληστείες και δύο φόνοι.

απόσπασμα, Μίλαν Κούντερα

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2019

Μια φωτεινή ανάμνηση

Ήταν 14 ετών όταν ο πατέρας της σκοτώθηκε σε τροχαίο. Τότε κατάλαβε πόσο διάσημος ήταν. Ακριβώς γι' αυτό όμως, δεν επιτράπηκε ούτε στην ίδια ούτε στην οικογένειά της να τον θρηνήσουν.

Ο Αλμπέρ Καμύ ήταν πάντα πολύ μόνος. H Δεξιά τον θεωρούσε υπερβολικά αριστερό και η Αριστερά τον θεωρούσε αντικειμενικό σύμμαχο της Δεξιάς. Αλλά εκείνος επέμενε στις απόψεις του, σίγουρος ότι μια μέρα η Ιστορία θα τον δικαίωνε. Μιλούσε για τα γκουλάγκ, κατηγορούσε τη Σοβιετική Ένωση και τον σταλινισμό, αλλά δεν δίστασε να εγκαταλείψει την Unesco όταν εντάχθηκε σ' αυτήν η Ισπανία του Φράνκο. Το κλίμα άρχισε να αλλάζει τη δεκαετία του '80, πάνω από είκοσι χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του, και η δικαίωση φάνηκε να έρχεται όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Σήμερα, τον «διεκδικεί» ακόμη και η πατρίδα του, η Αλγερία, που τον κατηγορούσε μέχρι πρόσφατα ότι δεν υποστήριξε αρκετά το κίνημα της ανεξαρτησίας και δεν περιέλαβε αρκετούς Άραβες ήρωες στα έργα του. Το πανεπιστήμιο του Αλγερίου οργάνωσε πριν μερικά χρόνια τριήμερο συνέδριο με τίτλο «Ο Αλμπέρ Καμύ και τα αλγερινά γράμματα», που κορυφώθηκε με το ανέβασμα του θεατρικού έργου «Οι Δίκαιοι».

Για τη Γαλλία, το μεγάλο γεγονός  ήταν η νέα έκδοση των Απάντων του Καμύ από την Bibliotheque de la Pleiade. Την εποπτεία την έχει η κόρη του συγγραφέα, η Κατρίν Καμύ, που ήταν υπεύθυνη το 1994 και για την έκδοση του βιβλίου «Ο Πρώτος Άνθρωπος», που άφησε ατελείωτο ο πατέρας της όταν σκοτώθηκε εκείνη την 4η Ιανουαρίου του 1960. «Ο πατέρας μου είναι μια φωτεινή ανάμνηση», λέει σε συνέντευξή της στην Ελ Παΐς, «η ανάμνηση ενός ανθρώπου πολύ ζωντανού, διασκεδαστικού, αυστηρού και τρυφερού. Όταν διάβασα αυτό το βιβλίο κατάλαβα ότι ήταν μια κραυγή ελευθερίας, γιατί δεν έμοιαζε με κανένα από αυτά που είχε γράψει, ήταν πιο λυρικό και έλεγε στον αναγνώστη: ιδού ποιος είμαι. Όλα αυτά αφορούν βέβαια την αρχή, γιατί το βιβλίο που ήθελε να γράψει θα καταλάμβανε πάνω από 600 σελίδες κι αυτό που άφησε πίσω του δεν ήταν παρά το ένα τρίτο. Ήθελε να γράψει για τον πόλεμο, την αντίσταση, την αποικιοκρατία και τον πόλεμο της Αλγερίας. Αλλά αυτό που άφησε είναι ένα είδος αυτοβιογραφίας».

H Κατρίν δεν είχε ποτέ μια προσωπική σχέση με τον Σαρτρ. Ήξερε όμως ότι ρωτούσε να μάθει νέα γι' αυτήν και τη μητέρα της, είχε πει μάλιστα στον προστάτη τους, τον Ρομπέρ Γκαλιμάρ, να τον ενημερώσει αν η οικογένεια είχε προβλήματα. Ήταν γενναιόδωρος άνθρωπος ο Σαρτρ, κάποτε ήταν φίλος με τον Καμύ αλλά τους χώρισε εκείνη η στρίγγλα η ντε Μπωβουάρ, μόνο που η Κατρίν δεν θέλει να μιλήσει γι' αυτά, εκτός κι αν κλείσει το μαγνητόφωνο...

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

Έκο, ξανά

«…. Λοιπόν. Στον κόσμο υπάρχουν οι κρετίνοι, οι ανόητοι, οι βλάκες και οι τρελοί».
«Εξαιρείται κανείς;»
«Ναι, εμείς οι δυο. Ή τουλάχιστον, δίχως να θέλω να σας προσβάλω, εγώ. Τέλος πάντων, όμως, αν το καλοσκεφτούμε, όλοι ανήκουν σε κάποια απ αυτές τις κατηγορίες. Όλοι μας κάθε τόσο είμαστε κρετίνοι, ανόητοι, βλάκες και τρελοί. Ας πούμε ότι φυσιολογικός άνθρωπος είν' εκείνος που συνδυάζει σε λογικό ποσοστό όλα αυτά τα συστατικά, τους ιδανικούς τύπους».
«Idealtypen».
«Μπράβο. Ξέρετε και γερμανικά;»
«Κουτσά στραβά, για τις βιβλιογραφίες».
«Στην εποχή μου, όποιος ήξερε γερμανικά δεν έπαιρνε πτυχίο. Περνούσε τη ζωή του ξέροντας γερμανικά. Νομίζω ότι σήμερα το ίδιο συμβαίνει με τα κινέζικα».
«Δεν τα ξέρω αρκετά καλά κι έτσι θα πάρω πτυχίο. Ας γυρίσουμε και πάλι όμως στην τυπολογία σας. Τι είναι η μεγαλοφυΐα, ο Αϊνστάιν, ας πούμε;».
«Μεγαλοφυής είναι αυτός που επιστρατεύει ένα απ’ αυτά τα συστατικά κατά ιλιγγιώδη τρόπο, τρέφοντας το με τα υπόλοιπα».
Ήπιε. Είπε: «Καλησπέρα κούκλα. Ακόμα δεν αποπειράθηκες ν’ αυτοκτονήσεις;».
«Όχι», απάντησε η κοπέλα που περνούσε, «τώρα ανήκω σε μια ομάδα».
«Μπράβο», της είπε ο Μπέλμπο. Στράφηκε προς το μέρος μου: «Μπορούν να γίνουν και ομαδικές αυτοκτονίες, δεν νομίζετε;».
«Οι τρελοί όμως;».
«Μη νομίσετε ότι η θεωρία μου είναι πανάκεια. Δεν πάω να τακτοποιήσω το σύμπαν. Λέω τι σημαίνει τρελός για έναν εκδοτικό οίκο. Η θεωρία μου είναι ad hoc, εντάξει;».
«Εντάξει. Σειρά μου να κεράσω».
«Σύμφωνοι. Πυλάδη, σας παρακαλώ, λιγότερο πάγο. Αλλιώς μπαίνει αμέσως στην κυκλοφορία. Λοιπόν. Ο κρετίνος δεν μιλάει καν, σαλιαρίζει, είναι σπαστικός. Κοπανάει το παγωτό στο κούτελο του από έλλειψη συντονισμού. Μπαίνει στην περιστροφική πόρτα από την αντίθετη πλευρά».
«Πώς γίνεται;».
«Αυτός τα καταφέρνει. Γι’ αυτό είναι κρετίνος. Δεν μας ενδιαφέρει, τον αναγνωρίζουμε αμέσως, και δεν εμφανίζεται σε εκδοτικούς οίκους. Ας τον αφήσουμε εκεί που είναι».
«Ας τον αφήσουμε».
«Το να είσαι ανόητος είναι πιο περίπλοκο. Είναι κοινωνική συμπεριφορά. Ανόητος είναι αυτός που δεν πετυχαίνει ποτέ το ποτήρι».
«Τι εννοείτε;».
«Αυτό». Σημάδεψε με το δείκτη το τον πάγκο δίπλα στο ποτήρι. «Σκοπεύει να μιλήσει γι’ αυτό που υπάρχει μες στο ποτήρι αλλά, όπως και να 'χει, πέφτει έξω. Αν θέλετε, για να το πούμε απλά, είναι αυτός που κάνει γκάφες, που ρωτάει τι κάνει η ωραία σας κυρία στον τύπο που μόλις τον εγκατέλειψε η γυναίκα του. Καταλαβαίνετε;».
«Καταλαβαίνω. Τους ξέρω».
«Ο ανόητος είναι περιζήτητος, ιδίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις. Φέρνει τους πάντες σε αμηχανία, μα προσφέρει ευκαιρίες για σχόλια. Στη θετική μορφή του είναι διπλωματικός. Μιλάει εκτός θέματος ακόμη και για τις γκάφες των άλλων, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση. Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι ποτέ δημιουργικός, μηρυκάζει, επομένως ποτέ δεν έρχεται να φέρει χειρόγραφα σ έναν εκδοτικό οίκο. Ο ανόητος δεν λέει ότι η γάτα γαβγίζει, μιλάει για τη γάτα όταν οι άλλοι μιλούν για το σκύλο. Λαθεύει στους κανόνες της συζήτησης, κι όταν λαθεύει ωραία είναι υπέροχος. Νομίζω ότι πρόκειται για απειλούμενο είδος, είναι φορέας κυρίως αστικών αρετών. Του χρειάζεται ένα σαλόνι Βερντυρέν ή, μάλλον, μια οικία Γκερμάντ. Τα διαβάζετε ακόμη αυτά εσείς οι φοιτητές;».
«Εγώ ναι».
«Ανόητος είναι ο Ιωακείμ Μουρά που επιθεωρεί τους αξιωματικούς του και ανάμεσα τους βλέπει έναν από τη Μαρτινίκα γεμάτο παράσημα. "Vous etes negre?", τον ρωτά. Κι εκείνος: "Oui, mon general". Κι ο Μουρά: "Bravo, bravo, continuez!" (-Είστε νέγρος; -Μάλιστα στρατηγέ μου –Μπράβο, μπράβο, συνεχίστε!) Και ούτω καθ' εξής. Με παρακολουθείτε; Συγγνώμη, αλλά απόψε γιορτάζω μια ιστορική απόφαση της ζωής μου. Έκοψα το ποτό. Ένα ακόμη; Δεν απαντάτε, με κάνετε να νιώθω ένοχος. Πυλάδη!».
«Και ο βλάκας;».
«Α! Ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς. Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν. Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι».
«Πράγμα που ισχύει».
«Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους».
«Μπορούμε να πούμε λανθασμένα πράγματα, αρκεί οι λόγοι να είναι σωστοί».
«Κατ’ ανάγκην. Αλλιώς γιατί να πασχίζουμε τόσο να είμαστε έλλογα όντα;».
«Όλοι οι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, οι άνθρωποι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, άρα όλοι οι άνθρωποι είναι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι».
«Αρκετά καλά. Φτάσαμε ήδη στο κατώφλι όπου υποπτεύεστε ότι κάτι δεν πάει καλά, όμως χρειάζεται λίγη δουλειά για ν’ αποδείξετε τι και γιατί. Ο βλάκας είναι παμπόνηρος. Τον ανόητο τον αναγνωρίζουμε αμέσως (κι ας μη μιλήσουμε για τον κρετίνο), ενώ ο βλάκας κάνει συλλογισμούς περίπου σαν τους δικούς μας, εκτός από κάτι απειροελάχιστο. Είναι δεξιοτέχνης των παραλογισμών. Ένας επιμελητής εκδόσεων δεν έχει σωτηρία, πρέπει ν ασχολείται μαζί τους ως τον αιώνα τον άπαντα. Εκδίδονται πολλά βιβλία από βλάκες. Γιατί εκ πρώτης όψεως μας πείθουν. Ο επιμελητής εκδόσεων δεν έχει εκπαιδευτεί να αναγνωρίζει τους βλάκες. Αφού δεν το κάνει η Ακαδημία των Επιστημών, γιατί να το κάνουν οι εκδόσεις;».
«Δεν το κάνει ούτε η φιλοσοφία. Ο οντολογικός συλλογισμός του Αγίου Ανσέλμου είναι βλακώδης. Ο Θεός οφείλει να υπάρχει επειδή μπορώ να τον συλλάβω ως ον που διαθέτει παν το τέλειο, συμπεριλαμβανομένης και της ύπαρξης. Συγχέει το υπάρχον στη σκέψη με το υπαρκτό στην πραγματικότητα».
«Ναι, αλλά είναι βλακώδης και η ανασκευή του Γκονιλόν. Μπορώ να σκεφτώ ένα νησί στη θάλασσα ακόμα κι αν αυτό το νησί δεν υπάρχει. Συγχέει τη σκέψη του ικανού με τη σκέψη του αναγκαίου».
«Διαμάχη μεταξύ βλακών».
«Βεβαίως, κι ο Θεός διασκεδάζει με την ψυχή του. Θέλησε να παραμείνει ασύλληπτος απλώς για να δείξει ότι ο Ανσέλμος και ο Γκονιλόν ήταν βλάκες. Τι υπέρτατος σκοπός της δημιουργίας, τι λέω, της ίδιας της πράξης χάριν της οποίας απαιτείται ο Θεός. Τα πάντα να στοχεύουν στην καταγγελία της βλακείας του κόσμου».
«Περιστοιχιζόμαστε από βλάκες».
«Δεν υπάρχει διαφυγή. Όλοι είναι βλάκες, εκτός από εμάς τους δυο. Ή μάλλον, μην προσβληθείτε, εκτός από σας».
«Νομίζω ότι εδώ υπεισέρχεται η απόδειξη του Γκέντελ».
«Δεν ξέρω, είμαι κρετίνος. Πυλάδη!»
«Μα είναι η σειρά μου».
«Θα τα μοιράσουμε στο τέλος. Ο Επιμενίδης ο Κρης λέει ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες. Αν το λέει αυτός που είναι Κρης, και γνωρίζει καλά τους Κρήτες, τότε είναι αλήθεια».
«Αυτό είναι βλακώδες».
«Απόστολος Παύλος. Επιστολή προς Τίτον. Ακούστε κι αυτό: όλοι όσοι πιστεύουν ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης δεν μπορεί παρά να πιστέψουν τους Κρήτες, οι Κρήτες όμως δεν πιστεύουν τους Κρήτες διότι ουδείς Κρης πιστεύει ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης».
«Αυτό είναι βλακώδες ή όχι;».
«Σκεφτείτε το μόνος σας. Σας είπα ότι ο βλαξ δύσκολα εντοπίζεται. Ενας βλάκας μπορεί να πάρει ακόμα και το βραβείο Νόμπελ».
«Αφήστε με να σκεφτώ. Μερικοί απ αυτούς που δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές, όμως ορισμένοι φονταμενταλιστές πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες, επομένως όλοι όσοι δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές. Είναι βλακώδες ή όχι;».
«Θεέ μου – είναι η ώρα να το πω… Δεν ξέρω. Εσείς τι λέτε;»
«Οπωσδήποτε είναι, έστω κι αν είναι αληθές. Καταπατά έναν από τους νόμους των συλλογισμών. Δεν συνάγονται καθολικές προτάσεις από δύο επιμέρους».
«Κι αν είστε εσείς ο βλάκας;».
«Τότε θα είχα καλή και αιώνια συντροφιά».
«Ε, ναι, η βλακεία μας περιβάλλει. Κι ίσως χάρη σ ένα λογικό σύστημα, διαφορετικό από το δικό μας, η βλακεία μας να είναι δική τους σοφία. Ολόκληρη η ιστορία της λογικής αποτελεί εξ ορισμού μια έννοια ευάλωτη στη βλακεία. Παραείναι αχανής. Κάθε μεγάλος στοχαστής είναι ο βλάκας κάποιου άλλου».
«Η σκέψη ως συνεκτική μορφή βλακείας».
«Όχι. Η βλακεία μιας σκέψης είναι η ασυναρτησία μιας άλλης σκέψης».
«Εμβριθέστατο. Είναι δύο η ώρα, σε λίγο ο Πυλάδης κλείνει και δεν φτάσαμε ακόμα στους τρελούς».
«Κοντεύω. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις αμέσως. Είναι ένας βλάκας που δεν ξέρει τα κόλπα. Ο βλάκας προσπαθεί να αποδείξει τη θέση του, έχει λογική αλλήθωρη, ωστόσο έχει λογική. Ο τρελός, αντίθετα, δεν νοιάζεται για τη λογική, προχωρεί με βραχυκυκλώματα. Γι’ αυτόν, το καθετί αποδεικνύει τα πάντα. Ο τρελός έχει μια έμμονη ιδέα και οτιδήποτε βρει του κάνει για να την υποστηρίξει. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις από τις ελευθερίες που παίρνει μπροστά στο καθήκον της απόδειξης, από την ευκολία με την οποία δέχεται επιφοιτήσεις. Και θα σας φανεί παράξενο, αλλά ο τρελός, αργά ή γρήγορα, ξεφουρνίζει τους Ναϊτες».
«Πάντα;».
«Υπάρχουν και τρελοί χωρίς Ναϊτες, αλλά οι τρελοί με τους Ναϊτες είναι οι πιο πονηροί. Στην αρχή δεν τους αναγνωρίζεις, νομίζεις ότι μιλούν φυσιολογικά, έπειτα, ξαφνικά…" Έγνεψε για να ζητήσει εν ακόμα ουίσκι, το ξανασκέφτηκε και ζήτησε το λογαριασμό. "Μια που λέμε για τους Ναϊτες. Τις προάλλες ένας τύπος μου άφησε ένα δακτυλογραφημένο κείμενο γι αυτό το θέμα. Είμαι σίγουρος ότι είναι τρελός, μα έχει ανθρώπινη όψη. Το κείμενο του αρχίζει με ήσυχο τρόπο. Θέλετε να του ρίξετε μια ματιά;».
«Ευχαρίστως. Μπορεί να βρω κάτι που θα μου χρειαστεί».
«Δεν νομίζω. Αν όμως έχετε μισή ώρα καιρό, κάντε μια βόλτα. Οδός Σιντσέρο Ρενάτο, αριθμός ένα. Περισσότερο θα ωφελήσει εμένα παρά εσάς. Θα μου πείτε αμέσως αν η εργασία σας φανεί αξιόπιστη».
«Γιατί μ’ εμπιστεύεστε;».
«Ποιός είπε ότι εμπιστεύομαι; Αν όμως τύχει, εμπιστεύομαι. Εμπιστεύομαι την περιέργεια».

Ουμπερτο Έκο, Το Εκκρεμές του Φουκώ

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2019

Ένας Ιταλός στην Ελλάδα

Η είδηση της εκλογής του Καποδίστρια σαν Κυβερνήτη της Ελλάδας απ’ την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον Απρίλιο του 1827, τον βρίσκει καθ’ οδό προς την Πετρούπολη. Ο Τσάρος τον συγχαίρει και τον ξεπροβοδίζει σχεδόν αμέσως.
Στους εφτά που μεσολαβούν μέχρι να φτάσει στην Ελλάδα και γίνει δεκτός ως σωτήρας και μεσσίας στο Ναύπλιο την 6η Γενάρη 1828, ο Κερκυραίος Καποδίστριας επιτελεί έναν μοναδικό άθλο: Μαζεύει τόσο χρήμα από δάνεια και προσφορές, που όταν έρχεται έχει ήδη έτοιμο το πρώτο ελληνικό ταμείο.
Είναι εκπληκτικές οι διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες αυτού του ανθρώπου. Και βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαίο που τούτος ο σπουδαίος Έλληνας έφτασε να γίνει Υπουργός Εξωτερικών της αυτοκρατορικής Ρωσίας. Δε θα μπορούσαν να περιμένουν τίποτα καλύτερο οι Έλληνες, απ’ το να έχουν κυβερνήτη τον Καποδίστρια, που άφησε τα λεφτά του και τα καλά του στη Ρωσία και την Ελβετία για να έρθει να οργανώσει εκ του μη όντως ένα κράτος.
Βέβαια είναι αλήθεια πως ο Καποδίστριας δεν είναι Έλληνας «εξ αίματος» αλλά Ιταλός. Όμως, αυτή την εποχή δεν έχει αρχίσει ακόμα η εθνολογική αιματολογία και κανείς δε νοιάζεται για το γεγονός πως το πραγματικό του όνομα είναι Vittori.
Η οικογένεια Vittori ήρθε απ’ το Κάπο ντ’ Ίστρια της Δαλματίας στην Κέρκυρα το 1373, όπου και έκανε επίθετο το όνομα του τόπου καταγωγής. Έχει πάρα πολλούς επιφανείς αυτή η οικογένεια Κερκυραίων ευγενών ιταλικής καταγωγής, όμως ο Ιωάννης είναι διεθνής φυσιογνωμία. Αφού σπουδάσει ιατρική στην Ιταλία, αναδεικνύεται σε πολύ νεαρή ηλικία ένας απ’ τους σπουδαιότερους Ευρωπαίους διπλωμάτες, το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Μετά την γαλλική κατάκτηση της Επτανήσου, φεύγει το 1809 στη Ρωσία, όπου σύντομα γίνεται «σύμβουλος του κράτους». Στη συνέχεια γίνεται γραμματέας των ρωσικών πρεσβειών στην Αυστρία και την Ελβετία, όπου συλλαμβάνει, εισηγείται και επιβλέπει την εφαρμογή του καντονιακού συστήματος διακυβέρνησης που ισχύει ακόμα σ’ αυτή τη χώρα. Κάτι ανάλογο είχε στο νου του και για την Ελλάδα.
Το 1814 παίρνει μέρος στο συνέδριο της Βιέννης σαν εκπρόσωπος των Ρώσων, και το 1815, μετά την υπογραφή της συνθήκης των Παρισίων, όπου πετυχαίνει την αναγνώριση της ελευθερίας της Επτανήσου υπό την προστασία της Αγγλίας, διορίζεται από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α’, και παρά τη λυσσώδη αντίδραση του Μέτερνιχ, συνυπουργός των εξωτερικών μαζί με τον Νέσελροντ. Το 1817 αποποιείται την προσφερθείσα αρχηγία της Φιλικής Εταιρίας και το 1821 διαφωνεί με τον Τσάρο για την τακτική του σχετικά με τη Ελληνική Επανάσταση και εγκαταλείπει τα αξιώματά του.
Την 27η Νοέμβρη 1831, σε ηλικία 55 ετών, δολοφονείται στην πόρτα της εκκλησίας του αγίου Σπυρίδωνα του Ναυπλίου από τον αδερφό του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνο και τον γιο του Γεώργιο. Πυροβολούν και οι δυο μαζί αλλά ο Γεώργιος αστοχεί και τον καρφώνει στην καρδιά με το μανιάτικο στιλέτο για να μην υστερήσει του άλλου δολοφόνου. Ο Καποδίστριας ήταν πολύ τίμιος, άρα έπρεπε να πεθάνει. Καλά να πάθει! Είναι για Καποδίστριες η Ελλάδα?

Βασίλης Ραφαηλίδης, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεολληνικού κράτους

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

Περί υπηκόων

Στο σχολείο κατασκευάζονται άνθρωποι. Η διαδικασία της κατασκευής ανθρώπων λέγεται εκπαίδευση. Η οικογένεια , ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, το θέατρο, το ραδιόφωνο, οι εφημερίδες, τα βιβλία και τα πλακάτ είναι σχολεία με την ευρύτερη έννοια. Όλα τα κέντρα που μεταδίδουν πληροφορίες είναι σχολεία. Για την κατασκευή πραγμάτων χρησιμοποιούνται εργαλεία. Το εργαλείο με το οποίο κατασκευάζονται άνθρωποι είναι η πληροφορία. Οι νόμοι φτιάχνονται από ανθρώπους. Κανείς δεν φτιάχνει έναν νόμο που να στρέφεται εναντίον του. Αν κάποιος δεν είναι πλουσιότερος από τους άλλους, δεν του περνάει από το μυαλό η σκέψη να πει: «Ου κλέψεις». Όταν οι πρώτοι άνθρωποι πλούτισαν αρκετά ώστε να μπορέσουν να συγκροτήσουν μια συμμορία για την καταπίεση και την εκμετάλλευση των άλλων, γεννήθηκε αυτό που ονομάζουμε σήμερα κράτος. Το κράτος είναι η μετεξέλιξη μιας συμμορίας από μπράβους. Οι νόμοι είναι η μετεξέλιξη ενός καταλόγου με τις επιθυμίες των πλούσιων δουλοκτητών. Το κράτος διευκολύνεται στη διακυβέρνηση αυτού του νέου είδους υπηκόων χάρη σε δύο εξελίξεις: η πρώτη είναι ο μηχανισμός της ποδηγέτησης γίνεται όλο και πιο πολύπλοκος και αδιαφανής για τους ποδηγετούμενους η δεύτερη είναι η εξέλιξη των δημόσιων πηγών πληροφοριών στις τελευταίες δεκαετίες. Μ’ αυτόν τον πανταχού παρόντα μηχανισμό των πληροφοριών και την επιρροή των σχολείων στους απροστάτευτους εγκεφάλους των ανήλικων μελών του πληθυσμού, μπορεί κανείς να εξαπατήσει ακόμα και έξυπνους ανθρώπους σε βαθμό που να πανηγυρίζουν φια την ίδια τη θανατική καταδίκη τους!

Έρνστ Αλεξάντερ Ράουτερ, Η κατασκευή των υπηκόων 

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

Βάνδαλοι

Σήμερα θυμόμαστε τους Βανδάλους αφενός από τα εναπομείναντα ίχνη του κράτους που ίδρυσαν στην υπέροχη Ανδαλουσία (Βανδαλουσία) στην νοτιοδυτική Ισπανία, όπου βρίσκονται οι πόλεις Σεβίλλη, Κόρδοβα, Γρενάδα και οι χιλιοτραγουδημένες οροσειρές Σιέρα Μορένα και Σιέρα Νεβάδα, που μετά την εισβολή των Αράβων το 711, θα αποτελέσουν την καρδιά του ισπανικού αραβικού κράτους και αφετέρου, από τις σπασμένες μύτες των ελληνικών και ρωμαϊκών αγαλμάτων.
Όλοι οι βάρβαροι και όχι μόνον οι Βάνδαλοι όταν έβλεπαν άγαλμα τους έπιανε αμόκ. Πίστευαν πως τα αγάλματα είναι ο τρόπος που βρήκαν οι εχθροί να αιχμαλωτίσουν τα πολεμικά πνεύματα και να τα αντιπαραθέσουν στα βαρβαρικά όπλα. Κατά κάποιον τρόπο, αντιλαμβάνονταν τα αγάλματα όπως τα κοράκια αντιλαμβάνονται τα σκιάχτρα στον σπαρμένο αγρό. Για να καταστρέψουν, λοιπόν, τα κακά πνεύματα κατέστρεφαν τα αγάλματα, ώστε να ελευθερωθούν και να καταστραφούν τα κακά πνεύματα, που υπήρχαν στο άγαλμα υπό μορφήν κονσέρβας.
Όταν ήταν βιαστικοί και δεν είχαν καιρό να κάνουν θρύψαλα ένα άγαλμα, του έκοβαν τη μύτη. Το σπάσιμο της μύτης ήταν μια εύλογη και επαρκής, κατά την βαρβαρική λογική, καταστροφή του αγωγού απ΄ όπου τα πνεύματα μπαινοβγαίνουν στο σώμα υπό μορφήν αέρα. Πνεύμα άλλωστε, σημαίνει φύσημα, πνοή. Και αναπνοή σημαίνει πνοή που γίνεται κατ' επανάληψιν. Όταν πάψουμε να αναπνέουμε, τα πνεύματα σταματούν να μπαινοβγαίνουν στο κορμί και «παραδίδουμε το πνεύμα». Πράγμα που σημαίνει πως εκπνεύσαμε για τελευταία φορά χωρίς να εισπνεύσουμε ξανά. Η αναπνοή σταματάει τότε που βγαίνει η τελευταία πνοή.
Η βαρβαρική λογική δεν παύει να είναι λογική. Άλλωστε βαρβαρική λογική έχουν και πάμπολλοι από τους πολιτισμένους, και μάλιστα χωρίς κανένα άλλοθι, όπως οι βάρβαροι.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, μπορεί να καταλάβει κανείς εύκολα τη συμπεριφορά των βαρβάρων απέναντι στα έργα τέχνης. Έχει μια πρωτόγονη λογική αυτή η συμπεριφορά.
Όμως, πώς να καταλάβεις τη σύγχρονη παραλλαγή του βανδαλισμού, που από βαρβαρική συμπεριφορά γενικά έφτασε να σημαίνει βαρβαρική συμπεριφορά κυρίως απέναντι στα έργα τέχνης;
Γιατί μισούν και γιατί καταστρέφουν τα έργα τέχνης οι σημερινοί Βάνδαλοι;
Μα, διότι, μισούν το πνεύμα, γιατί το φοβούνται. Ξέρουν πως ένα έργο τέχνης, κατά κάποιον τρόπο κρατάει «αιχμάλωτο» το πνεύμα του δημιουργού. Καταστρέφοντας, λοιπόν, το έργο καταστρέφουν τον μάγο-καλλιτέχνη και την μαγεία της τέχνης.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει ουσιωδώς απ' την εποχή των Βανδάλων. Και δεν ξέρω ποιοι βανδαλίζουν περισσότερο, οι παλαιοβάνδαλοι ή οι νεοβάνδαλοι. Η συμπεριφορά απέναντι στα έργα τέχνης είναι το μέτρο της πολιτιστικής στάθμης ενός λαού.

Βασίλης Ραφαηλίδης, (Μυθ)ιστορία των βαρβάρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2019

Μίσος

Για να είναι αναγνωρίσιμος και επίφοβος ο εχθρός, πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι μας ή στο κατώφλι του σπιτιού μας. Να, λοιπόν γιατί οι Εβραίοι. Μας τους έδωσε η Θεία Πρόνοια, ας τους χρησιμοποιήσουμε, που να πάρει, κι ας προσευχόμαστε να υπάρχει πάντα ένας Εβραίος για να τον μισούμε ή να τον φοβόμαστε. Κάποιος είπε ότι ο πατριωτισμός είναι το έσχατο καταφύγιο των απατεώνων: όποιος δεν έχει ηθικές αρχές τυλίγεται συνήθως με μια σημαία και όλοι οι μπάσταρδοι επικαλούνται την καθαρότητα της φυλής τους. Η εθνική ταυτότητα είναι το τελευταίο καταφύγιο των άκληρων. Η αίσθηση της ταυτότητας βασίζεται στο μίσος, στο μίσος γι’αυτόν που δεν είναι ίδιος. Θα πρέπει να καλλιεργήσουμε το μίσος σαν πολιτικό πάθος. Ο εχθρός είναι ο φίλος των λαών. Χρειάζεται πάντα να μισούμε κάποιον για να νιώθουμε δικαιωμένοι μές στην δυστυχία μας. Το μίσος είναι το πραγματικό αρχέγονο πάθος. Και η αγάπη είναι μια ανώμαλη κατάσταση. Γι’αυτό και σκοτώθηκε ο Χριστός: μιλούσε ενάντια στη φύση. Δεν αγαπούμε κάποιον για όλη μας τη ζωή, αυτή η ανέφικτη ελπίδα γεννάει τη μοιχεία, τη μητροκτονία, την προδοσία του φίλου…Αντίθετα μπορούμε να μισούμε κάποιον για όλη μας τη ζωή. Αρκεί να βρίσκεται πάντα εκεί για ν’αναζωπυρώνει το μίσος μας. Το μίσος ζεσταίνει την καρδιά.

Ουμπέρτο Έκο, Το κοιμητήριο της Πράγας

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

Αναρχικοί και Ονειροπόλοι

«Εμείς οι λιμπερτάριοι είμαστε Κοκκινολαίμηδες , θαρραλέοι όπως εκείνο το πουλάκι, πριν από πολλά χρόνια, που θέλησε να πάει στο γεράκι. Θέλεις να σου τη διηγηθώ πάλι»?
...«Ήταν λοιπόν αυτός ο Κοκκινολαίμης, τόσο μικρός, που χωρούσε στην παλάμη του ενός χεριού, αλλά είχε τις δικές του ιδέες και κανείς δεν κατάφερνε να του τις βγάλει απ’ το κεφάλι. Ήθελε να πετάει εδώ κι εκεί, να βλέπει τον κόσμο, να τσιμπολογάει όπου έβρισκε να χορτάσει την πείνα του και καθόλου δεν του άρεσε που του ‘χαν ορίσει τη θεσούλα του και το θέμα είχε λήξει. Έτσι μια μέρα, πήρε το θάρρος και παρουσιάστηκε στον κύριο γεράκι, τον βασιλιά των πουλιών του δάσους.
-Θα ήθελα την άδεια εξοχότατε, να πηγαίνω λιγουλάκι όπου μου αρέσει, άλλωστε δεν θα ενοχλούσα κανέναν, μικρούλης όπως είμαι.
Έτσι του ‘πε, και στο μεταξύ έτρεμε και το τελευταίο πουπουλάκι του. Το γεράκι σκοτείνιασε αμέσως και είπε χοντραίνοντας τη φωνή του:
-Αυτή η υπόθεση δεν μ’ αρέσει καθόλου. Πρέπει να βάλεις μυαλό και να πάψεις να ενοχλείς με τις απαιτήσεις σου. Δίνε του η αλλιώς φωνάζω τις καρακάξες.
Και λέγοντας αυτά, χωρίς καν να το πάρει είδηση, του έδωσε μια με το πόδι του και του μάτωσε τη φτερούγα του. Το πλήρωσε ακριβά εκείνο το πουλάκι το πάθος του για ελευθερία. Μα πεισματάρικο καθώς ήταν, σε δυο τρεις μέρες ήταν πάλι στον αέρα και πετούσε! Κακήν κακώς βέβαια και θεόστραβα, σέρνοντας την πληγωμένη φτερούγα του. Έμοιαζε με παλιάτσο, τόσο αστείος ήταν, με τον τρόπο που είχε βρει να πετάει μόνο μ’ ένα φτερό! Κι όλα τα πουλιά δώσ’ του να γελάνε. Κι έσκαγαν στα γέλια το γεράκι και οι καρακάξες του. Έτσι που, από τα πολλά γέλια, κανείς δεν έπαιρνε είδηση ότι κάθε μέρα που περνούσε ο Κοκκινολαίμης πετούσε όλο και λίγο ψηλότερα, όλο και λίγο μακρύτερα από το μέρος που του είχαν ορίσει. Και τη μέρα που το γεράκι το κατάλαβε, ο Κοκκινολαίμης πετούσε πια τόσο ψηλά, που από κει πάνω άρχισε να βομβαρδίζει το βασιλιά των πουλιών στο κεφάλι με σκατούλες!!!».
Νομίζω πως είναι μια τεκμηριωμένη, πολιτική και ηθική αγωγή, υπάρχουμε εμείς οι Λιμπερτάριοι Κοκκινολαίμηδες και υπάρχει η Αναρχία. Η θεία Αναρχία είναι μακριά, αλλά οι καλές της επιρροές έμελλε να με κάνουν καλύτερο, πιο θαρραλέο και πιο ωραίο, διαφορετικό απ’ τη μάζα των σκλάβων που δεν τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι...

Μαουρίτσιο Ματζάνι, Αναρχικοί και Ονειροπόλοι

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Φλίπερ

«Το φλίπερ δεν παίζεται μόνο με τα χέρια αλλά και με το εφηβαίο. Με το φλίπερ το πρόβλημα δεν είναι να σταματήσεις το μπαλάκι προτού κατρακυλήσει μέσα, ούτε να το ξαναρίξεις στη μέση του γηπέδου με την ορμή ενός μπακ, αλλά να το υποχρεώσεις να μείνει ψηλά, εκεί που οι φωτεινοί στόχοι είναι περισσότεροι, να χοροπηδάει από τον ένα στον άλλο τριγυρνώντας αποπροσανατολισμένο και παλαβό, μα χάρη στην δική σου θέληση. Και αυτό το κατορθώνεις όχι δίνοντας χτυπήματα στην μπάλα αλλά μεταδίδοντας δονήσεις στην κάσα που την περιέχει, και μάλιστα γλυκά, ώστε να μην τις αντιληφθεί το φλίπερ και κάνει τιλτ. Και αυτό γίνεται μόνο με το εφηβαίο, ή μάλλον μ’ ένα παιχνίδι των γοφών, ώστε το εφηβαίο να μη χτυπάει κατευθείαν και να κρατιέται διαρκώς εκτός οργασμού.

Αν οι γοφοί κινούνται σύμφωνα με τη φύση, δεν είναι τόσο το εφηβαίο όσο οι γλουτοί που δίνουν το χτύπημα προς τα μπρός, αλλά με χάρη, έτσι ώστε όταν η κρούση φτάνει στο εφηβαίο να έχει ήδη αμβλυνθεί, όπως στην ομοιοπαθητική, που όσο περισσότερους χυμούς βάζεις στο διάλυμα και η ουσία σιγά σιγά σχεδόν χάνεται στο νερό που προσθέτεις, ώσπου να εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά, τόσο πιο ισχυρό είναι το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Και να που από το εφηβαίο ένα αδιόρατο ρεύμα μεταδίδεται στην κάσα και το φλίπερ υπακούει χωρίς να εκνευρίζεται, το μπαλάκι τρέχει αντίθετα στη φύση, αντίθετα στην αδράνεια, αντίθετα στη βαρύτητα, αντίθετα στους νόμους της δυναμικής, αντίθετα στην πονηριά του κατασκευαστή που την ήθελε να ξεφεύγει, και διαποτίζεται από μία κινητήρια δύναμη συνεχίζοντας να παίζει για χρόνους αξιομνημόνευτους και αμνημόνευτους.

Ωστόσο χρειάζεται ένα γυναικείο εφηβαίο, που δεν παρεμβάλλει σπηλαιώδη σώματα ανάμεσα στον ειλεό και τη μηχανή, και δε θέτει ενδιάμεση στυτική ύλη, παρά μόνο δέρμα, νεύρα και κόκαλα, τυλιγμένα σε τζιν σε μια μεταρσιωμένη ερωτική μανία, μια επίβουλη παγερότητα, μια αδιάφορη προσαρμογή στην ευαισθησία του εραστή, μια απόλαυση στη διέγερση του πόθου του χωρίς να υφίσταται το ξεχείλισμα του δικού σου πόθου: η αμαζόνα πρέπει να ξετρελαίνει το φλίπερ και ν’ απολαμβάνει εκ των προτέρων το γεγονός ότι αργότερα θα το εγκαταλείψει» .

Ουμπέρτο Έκο, Το εκκρεμές του Φουκώ

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2019

Κορτάσαρ, ξανά

Φαντάζομαι τον άνθρωπο σαν αμοιβάδα που βγάζει ψευδοπόδια για να φτάσει και να περικυκλώσει την τροφή της. Υπάρχουν ψευδοπόδια που είναι μακριά ή κοντά, κινήσεις, ελιγμοί. Μια μέρα όλα αυτά παγιώνονται (είναι αυτό που λένε ωριμότητα, δημιουργημένος άνθρωπος). Από την μια μεριά φτάνει μακριά, από την άλλη δε βλέπει μια λάμπα στα δύο μέτρα. ... ώσπου μια ακαριαία κατολίσθηση του δείχνει, για μια στιγμή, χωρίς όμως δυστυχώς να του δίνει και τον καιρό να καταλάβει τι,
του δείχνει την κατακερματισμένη του ύπαρξη, τα ακανόνιστα ψευδοπόδια του,
την υποψία ότι παραπέρα, εκεί που τώρα βλέπω μόνο τη διάφανη ατμόσφαιρα,
ή σ΄αυτήν την αναποφασιστικότητα, στη διασταύρωση των προαιρέσεων,
εγώ ό ίδιος, στο υπόλοιπο της πραγματικότητας που αγνοώ, περιμένω τον εαυτό μου ματαίως.

Χούλιο Κορτάσαρ - "Το κουτσό"

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2019

Ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος

Το κτήριο: γκρίζο, τετράγωνο, τριάντα τέσσερα ολόκληρα πατώματα. Και στην είσοδο η επιγραφή:

ΚΕΝΤΡΟ ΕΠΩΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ.

Στον θυρεό το έμβλημα τού Παγκόσμιου Κράτους:

ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ. ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ.

Η πελώρια αίθουσα, στο ισόγειο, έβλεπε κατά τον Βορρά. Έξω ήταν καλοκαίρι. Μέσα στην αίθουσα η θερμοκρασία ήταν τροπική. Κι όμως, τι χειμώνας γύρω! Τι παγωνιά! Μια ηλιαχτίδα που ταξίδευε, απ’ το μεγάλο παράθυρο, μάταια έψαχνε να βρει κάποια επιφάνεια που να τήν σκεπάζει κανένα βαρύ, σπλαχνικό υφαντό. Κάποιο ρίγος πνευματικότητας σ’ ένα αχνό σχήμα.

Όλα γύρω, χειμωνιά στη χειμωνιά. Τζάμι και νίκελ, και η ζοφερά γυαλισμένη πορσελάνη των επιστημονικών εργαστηρίων. Άσπρες οι φόρμες των εργαζομένων, και τα χέρια τους ντυμένα με γάντια από καουτσούκ στο χρώμα των πτωμάτων. Φάντασμα το φως, παγωμένο λείψανο. Μόνο από τους μπρούντζινους σωλήνες των μικροσκοπίων δανειζότανε μια ουσία κάπως πλούσια και ζωντανή. Κάτω από κάθε φακό, σαν μικρά, ορεκτικά κομμάτια κασέρι, ήταν τα λήμματα, σ? ατέλειωτες σειρές, παρατεταγμένα πάνω στα εργαστηριακά τραπέζια.

«Κι αυτός», είπε ο Διευθυντής ανοίγοντας την πόρτα, «είναι ο Θάλαμος Γονιμοποίησης».

Την ώρα που ο Διευθυντής Επωαστηρίων και Πληθυσμιακού Προγραμματισμού μπήκε στον θάλαμο, τριακόσιοι Γονιμοποιοί, σκυμμένοι πάνω στα όργανα τής εργασίας τους, ήταν βυθισμένοι στη δουλειά τους, μέσα σε μια αποπνικτική, σχεδόν, σιγή, τη σιγή τής απόλυτης προσήλωσης, που την διέκοπτε μόνον κάποιος ψίθυρος, ή έστω κι ένα μικρό μηχανικό σύριγμα. Μια ομάδα από νέους φοιτητές που μόλις είχαν φτάσει στο Κέντρο, νεαρά ροδομάγουλα ξεπεταρούδια, ακολουθούσαν τον Διευθυντή κατά πόδας, σχεδόν, σαν αυτόματα. Ο καθένας τους κρατούσε ένα σημειωματάριο όπου σημείωνε, με βιάση, τα όσα έλεγε ο διαπρεπέστατος άνδρας. Ναι, είχαν το προνόμιο να αντλούν τη γνώση από την πηγή. Και τί προνόμιο! Ο Διευθυντής Επωαστηρίων και Πληθυσμιακού Προγραμματισμού τού Κεντρικού Λονδίνου πάντοτε φρόντιζε να οδηγεί προσωπικά τους νέους φοιτητές στην πρώτη επίσκεψη των διαφόρων τμημάτων.

«Έτσι, για να σάς παράσχω μια γενική ιδέα», εξηγούσε.

Βέβαια, κάποια γενική ιδέα θα έπρεπε να αποκτήσουν για να μπορούν να διεκπεραιώνουν υπεύθυνα την εργασία τους. Αλλά μόνον τόση, όση χρειαζότανε και τίποτα παραπάνω — τα χρηστά μέλη τού Συνόλου, για να είναι ευτυχή, δεν πρέπει να ξέρουν πολλά.

Όλοι, άλλωστε, τό ήξεραν πως οι λεπτομέρειες είναι που οδηγούν στην αρετή και την ευτυχία, ενώ οι γενικότητες είναι απλώς αναγκαία πνευματικά κακά. Η Κοινωνία δεν βασίζεται στους φιλόσοφους, αλλά στους φιλολόγους και στους συλλέκτες γραμματοσήμων.

«Από αύριο», συνήθιζε να λέει, χαμογελώντας με μια κάπως απειλητική μεγαθυμία, «θα στρωθείτε σε σοβαρή εργασία και δεν θα έχετε καιρό για γενικότητες. Στο μεταξύ όμως, θα σάς πω ολίγα τινά…».

Οι νέοι σπουδαστές κρατούσαν σημειώσεις σαν τρελοί. Είχαν το προνόμιο να καταγράφουν τα «ολίγα τινά» στο σημειωματάριό τους κατ’ ευθείαν από την πηγή. Και τι προνόμιο!

Ψηλός, λιγνός και ευθυτενής, ο Διευθυντής προχώρησε στον θάλαμο. Είχε μακρύ σαγόνι, μεγάλα προεξέχοντα δόντια που τα σκέπαζαν, όταν δεν μιλούσε, πλούσια, καλογραμμένα χείλια. Να ταν νέος: Να ταν γέρος; Τριάντα; Πενήντα; Πενήντα πέντε; Ήταν δύσκολο να τό πεις και, στο κάτω-κάτω, το θέμα δεν είχε σημασία. Στο έτος αυτό τής Σταθερότητας, το 632 Α.Θ.Μ.*, δεν σου περνούσε καν από το μυαλό το θέμα τής ηλικίας. Ήταν, πια, εντελώς ξεπερασμένο

«θ’ αρχίσω από την αρχή», είπε ο Δέλτα Έψιλον Πι Πι, και οι πιο επιμελείς από τους φοιτητές κατέγραψαν, κι αυτή, ακόμη, την πρόθεση του στο σημειωματάριό τους: «Θ* αρχίσουμε από την αρχή!».

***

* 632 Α.Θ.Μ. = Από θεοποιήσεως Μηχανής. Το έτος Ένα Α.Θ.Μ. τοποθετείται, περίπου, στην ιστορική περίοδο τής διάδοσης ατμοκινήτων αυτοκινήτων στην αμερικανική ήπειρο από έναν προφήτη που άκουγε στο όνομα Χένρυ Φορντ (Σ.τ.Μ.).

Άλντους Χάξλεϋ - Ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος 

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

Μπόρχες και ποδόσφαιρο

«Είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της Αγγλίας», έλεγε ο Μπόρχες για την μπάλα. Μάλιστα, προγραμμάτισε μία από τις διαλέξεις του την ίδια ώρα με τον πρώτο αγώνα της Αργεντινής στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978.
Αλλά η απέχθεια του για το σπορ προερχόταν από κάτι πολύ πιο ενοχλητικό από την αισθητική. Το πρόβλημά του ήταν η οπαδική κουλτούρα, την οποία συνέδεε με εκείνο το είδος τυφλής μαζικής υποστήριξης που στερέωσε στην εξουσία τους ηγέτες των πιο τρομακτικών πολιτικών του 20ού αιώνα.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του, είδε να αναδύονται στην πολιτική σφαίρα της Αργεντινής στοιχεία φασισμού, περονισμού, ακόμα και αντισημιτισμού, οπότε γίνεται κατανοητή η έντονη καχυποψία του για τη σχέση μαζικών πολιτικών κινημάτων και μαζικής κουλτούρας - το απόγειο της οποίας είναι στην Αργεντινή το ποδόσφαιρο. «Στο ποδόσφαιρο υπάρχει η ιδέα της υπεροχής, της ισχύος, που μου φαίνεται αποκρουστική», γράφει. Ο Μπόρχες εναντιώθηκε στον δογματισμό κάθε μορφής, οπότε ήταν καχύποπτος με την ανεπιφύλακτη αφοσίωση των συμπατριωτών του σε οποιοδήποτε δόγμα ή θρησκεία – ακόμα και στην αγαπημένη τους εθνική ομάδα.
Το ποδόσφαιρο είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένο με τον εθνικισμό, ένας άλλος λόγος για τον οποίο εναντιώνεται ο Μπόρχες. «Ο εθνικισμός επιτρέπει μόνο την επιβεβαίωση και όποια θεωρία αποκλείει την αμφισβήτηση, την άρνηση, είναι μια μορφή φανατισμού και βλακείας. Οι εθνικές ομάδες γεννούν το εθνικιστικό αίσθημα, δημιουργώντας τη δυνατότητα σε μια ανήθικη κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει έναν αστέρα του ποδοσφαίρου ως χαλινάρι για να νομιμοποιηθεί η ίδια».
Στην πραγματικότητα, αυτό ακριβώς συνέβη με έναν από τους πιο μεγάλους παίκτες των εποχών, τον Πελέ. «Αν και η κυβέρνηση της Βραζιλίας είχε πολλούς εναντίον της, προωθούσε με επιτυχία μεγάλες γιαγαντοαφίσες με τον Πελέ να σκοράρει και το σύνθημα “αυτή τη χώρα δεν μπορεί να την σταματήσει κανείς”», γράφει ο Dave Zirin στο καινούριο του βιβλίο Brazil’s Dance with the Devil. Οι κυβερνήσεις όπως η Βραζιλιάνικη στρατιωτική δικτατορία κατά τη διάρκεια της οποίας ο Πελέ ήταν ενεργός παίκτης, εκμεταλλεύονται τον δεσμό των οπαδών με τις εθνικές ομάδες για να πάρουν την κοινωνική αποδοχή και αυτό είναι που ο Μπόρχες φοβόταν για το ποδόσφαιρο.
Η μικρή ιστορία του Esse est Percipi εξηγεί το μίσος του για το ποδόσφαιρο. Στα μισά της ιστορίας, αποκαλύπτεται ότι το ποδόσφαιρο στην Αργεντινή έχει σταματήσει να είναι άθλημα αλλά έχει μπει στον χώρο του θεάματος. Στο φανταστικό του σύμπαν, η προσομοίωση είναι το παν: η παρουσίαση του αθλήματος έχει αντικαταστήσει το πραγματικό άθλημα. «Αυτά τα αθλήματα δεν υπάρχουν έξω από το στούντιο μαγνητοσκόπησής τους και τα γραφεία Τύπου», δηλώνει ο πρόεδρος μιας ομάδας. «Το ποδόσφαιρο εμπνέει έναν τόσο μεγάλο φανατισμό που οι οπαδοί παρακολουθούν μη πραγματικά παιχνίδια στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο χωρίς να αναρωτιούνται για το οτιδήποτε».
Αυτή η ιστορία προέρχεται από τη μη ανοχή του Μπόρχες στα μαζικά κινήματα: στο Esse Est Percipi κατηγορεί έντονα τα ΜΜΕ για συνέργεια στη δημιουργία μιας μαζικής κουλτούρας που δοξάζει το ποδόσφαιρο και σαν αποτέλεσμα αφήνεται στη δημαγωγία και την εκμετάλλευση.
Σύμφωνα με τον Μπόρχες, οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να ανήκουν σε ένα μεγάλο οικουμενικό σχέδιο, κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Οι χαρακτήρες στα κείμενά του συχνά παλεύουν με αυτή την επιθυμία και στρέφονται σε ιδεολογίες ή κινήματα με καταστροφικά αποτελέσματα: ο αφηγητής της ιστορίας Deutsches Requiem γίνεται ναζί, ενώ στο The Lottery in Babylon και το The Congress μικρές, φαινομενικά αβλαβείς οργανώσεις μετατρέπονται σε τεράστιους, αυταρχικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς που καίνε βιβλία ή επιβάλλουν σωματικά βασανιστήρια.
Θέλουμε να ελιμαστε κομμάτι σε ένα μεγαλύτερο σύνολο, τόσο πολύ που εθελοτυφλούμε απέναντι στα λάθη που αναπτύσσονται σε αυτά τα μεγαλεπίβολα σχέδια - ή στα λάθη που είναι εγγεγραμμένα σε αυτά εξ αρχής. Τέλος, όπως μας θυμίζει και ο αφηγητής του The Congress, η γοητεία αυτών των μεγάλων πλάνων παραείναι φανερή: «Αυτό που έχει σημασία είναι να νιώθει κανείς ότι το σχέδιό μας, για το οποίο αστειευόμαστε συχνά, υπάρχει κάπου μυστικά και συγκροτεί τον κόσμο και τον εαυτό μας».
Αυτή η τελευταία φράση θα μπορούσε να περιγράψει με ακρίβεια πώς νιώθουν εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη για το ποδόσφαιρο.

Πηγή: kar.org  /   Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2019

Πόσα πραγματικά χρειαζόμαστε;

Θα ήταν ελπιδοφόρο να δούμε τα πράγματα από μια διαφορετική συλλογιστική γραμμή. Η αντίληψη του ανθρώπου ως εκ γενετής τεμπέλη που ωθείται να δράσει μονάχα από την προοπτική του κέρδους χαρακτηρίζει αποκλειστικά τους νεότερους χρόνους.
Οι οικονομολόγοι, ειδικότερα, βλέπουν τους ανθρώπους σαν υποζύγια τα οποία, για να κάνουν το παραμικρό, χρειάζονται το κίνητρο του καρότου ή του μαστιγίου. Ο William Stanley Jevons, πρωτοπόρος της νεότερης οικονομικής θεωρίας, ορίζει το ανθρώπινο πρόβλημα ως το “να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας στο έπακρο με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια”. Στην αρχαιότητα η αντίληψη των πραγμάτων ήταν διαφορετική. Οι πολίτες της Αθήνας και της Ρώμης, αν και οικονομικά αντιπαραγωγικοί, ήταν ενεργοί στον υπέρτατο βαθμό – στην πολιτική, τον πόλεμο, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία.
Γιατί να μην παραδειγματιστούμε από αυτούς και γιατί πρέπει να δουλεύουμε σαν γαϊδούρια; Φυσικά, οι Αθηναίοι και οι Ρωμαίοι πολίτες, είχαν εκπαιδευτεί από νεαρή ηλικία στη συνετή χρήση της σχόλης. Το εγχείρημα που έχουμε κατά νου συνεπάγεται ανάλογη εκπαιδευτική προσπάθεια. Δεν μπορούμε να περιμένουμε μια κοινωνία που έχει εκπαιδευτεί σε επιβεβλημένες και μηχανικές χρήσεις του χρόνου να γίνει εν μια νυκτί κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Δεν πρέπει όμως να έχουμε καμιά αμφιβολία ότι το έργο αυτό είναι θεωρητικά εφικτό. Ο Bertrand Russell, σε ένα δοκίμιο που γράφτηκε δύο μόλις χρόνια μετά τις “Οικονομικές δυνατότητες”, προβαίνει σε μια πιο διεξοδική εικονογράφηση των προωθητικών αποτελεσμάτων της οικονομικής κρίσης και θέτει το ζήτημα με τη σαφήνεια που τον χαρακτηρίζει συνήθως:
Θα ισχυριστούν κάποιοι ότι, ενώ ο λιγοστός ελεύθερος χρόνος είναι ευχάριστος, οι άνθρωποι δεν θα ήξεραν πώς να γεμίσουν τις μέρες τους, αν εργάζονταν μονάχα τέσσερις από τις είκοσι τέσσερις ώρες. Στον όποιο βαθμό αυτό ισχύει στον σύγχρονο κόσμο, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί μομφή προς τον πολιτισμό μας, και δεν θα μπορούσε να ισχύει σε καμιά προγενέστερη περίοδο. Κατά το παρελθόν οι άνθρωποι διέθεταν ακόμη την ικανότητα για ξεγνοιασιά και παιχνίδι, αυτή όμως έχει σε κάποιο βαθμό ανασταλεί από τη λατρεία της αποδοτικότητας…
...Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πως ο βασικός λόγος για τον οποίο πέφτουμε με τα μούτρα στη δουλειά – ως το μη χείρον βέλτιστον – είναι ακριβώς επειδή η σχόλη έχει χάσει το αληθινό νόημά της, της αυθόρμητης δραστηριότητας, και έχει εκφυλιστεί σε παθητική κατανάλωση. “Πρέπει να δουλεύει κανείς” γράφει ο Baudelaire στο έργο του Journaux Intimes, “αν όχι από επιθυμία, τουλάχιστον από απελπισία”.

Ρόμπερτ & Έντουαρντ Σκιντέλσκι - Πόσα πραγματικά χρειαζόμαστε;

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

Καθαρόαιμοι

ΟΛΕΣ οι συγχύσεις στην Ελλάδα ξεκινούν από την αδυναμία μας να ξεχωρίσουμε τις έννοιες «έθνος» και «κράτος», που σε καμία περίπτωση δεν είναι συνώνυμα. Η λέξη έθνος είναι σανσκριτικής καταγωγής και, στην κυριολεξία, σημαίνει «ομαιμοσύνη», δηλαδή ομοιότητα του αίματος των ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια φυλετική ομάδα.
Είναι φανερό, όμως, πως για να διατηρήσει» την «καθαρότητα» του αίματός της μια φυλή, και συνεπώς να λειτουργήσει σαν μια ευρεία οικογένεια, όπου όλα τα μέλη της θα είναι στενοί ή μακρινοί συγγενείς, πρέπει αυτή η φυλή να είναι καταρχήν ενδογαμική, δηλαδή τα μέλη της να παντρεύονται μεταξύ τους και οι επιμειξίες με αλλόφυλους να απαγορεύονται αυστηρά. Αλλά κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε πολύ κλειστές και πολύ πρωτόγονες κοινωνίες.
Σήμερα, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν «καθαρές» εθνότητες, διότι δεν υπάρχουν κλειστές κοινωνίες. ΕΙΝΑΙ αυτονόητο, πως κανείς νομοθέτης εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια δε θα μπορούσε να διαφυλάξει την «καθαρότητα» του αίματος μιας φυλής. Άλλωστε, οι άνθρωποι δεν είναι άλογα ράτσας, ταγμένα στις ιπποδρομίες, ώστε να φροντίζουμε για την καθαρότητα του αίματός τους.
Και ωστόσο, δεν έλειψαν ποτέ οι μικρόνοες που αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο σαν ζώο, περιορισμένο σ’ ένα οιονεί αναπαρα­γωγικό ιπποφορβείο. Και ο ρατσισμός είναι αυτό ακριβώς: Μια μεταφυσική και αυτόχρημα παρανοϊκή πίστη στην «καθαρότητα του αίματος της φυλής» -μια καθαρότητα που εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια ανήκει στην περιοχή του μύθου.
Αυτή η ολοφάνερα ανόητη πίστη, η τόσο διαδεδομένη ωστόσο, μας κάνει να νομίζουμε πως ο «χόμο σάπιενς» έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, προκειμένου να γίνει όντως σοφός. Και εν πάση περιπτώσει, απ’ τον «χόμο. σάπιενς» πρέπει να αποκλειστούν εξαρχής οι ρατσιστές, που εδώ σε μας πήραν το ψευδώνυμο «εθνικόφρονες».
Που σημαίνει «άνθρωποι που φρονούν – σκέφτονται – εθνικά». Αλλά για να σκέφτεσαι εθνικά πρέπει να σκέφτεσαι… αιματολογικά. Δηλαδή, πρέπει να πιστεύεις πως το αίμα σου έχει μια ειδική ποιότητα, οπωσδήποτε καλύτερη απ” την ποιότητα οποιουδήποτε άλλου που ανήκει σε άλλη… ομάδα (εθνικού) αίματος.
Ο ρατσισμός, λοιπόν, είναι φασισμός. Και ο φασισμός είναι πρωτογονισμός, ακριβώς γιατί είναι ρατσισμός. Για ράτσες μιλούν σήμερα μόνο οι ζωολόγοι, οι κτηνίατροι και οι κρετίνοι. Κάθε «εθνικόφρων» λοιπόν κρύβει μέσα του ένα φασίστα.
Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαίο που τα φασιστικά καθεστώτα στηρίχτηκαν στους «εθνικόφρονες». Ούτε είναι τυχαίο ακόμα, που η εθνικοφροσύνη έχει την τάση να πυκνώνει όσο προχωρούμε προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Από δω και η λογικότατη άποψη, πως η κουταμάρα πολώνεται προς τα δεξιά – χωρίς, δυστυχώς, να είναι αποκλειστικό της προνόμιο.
Διότι υπάρχει και μια… αριστερή κουταμάρα. Αλλά τουλάχιστον αυτή δεν έχει την… αιματολο­γική καθαρότητα της δεξιάς κουταμάρας, που είναι πολύ πιο εκνευριστική και, φυσικά, πολύ πιο επικίνδυνη.
Ανάμεσα σε δύο ηλίθιους θα διάλεγα τον αριστερό ηλίθιο απ΄τον οποίο κινδυνεύω λιγότερο, παρότι η ηλιθιότητα καθαυτή είναι έτσι κι αλλιώς επικίνδυνη. Και για να μη δημιουργηθούν παρανοήσεις, πρέπει να τονίσουμε πως η ηλιθιότητα είναι ιδιότητα υπαρξιακή και υπερκομματική. Κι αλίμονο στον έξυπνο αριστερό που θα συγκρουστεί με βλάκα αριστερό. Είναι από χέρι χαμένος, γιατί η βλακεία έχει τη δύναμη να μετακινεί όρη, όπως ακριβώς και η πίστη.
ΤΟ ΕΘΝΟΣ, λοιπόν, είναι ένας αρχαϊσμός και ένας αταβισμός. Επιβιώνει ως έννοια για να δημιουργεί στα απλοϊκά μυαλά την ψευδαίσθηση της συνοχής και της συνέχειας μιας μικρής ή μεγάλης ομάδας ανθρώπων, που συνεχίζουν να πιστεύουν, γιατί έτσι θέλουν, πως ανήκουν σε μια πολύ μεγάλη οικογένεια με κοινό γε­νάρχη.
Κάποτε, ωστόσο, η έννοια της εθνότητας έπαιζε έναν πολύ σοβαρό ρόλο. Πράγματι, η οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας άρχισε με τη συσσωμάτωση των ατόμων σε ομάδες ευρύτερες της μικρής, τυπικής οικογένειας, οι οποίες αποτελούν μια ευρεία, αιματοσυγγενική οικογένεια. Τούτες οι ομάδες ανέπτυξαν έναν κοινό πολιτισμό στη βάση μιας κοινής γλώσσας.
Με τους αιώνες, η αιματοσυγγένεια, με τις συνεχείς επιμειξίες, έπαιζε ολοένα και μικρότερο ρόλο, ενώ αντίθετα τα πολιτιστικά δεδομένα, που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο στάδιο της αιματοσυγγένειας, διατηρήθηκαν και αναπτύχθηκαν, για να αποτελέσουν στη συνέχεια, αυτά και μόνο, τα ειδικά χαρακτηριστικά μιας εθνότητας.
Μ’ άλλα λόγια, η έννοια της εθνότητας υπάρχει και σήμερα, αλλά είναι καθαρά και αποκλειστικά πολιτιστική. Συνεπώς, μέλη μιας συγκεκριμένης εθνότητας είναι άνθρωποι που έχουν ένα συγκεκριμένο κοινό πολιτισμό, που διαφέρει απ’ τον πολιτισμό μιας άλλης εθνότητας. Όμως, με την όσμωση ανάμεσα στους λαούς που επέφερε η βελτίωση και στις μέρες μας η καλπαστική ανάπτυξη των επικοινωνιών και των συγκοινωνιών, οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες άρχισαν να ατονούν και να τείνουν προς μια ισοπέδωση, που κανένα διοικητικό μέτρο δε θα ήταν δυνατό να την ανακόψει.
Για να περιοριστούμε στον κινηματογράφο και μόνο, σήμερα γνωρίζουμε τόσο καλά τα αμερικανικά ήθη εξαιτίας της πληθώρας των αμερικάνικων ταινιών που έχουμε δει, όσο δε γνωρίζουμε τα εγχώρια ήθη. Ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός είναι μια πραγματικότητα. Αλλά προσωπικά δε βρίσκω τίποτα το μεμπτό σ’ αυτή τη μορφή ιμπεριαλισμού, που ωστόσο ακολουθεί, όπως η ουρά το κεφάλι, τον κυρίως ειπείν ιμπεριαλισμό (τον οικονομικό).
Εφόσον, δηλαδή, η Αμερική κυριαρχεί οικονομικά στο Δυτικό κόσμο, είναι φυσικό να κυριαρχεί και πολιτιστικά. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αναχαιτιστεί η πολιτιστική της κυριαρχία, αν προηγουμένως δεν αναχαιτιστεί η οικονομική. Τον πολιτισμό τον δημιουργούν πάντα οι οικονομικά ισχυρότεροι. Κι αυτό που λέγεται «λαϊκός πολιτισμός» αναφέρεται μόνο και αποκλειστικά σε κλειστές κοινωνικές ομάδες, κυρίως αγροτικές
Αλλά τούτη η κλειστότητα, το ξέρουμε καλά, είναι εντελώς αδύνατη σήμερα. Και μόνο η τηλεόραση είναι επαρκής παράγων για να εισβάλει ο ένας πολιτισμός μέσα στον άλλο και να δημιουργηθεί ένα αξεδιάλυτο πολιτιστικό μπέρδεμα, που στη μεταβατική περίοδο που περνάμε σήμερα μπορεί να μας ενοχλεί, αλλά τους ανθρώπους του 21ου αιώνα είναι βέβαιο πως δε θα τους ενοχλεί καθόλου.
Οι πολιτισμοί, άλλωστε, δεν είναι για να φυλακίζονται στα μουσεία, αλλά για να κυκλοφορούν, να ενοποιούνται και να δημιουργούν τη χωρίς σύνορα πανανθρώπινη κοινωνία. Το τι είδους κοινωνικό καθεστώς θα έχει αυτή η υπερεθνική κοινωνία του άμεσου μέλλοντος είναι ένα άλλο ζήτημα, που ξεπερνάει τα όρια αρμοδιότητας της επιστήμης της Εθνολογίας και μετατίθεται στην περιοχή της αρμοδιότητας των επιστημών της Κοινωνιολογίας και της Πολιτικής Οικονομίας.
ΛΟΙΠΟΝ, κάτω από συνθήκες αυξανόμενης πολιτιστικής όσμωσης, το να μιλάει κανείς για «εθνική καθα­ρότητα» ακόμα και με την ελαστική πολιτιστική έννοια είναι τόσο αστείο, όσο περίπου και το να μιλάει για «εθνική καθαρότητα» με την πανάρχαια αιματολογική έννοια. Διότι, δε σμίγουν μόνο τα αίματα, αλλά και τα ήθη, και τα έθιμα, και οι νόμοι, και οι θεσμοί και οι ιδέες.
Σήμερα, το πεδίο δράσεως, τόσο της οικονομίας όσο και των ιδεών είναι η υδρόγειος σφαίρα. Μια μέρα, τα εθνικά σύνορα θα καταρρεύσουν οπωσδήποτε, και μάλιστα χωρίς να το επιδιώξει κανείς συνειδητά. Η ανθρώπινη κοινωνία, από τότε που εμφανίστηκε, βαδίζει συνεχώς και αδιάλειπτα προς την ενοποίηση. Που δε θα ολοκληρωθεί, αν όλοι οι άνθρωποι ολόκληρης της Γης δεν αισθανθούν πως ανήκουν στην ίδια εθνότητα, δηλαδή την κοινότητα όλων των ανθρώπων, ολόκληρης της Γης.
Πρόκειται για ένα ιδανικό κοινό και στο χριστιανισμό και στο μαρξισμό και στον καπιταλισμό. Μόνο που ο καθένας τους αντιλαμβάνεται τούτη την ενότητα στη βάση μιας διαφορετικής ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας. Και, βέβαια, αυτή η ενότητα δε θα είναι ούτε πλήρης ούτε σταθερή αν δε συντελεστεί στη βάση της οικονομικής ενότητας, που είναι η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε άλλης μορφής ενότητα.
Ακόμα και στην πατρική οικογένεια δεν είναι δυνατό να υπάρξει ενότητα αν τη συνοχή της τη διαβρώνουν παράγοντες οικονομικής τάξεως. Ο μαρξισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εμφατική επισήμανση της πρωταρχικότητας του οικονομικού παράγοντα στα πάντα. Και είναι κωμικό να τον αμφισβητούν άνθρωποι που ολόκληρη τη ζωή τους τη δομούν γύρω από ένα χρηματοκιβώτιο, και καμιά φορά γύρω από μια και μοναδική λίρα ή από έναν κηπάκο ευτελούς αξίας.
Αν το έθνος είναι μια έννοια που ανήκει πλέον στην αρχαιολογία της σκέψης, πράγμα που δημιουργεί την ανάγκη της επικάλυψης της απ’ την πάντα δρώσα επικαιρότητα του συναισθήματος (μόνο το συναίσθημα θα δικαιολογούσε την προσκόλλησή μας στην έννοια της εθνότητας, που κατάντησε έννοια περίπου… ερωτική), η έννοια του κράτους, αντίθετα, είναι πάντα επίκαιρη και πάντα δρώσα.
Το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμο του έθνους. Όπως ήδη αντιληφθήκαμε, το έθνος είναι έννοια εξαιρετικά πλατιά – τόσο πλατιά που να ξεχειλώνει από παντού και κανείς να μην μπορεί να τη συμμαζέψει. Άλλωστε, κανείς μελετητής δεν κατάφερε να δώσει έναν σαφή ορισμό της έννοιας «έθνος».
Πώς θα ήταν δυνατό να οριστούν με σαφήνεια τα συναισθήματα; Η έκφραση, για παράδειγμα, «αγαπώ την Ελλάδα» (νοούμενη ως έθνος) δεν έχει μεγαλύτερη αξία από την έκφραση «αγαπώ τη Μαρία». Και οι δύο εκφράσεις είναι το ίδιο δυσπερίγραπτες λο­γικά, γιατί είναι το ίδιο συναισθηματικές.
Και επειδή κάτι πρέπει ν’ αγαπάει κανείς σε τούτο τον κόσμο, όταν δεν είναι σε θέση να αγαπήσει τις γυναίκες (και οι γυναίκες τους άντρες) καταλήγει τελικά ν’ αγαπήσει μέχρι παραφροσύνης… τη σημαία, το στέμμα και άλλα τέτοια φετίχ, αποδεικνυόμενος γνήσιος ειδωλολάτρης. Παρά ταύτα, έχει την αξίωση να τον αντιμετωπίζουμε ως πολιτισμένο άνθρωπο. Ε, όχι. Πάει πολύ. Είναι τόσο βάρβαρος, όσο και ο Αφρικανός αν­θρωποφάγος.
Γιατί, αν δεν ήταν ανθρωποφάγος δε θα επιθυμούσε να «φάει τον εχθρό», ή να τον «πετάξει στη θάλασσα» (δηλαδή να τον πνίξει σαν γατί) ή να του «πιει το αίμα» σαν βρικόλακας. Ας το καταλάβουμε καλά: Ο εθνικισμός είναι πρωτογονισμός και βαρβαρότητα, κυρίως όταν ο «εθνικόφρων» είναι τόσο βλαξ, που να μην μπορεί να καταλάβει πως πίσω απ’ αυτό τον πρωτόγονο συναισθηματισμό κρύβονται τα πεζά σχέδια τον οικονομικά ισχυρών.
Η ομηρική λέξη κράτος, λοιπόν, σημαίνει στην κυριολεξία ισχύς, δύναμη, εξουσία, βία, κυριαρχία. (Η λέξη παράγεται από το ρήμα κρατώ που σημαίνει είμαι ισχυρός, είμαι δυνατός, είναι κυρίαρχος.) Αν το έθνος είναι έννοια συναισθηματική, που έγινε τέτοια από εκπεσμό του αρχικού φυλετικού και στη συνέχεια του πολιτιστικού της περιεχομένου, το κράτος είναι έννοια λογική μέχρι παραλογισμού.
Τίποτε δεν είναι πιο υπαρκτό, πιο βασανιστικό και πιο καταπιεστικό απ’ το σύγχρονο κράτος, σ’ όλες του τις μορφές. Σε τελική ανάλυση, κράτος είναι οι νόμοι του κράτους, οι χωροφύλακες του κράτους, οι δεσμοφύλακες του κράτους. Και οι… παπάδες του κράτους, στην περίπτωση που οι παπάδες πλην της πνευματικής θέλουν να ασκούν και κοσμική εξουσία, καλή ώρα σαν τους δικούς μας δεσποτάδες, που ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται απ’ το πνεύμα και ολοένα και περισσότερο πλησιάζουν το… οινόπνευμα. (Το καλό κρασί θέλει και καλό φαΐ, λέει ο λαός.)
Παρόλο που το κράτος στηρίζεται συναισθηματικά στο έθνος, στις περιπτώσεις εκείνες που, όπως εδώ, δεν μπορεί να στηριχτεί σ’ αυτό ούτε φυλετικά ούτε πολιτιστικά, αδιαφορεί πλήρως για το έθνος. Και μη μου πείτε πως οι υδροκέφαλοι «κρατικοί λειτουργοί» εδώ στην Ελλάδα των Ελλήνων κομπιναδόρων πιστεύουν έστω και μια λέξη απ’ αυτά, που λένε στους εκφωνούμενους κατά τις εθνικές επετείους λόγους
Πρόκειται, απλώς, για λόγια παχιά που απευθύνονται σε εγκέφαλους αδύνατους. Και καμιά φορά, πρόκειται για λόγια παχιά που κυοφορούνται σε εγκέφαλους αδύνατους και απευθύνονται σε εγκέφαλους το ίδιο αδύνατους. (Είναι η περίπτωση των «εθνικών» άλογων λόγων του Γ. Παπαδόπουλου και των περί αυτόν κρετίνων.).
ΚΑΠΟΥ, λοιπόν, τα πράγματα έχουν μπλέξει επικίνδυνα. Τόσο που εδώ στην Ελλάδα να μην ξέρουμε πια που σταματάει το κράτος και που αρχίζει το έθνος – και αντίστροφα. Έτσι, τα κρατικά τα βαφτίζουμε εθνικά, ενώ τα εθνικά δεν είναι παρά κρατικά. Κουλουβά­χατα, κατά το δη λεγόμενο. Μ’ άλλα λόγια, ακόμα δεν καταλάβαμε πως Έλληνας, έτσι πεζά, είναι ο καθένας που έχει την ελληνική υπηκοότητα, που υπακούει, δηλαδή, στους νόμους του ελληνικού κράτους, άσχετα απ’ τη φυλετική του προέλευση
Εντούτοις θέλουμε τους Έλληνες να υπακού­ουν και στους «νόμους του αίματος», ως γνήσιοι Αφρικανοί. Και παρά ταύτα δε μας πετούν με τις κλωτσιές απ’ την ΕΟΚ, κι απ’ όπου αλλού υπάρχουν πολιτισμένοι άνθρωποι.
Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο επίμοχθο και σχολαστικά τεκμηριωμένο έργο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους» (έκδοση του συγγραφέα) λέει: «Η συνεπής επιδίωξη της θρησκευτικής κλειστότητας στην τουρκοκρατία, ενώ διατήρησε την εθνική συνείδηση μεγάλων τμημάτων του ανά την Μικρά Ασία ελληνισμού, επί των Βαλκανίων επέφερε ένα αξεδιάλυτο συνειδησιακό μείγμα μεταξύ Ελλήνων, Σλάβων, Βλάχων, Αλβανών», κλπ.
Και συνεχίζει: «Η κατάσταση του νεοελληνικού εθνισμού των πρώτων επαναστατικών χρόνων ήταν η συνειδησιακή πολλαπλότητα διαφόρων τμημάτων του ελληνισμού και συνεπώς η μη ύπαρξη συγκεκριμένης ιδεολογίας». Και διερωτάται ευλόγως: «Ποια εξωτερική πολιτική μπορεί να έχει μια χώρα μειονοτήτων;». Και διευκρινίζει αλλού: «Οι πολιτικοί δε δημιουργούν Ιστορία. Απλώς την υπηρετούν»
Εδώ όμως, ούτε ο λαός δημιουργεί ενσυνείδητα Ιστορία. Διότι υπηρετεί τους πολιτικούς και όχι τον εαυτό του. Και η νεοελληνική Ιστορία δεν υπακούει σε καμιά πρόθεση. Απλώς, αναφύεται τυχαία και αναγκαία, όπως το χορταράκι στους αγρούς. Η νεοελληνική Ιστορία είναι… αγροτική ιστορία στην πιο απόλυτη κυριολεξία.

Βασίλης Ραφαηλίδης, άρθρο του 1987
antikleidi.com 

Σάββατο, 6 Απριλίου 2019

Περί Μακεδονίας

Από ιστορικής απόψεως, την ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν την αμφισβήτησε ποτέ κανείς στα σοβαρά. Το αρχαίο και ένδοξο κράτος των Μακεδόνων ήταν όντως ελληνικό. Αυτό που αμφισβητούν οι Σκοπιανοί είναι το δικαίωμα της μονοχρησίας του ονόματος Μακεδονία.

Δηλαδή του ονόματος μιας περιοχής τα σαφή γεωγραφικά και εθνολογικά όρια της οποίας είναι απολύτως αδύνατο να καθοριστούν, δεδομένου ότι οι αρχαίοι λαοί δεν είχαν σύνορα, με τη νομική έννοια που έχει ο όρος σήμερα.

Στην αρχαιότητα, τα σύνορα ήταν πάντα φυσικά: αδιάβατοι ποταμοί, απάτητα όρη και πάσης φύσεως φυσικά εμπόδια, που υποχρέωναν τους λαούς να αναπτύξουν τις πολιτιστικές τους ιδιομορφίες, και συνεπώς να εμφανιστούν ως ευδιάκριτες εθνότητες, κατ’ αρχήν εντός φυσικά καθορισμένων γεωγραφικών ορίων, απ’ τα οποία θα μπορούσαν, βέβαια, να ξεφύγουν με τους αποικισμούς και τις μεταναστεύσεις, αλλά όταν ήδη η εθνική συνείδηση είχε ήδη διαμορφωθεί στην αρχική εθνική κοιτίδα. Αν αυτό δε συμβεί, τότε μια ομάδα μεταναστών ή αποίκων, δημιουργεί καινούργια, δική της εθνική συνείδηση.

Όπου τα φυσικά εμπόδια δεν αποτελούσαν πρόβλημα είτε γιατί δεν υπήρχαν καν είτε γιατί η πείνα, η επιμονή, ή η ανάπτυξη του πολιτισμού τα καταργούσαν εύκολα, τα σύνορα ήταν εκεί που ήταν οι φρουροί των συνόρων: Οι Βόλχοι (Βλάχοι) κατά τα ύστερα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Ακρίτες στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Κοζάκοι στη Ρωσική Αυτοκρατορία των Τσάρων. Αν οι φρουροί των συνόρων υποχωρούσαν, υποχωρούσαν μαζί τους και τα σύνορα. Η νομική έννοια των συνόρων, δηλαδή οι συμφωνίες που γίνονται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη για το πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο και η συνακόλουθη χάραξη διαχωριστικών γραμμών επί του χάρτου, είναι υπόθεση πάρα πολύ μεταγενέστερη.

Να, λοιπόν, γιατί είναι απολύτως αδύνατο να οριστούν τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας. Η ιστορία της περιοχής που φέρει αυτό το ιστορικό όνομα είναι τόσο παλιά και τα φυσικά ή στρατιωτικά της όρια έχουν αλλάξει τόσες πολλές φορές απ’ το 1000 π.Χ. μέχρι σήμερα, που κανείς πια δεν ξέρει τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από γεωγραφικής και εθνολογικής απόψεως. Άλλα ήταν τα όριά της και οι λαοί της επί Φιλίππου, άλλα επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, άλλα στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, άλλα στα χρόνια της τουρκικής κατάχτησης, άλλα στην πριν τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων (1913) περίοδο, και άλλα σήμερα. Όπως όλα τα σύνορα, αλλά περισσότερο απ’ όλα στην Ευρώπη αυτά της Μακεδονίας είναι εξόχως «ελαστικά», και κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια περιοχή θα ονομάζουν Μακεδονία οι γεωγράφοι της τρίτης χιλιετίας που έρχεται.

Τα παραπάνω σημαίνουν πως η σημερινή ελληνική Μακεδονία είναι μέρος μόνο μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής, που αναμφισβήτητα περιλαμβάνει και την περιοχή των Σκοπιών, αφού ήταν κι αυτή Μακεδονία, τόσο κατά την ελληνική αρχαιότητα και τη βυζαντινή περίοδο, όσο και κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής των Βαλκανίων.

Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι να καταλάβουμε τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από ιστορικής και γεωγραφικής απόψεως (το πρώτο το ξέρουμε, το δεύτερο δε θα το μάθουμε ποτέ με ακρίβεια), αλλά ποιοι είναι και ποιοι δεν είναι Μακεδόνες. Φυσικά, για τους σημερινούς Μακεδόνες της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας δε γεννάται πρόβλημα. Είναι Μακεδόνες γιατί είναι Έλληνες και γιατί κατοικούν σε μια περιοχή όπου πάντα υπήρχαν Έλληνες. Η λέξη Έλλην είναι έννοια γένους, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Η λέξη Μακεδών είναι έννοια είδους, πάλι κατά τον Αριστοτέλη. Μ’ άλλα λόγια η έννοια Έλλην είναι ευρύτερη της έννοιας Μακεδών. Δεν είναι όλοι οι Έλληνες Μακεδόνες, αυτό είναι αυτονόητο.

Από πολιτιστικής και όχι γεωγραφικής ή ιστορικής απόψεως, οι Μακεδόνες δεν μπορεί παρά να είναι Έλληνες. Όσοι Μακεδόνες μετέχουν του ελληνικού πολιτισμού, δεν μπορεί παρά να είναι και σήμερα Έλληνες, όπως ήταν πάντα από πολιτιστικής απόψεως, το τονίζω. Συνεπώς, Μακεδόνες δεν είναι αυτοί που κατοικούν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, τα όρια της οποίας είναι ευμετάβλητα κατ’ ανάγκην, αλλά αυτοί που μετέχουν σ’ έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, που λέγεται μακεδονικός, και που σαν τέτοιος δεν μπορεί παρά να είναι ελληνικός κατά κύριο λόγο.

Όμως, η λέξη Ελλάδα, με μια γεωγραφική έννοια, δεν είναι ούτε έννοια γένους ούτε έννοια είδους σε σχέση με τη λέξη Μακεδονία. Διότι, το είπαμε, καμιά γεωγραφική έννοια δεν παραμένει σταθερή. Αλλά και γιατί κανένας τόπος δεν γεννάει άλλον τόπο, έτσι αυτόματα και ερήμην των ανθρώπων που κατοικούν σ’ αυτόν. Η σημερινή Ελλάδα και η σημερινή ελληνική Μακεδονία, από γεωγραφικής απόψεως δεν είναι όμοιες με τις περιοχές που στην αρχαιότητα ονομάζονταν έτσι. Ενώ δεν έχουμε ιδέα ποια θα είναι η γεωγραφική τους μορφή στο μέλλον. Όμως, ξέρουμε σαφώς τι είναι η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός.

Και η απόφανσή μας για την ελληνικότητα μιας γεωγραφικής περιοχής δεν μπορεί παρά να γίνεται βάσει πολιτιστικών και όχι γεωγραφικών παραμέτρων. Άλλωστε, από εθνικής απόψεως συμφέρει να χρησιμοποιούμε μόνο τις πολιτισμικές παραμέτρους, διότι κανείς δεν μπορεί να ξέρει μέχρι πού μπορεί να φτάσει στο μέλλον ο ελληνικός πολιτισμός. Εκτός κι αν αναμένουμε παραπέρα συρρίκνωσή του, οπότε για την υποστήριξη των «εθνικών μας συμφερόντων», καταφεύγουμε στα ασταθή γεωγραφικά και τα βλακώδη αιματολογικά επιχειρήματα.

Το όνομα Μακεδονία που χρησιμοποιούν οι Σκοπιανοί για τη Δημοκρατία τους, δεν το πρωτοχρησιμοποίησε ο Τίτο. Μακεδονία ονόμαζαν οι Τούρκοι μια ευρύτατη περιοχή που εκτός της ελληνικής περιλάμβανε και την περιοχή των Σκοπιών, καθώς και ένα κομμάτι της Βουλγαρίας. Από την αρχαιότητα και μέχρι την επιτυχή για τους Έλληνες και τους Σέρβους έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων το 1913 δεν υπήρχε πρόβλημα ελληνικής, ή βουλγαρικής, ή σερβικής Μακεδονίας, για τον απλό λόγο πως ολόκληρη αυτή η περιοχή περνάει αδιαλείπτως απ’ τη μία (πολυεθνική) αυτοκρατορία στην άλλη. Από τη Ρωμαϊκή στη Βυζαντινή κι απ’ αυτήν στην Οθωμανική. Οι εν λόγω αυτοκρατορίες δεν είχαν κανέναν λόγο να καθορίσουν είτε τα ιστορικά, είτε τα γεωγραφικά, είτε τα πολιτιστικά όρια αυτής της συγκεκριμένης περιοχής, όπως και οποιασδήποτε άλλης εντός των ορίων τους. Το πρόβλημα, λοιπόν, προέκυψε με τον καθορισμό των συνόρων των βαλκανικών κρατών το 1913, ύστερα απ’ την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το κομμάτι της μέχρι τότε ενιαίας, ας την πούμε έτσι, «τουρκικής» Μακεδονίας που πέρασε στη Σερβία το 1913, ονομαζόταν από τότε, είτε Παλαιά Σερβία, είτε Άνω Μακεδονία. Και κανείς Έλληνας τότε δε διαμαρτυρήθηκε για τη χρήση του ονόματος Μακεδονία, προκειμένου για την καινούργια επαρχία της ήδη αυτόνομης Σερβίας. Γιατί στη σέρβική πλευρά ζούσαν ακόμα πάρα πολλές χιλιάδες Ελλήνων. Συνεπώς, από πολιτιστικής απόψεως, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η σέρβική (γεωγραφικά) Μακεδονία ήταν ελληνική (πολιτιστικά), πράγμα που δημιουργούσε την ελπίδα πως θα ήταν δυνατό κάποτε να γίνει και γεωγραφικά ελληνική.

Όμως, με τον καθορισμό των συνόρων το 1913, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Βουλγαρίας και της Σερβίας και οι σλαβικοί της Ελλάδας, είτε ανταλλάσσονται, είτε περνούν σιγά σιγά απ’ την άλλη πλευρά των συνόρων. Επί Οθωμανών, όλοι αυτοί ζούσαν σε μια ενιαία περιοχή, που ήταν τούρκικη. Με την μετακίνηση των πληθυσμών, το εθνολογικό πρόβλημα, εν πολλοίς αλλά όχι εντελώς, λύνεται αυτόματα, όπως γίνεται πάντα όταν προκύπτουν καινούργια σύνορα. Που, λίγο ως πολύ, είναι πάντα αυθαίρετα, γιατί είναι αδύνατο να χωριστεί ένας τόπος με ακρίβεια, βάσει εθνολογικών δεδομένων. Άλλωστε, πρόβλημα συνόρων προκύπτει μόνο όταν μια εθνότητα οργανώσει το δικό της κράτος, όπως έχει δικαίωμα βάσει του Διεθνούς Δικαίου, πράγμα που, ωστόσο, μπορεί να μην το διεκδικήσει ποτέ. (Η έννοια κράτος είναι νομική, η έννοια έθνος είναι πολιτιστική, η έννοια χώρα είναι γεωγραφική).

Το πρόβλημα, λοιπόν, με το όνομα Μακεδονία υπάρχει απ’ το 1913 και όχι απ’ το 1945 που ο Τίτο εγκαθίσταται στην εξουσία και, για λόγους δικής του πολιτικής σκοπιμότητας, δημιουργεί την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας, που μέχρι τότε ήταν περιφέρεια της Σερβίας και από πολλούς λεγόταν Μακεδονία. Οι Έλληνες δημαγωγοί ψεύδονται ασύστολα όταν λεν πως δεν μπορούσαν να θέσουν θέμα ονόματος ούτε το 1945 ούτε αργότερα. Διότι, λέει, ο Τίτο ήταν και κομμουνιστής και δικτάτωρ. Και διότι, επιπροσθέτως, ήταν ένας φιλοδυτικός που έπρεπε να τον καλοπιάνουμε και να του κάνουμε τα χατίρια, έτσι που μπήκε καρφί στο μάτι του Στάλιν.

Όμως, ξέρετε γιατί δεν μπήκε θέμα ονόματος τότε; Διότι η Ελλάδα, όπως και η Δύση άλλωστε, πίστευε πως τα κομμουνιστικά καθεστώτα όπου νάναι είτε καταρρέουν, είτε διαλύονται με επέμβαση έξωθεν, οπότε μια ανακατανομή των εδαφών στην περιοχή, σε όφελος της Ελλάδας, ήταν πολύ πιθανή. Δηλαδή, απ’ το 1945 και μετά η ελληνική διπλωματία σιωπά για το όνομα Μακεδονία ακριβώς για τον ίδιο λόγο που σιωπούσε από το 1913 μέχρι το 1945.

Πάντα καιροσκόποι οι Έλληνες διπλωμάτες και πάντα ανίκανοι να χαράξουν πολιτική που να ξεπερνάει πρόβλεψη εξαμήνου, κάνουν την πάπια και περιμένουν τις εξελίξεις. Που ήρθαν αλλά πάρα πολύ καθυστερημένα. Και το σημαντικότερο, με μια διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων από μέσα κι όχι απ’ έξω. Δηλαδή, όχι με μια άμεση επέμβαση των δυτικών, οπότε αυτοί θα μπορούσαν να επιβάλουν όρους και να κάνουν περίπου ό,τι θέλουν με την ανακατανομή των εδαφών, όπως γίνεται πάντα με τους νικητές, αλλά με μια καπιταλιστική διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών χωρών.

Τώρα τα πράγματα γίνονται δύσκολα για τους δυτικούς. Που τρέχουν να επωφεληθούν κατ’ αρχήν διά της διπλωματικής οδού και μετά, διά της στρατιωτικής. Μπορεί τα πράγματα να διαφοροποιηθούν κυρίως διά της στρατιωτικής οδού στο προσεχές μέλλον, αλλά προς το παρόν βρισκόμαστε στο κλασικό στάδιο του καθορισμού ζωνών επιρροής στην ευρύτατη περιοχή των πρώην σοσιαλιστικών χωρών. Όσο για την Ελλάδα, αυτή περιμένει τον επόμενο ενδοκαπιταλιστικό πόλεμο για να πάρει κανένα κοψίδι δίκην δώρου για την, μάλλον συμβολική συμμετοχή της σ’ αυτόν. Που, βέβαια, δεν είναι για αύριο, είναι για μετά το 2000 υποθέτω.

Θα πείτε ίσως, πώς θα ήταν δυνατό να προβλέψει η ελληνική διπλωματία τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία; Το πρόβλημα είναι σχετικά απλό, με την προϋπόθεση πως οι διπλωμάτες μας θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας με τα εθνολογικά και ιστορικά δεδομένα ενός κράτους κατά το μάλλον ή ήττον τεχνητού, που προέκυψε το 1918, κατ’ αρχήν ως βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων που μόνο το 1929 θα πάρει το όνομα Γιουγκοσλαβία. Που, άλλωστε, το σοφίστηκαν Γερμανοί και όχι Γιουγκοσλάβοι ιστορικοί. Και που σημαίνει Νοτιοσλαβία, δηλαδή χώρα των Νότιων Σλάβων. Αυτό το όνομα το επεξεργάστηκαν εθνολογικά και ιστορικά πρώτοι οι Κροάτες απ’ τους Νότιους Σλάβους, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν πως όλοι οι σλάβικοι πληθυσμοί της περιοχής πρέπει να ενωθούν σε ένα κράτος, προκειμένου να γλυτώσουν από τις εναλλασσόμενες κατακτήσεις της Κροατίας και της Σλοβενίας κυρίως από τους γείτονες κεντροευρωπαίους.

Όμως οι Νότιοι Σλάβοι (Γιουγκοσλάβοι) δεν είναι μια σαφής, ενιαία εθνότητα, είναι μια ομάδα υποεθνοτήτων, που οι σλαβολόγοι τους λεν έτσι για να τους ξεχωρίζουν από τους ανατολικούς (Ρώσοι κ.λπ.) και από τους κεντρώους, ή βορειοδυτικούς Σλάβους (Τσεχοσλοβάκοι, Πολωνοί). Δεν υπήρξε ποτέ στην περιοχή αυτή ενιαία εθνική συνείδηση, και τα προβλήματα φάνηκαν με τη δημιουργία της Γιουγκοσλαβίας. Που ευθύς αμέσως υποχρεώνεται να καταφύγει στη βασιλική δικτατορία για να διατηρήσει τη συνοχή της, που παίζονταν κάθε μέρα, κυρίως εξαιτίας των αποσχιστικών τάσεων των Κροατών, δηλαδή αυτών ακριβώς που έκαναν τα περισσότερα για την ένωση των Νότιων Σλάβων. Στους οποίους εντελώς λανθασμένα συναριθμούσαν οι φρέσκοι τότε Γιουγκοσλάβοι και τους Βούλγαρους, που όμως την κοπάνησαν απ’ τις διασκέψεις πριν παρθούν οι τελικές αποφάσεις για την ένωση των Νότιων Σλάβων σε ένα ενιαίο κράτος υπό το όνομα Γιουγκοσλαβία (Νοτιοσλαβία).

Τη δικτατορία του βασιλιά, που θα πληρώσει με τη ζωή του την ένωση των Νότιων Σλάβων, διαδέχεται ατάκα η δικτατορία του Τίτο. Μετά το θάνατό του όλοι πια ξέρουν πως η Γιουγκοσλαβία θα διαλυθεί. Και όλοι πλην των Ελλήνων σχεδιάζουν την πολιτική τους πολύ έγκαιρα με βάση τη σίγουρη διάλυση. Που η Ελλάδα, απλώς την απεύχεται. Ίσως να έγιναν και δεήσεις για να βάλει ο Θεός (των Ελλήνων) το χέρι του ώστε να προκόψει καμιά μετατιτοϊκή στρατιωτική δικτατορία. Αλλά, δυστυχώς για την ελληνική διπλωματία, δεν προέκυψε. Για την ελληνική διπλωματία προέκυψε το διπλωματικό πρόβλημα του ονόματος! Που η ίδια δημιούργησε. Αν όχι απ’ το 1913 που η Σερβία ενσωματώνει την περιοχή των Σκοπιών, αν όχι απ’ το 1918 που εμφανίζεται η ένωση, τουλάχιστον απ’ το 1929 που εμφανίζεται το όνομα Γιουγκοσλαβία και μαζί του η δικτατορία, η ελληνική διπλωματία, αν υπήρχε, θα έπρεπε να ξέρει πως η Γιουγκοσλαβία θα καταρρεύσει μαζί με τη δικτατορία, είτε τη βασιλική, είτε την τιτοϊκή.

Άλλωστε, όλος ο κόσμος ήξερε πως τα Σκόπια δεν είναι Γιουγκοσλα-βία, είναι Βουλγαρία κατ’ ουσίαν, και συνεπώς θά δημιουργηθεί εκεί μια ιδιάζουσα κατάσταση μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας. Η Σερβία ούτε καν κουνήθηκε να περισώσει τα Σκόπια. Και έτσι, οι Σκοπιανοί δεν ξέμειναν μόνο από προστάτη, όπως ήταν ο Σέρβος βασιλιάς ή ο Τίτο, ξέμειναν και από όνομα. Το όνομά τους είναι η ψυχή τους! Διότι οι πολλές εθνότητες (Σέρβοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Έλληνες) που κατοικούν στην περιοχή θα βολεύονταν μόνο κάτω από ένα «εθνικό» όνομα που κατ’ ουσίαν θα ήταν γεωγραφικό. Δώστους, λοιπόν, ένα ενοποιητικό των ποικίλων εθνοτήτων γεωγραφικό όνομα και πάρτους το βρακί.

Να γιατί οι Ευρωπαίοι θα ήθελαν να τους κάνουν δώρο ένα ηχηρό όνομα. Για να μη συνεχιστεί η πολυδιάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και όσον αφορά τις επιμέρους πρώην ομόσπονδες και νυν αυτόνομες δημοκρατίες.

Β. Ραφαηλίδης – «Οι λαοί των Βαλκανίων»

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

Οι Παροιμίες της Κόλασης

Ο δρόμος της υπερβολής οδηγεί στο παλάτι της σοφίας.
Η Σύνεση είναι μια πλούσια και άσχημη γεροντοκόρη που την φλερτάρει η Ανικανότητα.
Αυτός που επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.
Ρίξε στο ποτάμι εκείνον που αγαπάει το νερό.
Ο ηλίθιος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο που βλέπει ο σοφός.
Αυτός που το πρόσωπό του δεν αναδίδει φως, δεν θα γίνει ποτέ άστρο.
Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τους καρπούς του χρόνου.
Η εργατική μέλισσα δεν έχει καιρό για θλίψη.
Τις ώρες της τρέλας τις μετράει το ρολόι. Της σοφίας όμως, κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.
Οι τροφές που δεν χορταίνουν δεν πιάνονται με δίχτυ ή παγίδα.
Κανένα πουλί δεν ανεβαίνει στα ύψη, αν πετάει με τς δικές του φτερούγες.
Το νεκρό κορμί δεν παίρνει εκδίκηση για τις πληγές του.
Η πιο υψηλή πράξη είναι να επιδιώκεις μιαν άλλη.
Αν ο τρελός επέμενε στην τρέλα του θα γινόταν σοφός.
Η τρέλα είναι ο μανδύας της απάτης.
Η Ντροπή είναι ο μανδύας της Έπαρσης.
Οι φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του Νόμου, τα πορνεία με τους πλίνθους της Θρησκείας.
Οι χαρές γονιμοποιούν. Οι λύπες γεννούν.
Αυτό που σήμερα είναι αποδεδειγμένο, κάποτε δεν ήταν παρά γέννημα της φαντασίας.
Λέγε πάντα ελεύθερα την γνώμη σου κι ο τιποτένιος θα σε αποφύγει.
Το πρωί να σκέφτεσαι, το μεσημέρι να πράττεις, το βράδυ να τρως, την νύχτα να κοιμάσαι.
Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήριο.
Ποτέ δεν θα μάθεις τι είναι αρκετό αν δεν μάθεις τι είναι περισσότερο από αρκετό.
Ο άτολμος είναι τολμηρός στον δόλο.
Αν οι άλλοι δεν ήταν ανόητοι θα ‘πρεπε να ‘μασταν εμείς.
Η κατάρα τονώνει, η ευχή χαλαρώνει.
Οι προσευχές δεν οργώνουν! Οι ύμνοι δεν θερίζουν!
Η πρόοδος φτιάχνει ίσιους δρόμους, αλλά οι ανώμαλοι δρόμοι χωρίς την πρόοδο, είναι οι δρόμοι της ιδιοφυίας.
Η Αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί έτσι που να είναι κατανοητή, αλλά όχι πιστευτή.
Φτάνει ή περισσεύει….

Ουίλιαμ Μπλέηκ - Οι γαμοί του ουρανού και της κόλασης (απόσπασμα)

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

Χαϊκού

Αποκοιμήθηκα
Ξύπνησα και είχε
περάσει η άνοιξη.

Γιόσα Μπουσόν


Ποτέ μην ξεχνάς
Περπατάμε στην κόλαση
χαζεύοντας λουλούδια.

Μπορεί αυτός ο κόσμος
να είναι ένα λάθος
αλλά οι κερασιές ανθίζουν .

Κομπαγιάσι Ίσσα


Στον καθρέφτη του νερού
Δυσπιστείς
Την ίδια σου την όψη.

Σενρύου


Χρόνο το χρόνο
η μάσκα του πιθήκου
φανερώνει τον πίθηκο.

Ματσούο Μπασό


Σου παραδόθηκα
(εσύ θα μπορούσες;)
όπως οι ρυτίδες του νερού
παραδίνονται
στον ήρεμο άνεμο.

Ονο-Νο Κομάτσι

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019

Κάποιοι δεν γράφουν ποιήματα, γράφουν ζωή

Όπου να 'ναι θα πεθάνουνε
τα τζιτζίκια. Όσο τ' ακούμε
δεν το σκεφτόμαστε.

Μιαν αστραπή:
Μες το σκοτάδι αστράφτει
του ερωδιού η κραυγή.

Σ' ένα κλαρί νεκρό
κάποιο κοράκι στάθηκε
του φθινοπώρου δείλι.

Δεν καίει λάδι πια στη λάμπα μου,
ξάπλωσα. Και μες τη νύχτα
να μπαίνει το φεγγάρι απ' το παράθυρο.

Φεγγάρι ολόγιομο.
Τριγύρω απ' τη λίμνη όλη τη νύχτα
περιπλανήθηκα.

Τα νερά του καταρράκτη διαυγή.
Μέσα στα κύματα άσπιλα
λάμπει η σελήνη καλοκαιρινή.

Ξύπνα, ξύπνα, φωνάζω,
φίλη μου εσύ μοναχή,
πεταλούδα, που τώρα κοιμήθηκες.

Πρώτη του χειμώνα νεροποντή.
Ο πίθηκος μοιάζει κι αυτός
ένα βρόχινο να ζητάει παλτό.

Αρρώστησα ταξιδεύοντας,
τα όνειρα μου τώρα πλανώνται
σ' ένα λειμώνα γυμνό.

Ματσούο Μπάσο (1644 - 1694)

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

Φλομπέρ προς Κολέτ

Ιούλιος 1846

Είμαι δεμένος στο σώμα σου σαν άγριο σκυλί σε πάσσαλο και αλυχτάω, όχι γιατί θέλω να λευτερωθώ και να το σκάσω, αλλά επειδή δεν σε φέρνουνε σε μένα μια ώρα αρχύτερα να κόψω με τα δόντια μου τις σάρκες σου, αυτές που ντύνεσαι για να είσαι «όπως πρέπει» μπρος στους τρίτους. Το πάθος μου για σένα συγκρίνεται μονάχα με ένα μάτσο απρέπειες μη εξημερωμένου ζώου. Θέλω να σε απολαύσω αργά. Θα μένω λοιπόν κάμποσο νηστικός. Θα αφήνω την πείνα μου να ξαναμεγαλώνει σαν κλαδεμένο κλαρί, για να σε ευχαριστηθώ πάλι από την αρχή. Δεν θα σε λυπάμαι που θα κείτεσαι κι εσύ αιχμαλωτισμένη. Θα σε ποδοπατάω. Κανείς δεν λυπάται κάτι το θεϊκό. Κανείς δεν δείχνει ευσπλαχνία για το αναίτια υπέροχο. Θα τα υποστείς όλα μέχρι να γιατρευτεί η λύσσα του έρωτά μου.

15 Αυγούστου 1846

Θα σε σκεπάσω με έρωτα την επόμενη φορά που θα ιδωθούμε. Τα χάδια θα έχουν έκταση. Θα σε μπουκώσω με όλες τις χαρές της σάρκας μέχρι να λιγοθυμήσεις, να πέσεις να πεθάνεις. Θέλω μαζί μου να τα χάσεις ολότελα και να ομολογήσεις κρυφά στον εαυτό σου ότι ποτέ δεν είχες τολμήσει να ονειρευτείς τέτοιο παραλήρημα…

Όταν γεράσεις, θέλω να νοσταλγείς αυτές τις λίγες ώρες, θέλω να ανατριχιάζεις ολόκληρη από την παλιά χαρά όταν στον νου σου θα τη φέρνεις.

Γενάρης 1854

Δεν θα με κουράσουν ποτέ οι συναντήσεις μας. Μπορεί ο άνθρωπος να χορτάσει το νερό; Μπορεί το χορτάρι να βαρεθεί τον ήλιο; Μπορεί η κορφή ου ψηλού βουνού να θελήσει να τινάξει από πάνω της το παγωμένο χιόνι; Εσύ αγάπη μου, είσαι απ’ τις ανάγκες η πιο ζωτική. Δεν έχεις τίποτα απ’ τις άλλες – όλες μαζί – να ζηλέψεις.
Θα πέσω οριζόντια με τα χέρια παραδομένα, ανήμπορα, θα ανοίξω το στόμα διάπλατα, θα κρατήσω τα βλέφαρα ορθάνοιχτα, θα εκθέσω την καρδιά μου άφοβα, να μου δοθείς με όποιο τρόπο σταθεί δυνατό. Σαν ήλιος, σα φως, σαν αέρας, σα νερό, σα ζωή, σα θάνατος, σαν αγάπη. Είμαι αχόρταγος άνθρωπος και θα σε πείσω γι’ αυτό. Είμαι πειναλέος άνθρωπος και πείσε με γι’ αυτό. Λουίζ, σε χρειάζομαι. Επισκέψου με «πανταχόθεν…».

επιστολές του Γκουστάβ Φλομπέρ προς την Λουιζ Κολέτ

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Φθινοπωρινοί στίχοι

Όταν η σκέψη μου πάει σ’ εσένα αρωματίζεται
τόσο γλυκό είναι το βλέμμα σου που γίνεται βαθύ.
Κάτω απ’ τα γυμνά πόδια σου υπάρχει ακόμη ασπράδα του αφρού,
και στα χείλη σου συγκεντρώνεται όλη η χαρά του κόσμου.

Ο φευγαλέος έρωτας έχει μικρή μαγεία,
και προσφέρει όμοια ηδονή και πόνο.
Πριν μια ώρα έγραψα ένα όνομα πάνω στο χιόνι
πριν μια στιγμή πρόφερα την αγάπη μου πάνω στην άμμο.

Τα ξερά φύλλα πέφτουν στη δεντροστοιχία,
όπου πλανιώνται τόσοι ερωτευμένοι.
Στην κούπα του Φθινοπώρου ένα αβέβαιο κρασί μένει
όπου θα φυλλορροήσουν, Άνοιξη, τα τριαντάφυλλά σου.

Ρούμπεν Δάριο - Φθινοπωρινοί στίχοι

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Μια μέρα

Μια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα που δε θα μιλάει για τον αέρα ή για τη νύχτα,
ένα ποίημα χωρίς τα ονόματα των λουλουδιών, χωρίς γιασεμιά ή μανόλιες.
Μια μέρα θα γράψω ένα ποίημα χωρίς πουλιά ούτε πηγές, ένα ποίημα που θ’ αποφεύγει τη θάλασσα
και δε θα κοιτάζει τα’ άστρα.
Μια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα που θα μιλάει μόνο για το χάδι στο δέρμα σου
και θα μεταφράζει τη ματιά σου σε λέξεις.
Χωρίς συγκρίσεις, χωρίς μεταφορές, μια μέρα θα γράψω ένα ποίημα που θα έχει το άρωμά σου,
ένα ποίημα με τους παλμούς της καρδιάς σου, με τη συνθλιπτική περίπτυξη των χεριών σου.
Μια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα, το τραγούδι της ευτυχίας μου.

Δάριο Χαραμίλιο Αγκουδέλο - Μια μέρα