Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Ερωτικές σκηνές

Από ετούτη τη στιγμή εγώ, άσχετα με το αν αυτή πράγματι το διαβάζει στα κρυφά ή όχι, θα θεωρήσω πως το κάνει και θα γράφω αυτό το ημερολόγιο με την αίσθηση ότι της μιλάω.

Μπήκα μέσα ταραγμένος, φλεγόμενος ολόκληρος από τις προθέσεις. Πήγα κοντά της σιγά-σιγά, σαν να αποκάλυπτα ένα παράνομο μυστικό. Τότε γύρισε και στάθηκε απέναντί μου. Κοιταχτήκαμε, σαν να αναγνωρίζαμε ο ένας στην όψη του άλλου το μοναδικό πλάσμα στη γη. Όσο για μένα ήμουνα βέβαιος: δε μου έφτανε μια ολόκληρη ζωή για να ατενίζω εκείνα τα μάτια. Οι στάχτες που μισοκοιμόντουσαν στα μάτια της τώρα, άναβαν, γίνονταν πυρκαγιά. Το δάχτυλο μου άγγιξε την γωνία του στόματός της. Πρώτα άγγιξα τα δόντια της, μετά αισθάνθηκα το σάλιο της. Σάλιο καυτό, δεν ήταν μόνο το δάχτυλο μου, ήμουν εγώ ολόκληρος που εισέδυα σ' αυτή την υδάτινη σπηλιά. Άλλο ένα δάχτυλο εισχώρησε στο εσωτερικό της, νευρικό από την πολλή χαρά. Εκεί έξω η θάλασσα άφριζε, λυσσομανούσε. Ο άνεμος ξέσπασε με μεγαλύτερη μανία, τα κύματα άρχισαν να σαρώνουν τα πάντα χωρίς σεβασμό. Ακόμα κι εκεί στην ασφάλεια της κάμαράς μας, το νερό κυλούσε. Ούτε που το προσέχαμε καθόλου. Ο κόσμος είχε χαθεί και η θάλασσα δεν είχε καμιά σημασία. Τα βρεγμένα χέρια της Φαρίδα παραμέρισαν τα ρούχα, τα δάχτυλα της ήταν από νερό. Ξάπλωσε στο σιδερένιο πάτωμα. Βυθιστήκαμε με χειρονομίες πνιγμένων. Τα κύματα λίκνιζαν τα κορμιά μας σ' ένα γλυκό πηγαινέλα. Οι δυο μας είχαμε γίνει ένα, ένα νησί που αναδύεται από το απέραντο τίποτα.

Η νύχτα ήταν γαλήνια...Σιγά-σιγά χαλάρωσε ο κόμπος που έσφιγγε το μυαλό του Φρανσίσκο. Ένιωσε την ομορφιά του ουρανού, τη γλυκιά θαλπωρή της γης, την έντονη μυρωδιά της εξοχής, την επαφή της Ιρένε πάνω στο κορμί του...Εκείνη πρόσεξε την αλλαγή στο ρυθμό της ανάσας του, σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε.... Σε μιαν αστραπή σύνεσης ο Φρανσίσκο κατάλαβε πως δεν έπρεπε να υποκύψει στην παρόρμηση να κυλιστεί αμέσως μαζί της στο χώμα βγάζοντάς της βίαια τα ρούχα και σκίζοντας τις ραφές τους στο παραλήρημα της βιασύνης του....Έλυσε τα κορδόνια από τα σανδάλια της και φανερώθηκαν τα παιδικά της πόδια, που βάλθηκε να χαϊδεύει αναγνωρίζοντάς τα, γιατί τα είχε ονειρευτεί αθώα κι ανάλαφρα...(η Ιρένε) ποτέ δεν είχε χαρεί με τόση αγαλλίαση το πανηγύρι των αισθήσεων, πάρε με, κούρσεψέ με, δέξου με, γιατί με τον ίδιο τρόπο σε παίρνω, σε κουρσεύω, σε δέχομαι κι εγώ...Ξύπνησαν με τις πρώτες λάμψεις της αυγής και τη φασαρία των σπουργιτιών, έκθαμβοι από το σμίξιμο των κορμιών και τη συνενοχή του νου τους...

... Βλέποντας τον νεαρό, η Μπλάνκα κατακοκκίνησε απότομα. Όλους αυτούς τους μήνες που είχαν περάσει χώρια, εκείνος είχε ψηθεί μες στη σκληρή δουλειά για να γίνει άντρας και εκείνη, αντίθετα, ήταν κλεισμένη μες στους τοίχους του σπιτιού, και στις καλόγριες, προστατευμένη από τις δυσκολίες της ζωής... Ανέπνευσε την καινούργια του μυρουδιά, τρίφτηκε πάνω στο άγριο δέρμα του, έπιασε εκείνο το λιγνό και αδύνατο κορμί και ένιωσε μια μεγαλειώδη και ολοκληρωτική γαλήνη, που δεν έμοιαζε καθόλου με την αναστάτωση που είχε πιάσει εκείνον...κι έπεσαν γονατιστοί, καθώς φιλιόντουσαν απελπισμένα και ύστερα κύλησαν πάνω στο μαλακό κρεβάτι της μουσκεμένης γης. Ανακάλυπταν ο ένας τον άλλο για πρώτη φορά και δεν είχαν τίποτα να πουν... Το φεγγάρι διέσχισε όλο τον ορίζοντα, αλλά εκείνοι δεν το είδαν..

Χτες είχαμε Πανσέληνο. Το Φεγγάρι εδώ είναι τόσο εξωπραγματικά μεγάλο που τρομάζει τους ανθρώπους και τους κάνει να κρύβονται στα σπίτια τους. Πιάνει το μισό ουρανό και τα βάφει όλα κόκκινα. Εδώ το Φεγγάρι είναι και άντρας και γυναίκα - ανδρόγυνο. Είναι ο πραγματικός άντρας όλων των γυναικών, όπως πιστεύουν οι Μαορί, ο φαλλός του φεγγαρογέννητου Έρωτα, στις φαλλικές λατρείες της αρχαιότητας και ταυτόχρονα η "Σφαίρα", το σύμβολο των Ορφικών Μυστηρίων και η Dea Mea ... Αλλά όταν είναι γεμάτο, όπως τώρα, είναι κυρίως θηλυκό - έτσι πίστευαν οι αρχαίοι. Κάποια στιγμή, αντιλήφθηκα ότι οι άλλοι είχαν σκορπιστεί κι ότι ήμουν μόνος στη μέση της ταράτσας, όρθιος με τα χέρια ψηλά, να την καλώ: Έλα, έλα ... Την περίμενα σαν την πιο φανταστική γκόμενα. Και ήταν. Ήταν η μάνα μου, ήταν όλες οι γυναίκες μαζί, κι εγώ κι εσύ ... Φαλλός και Μήτρα. Το Σύμπαν. Και τότε άρχισε να ξεπροβάλλει πίσω από το σκοτεινό βουνό, πρώτα σαν μία λεπτή φέτα από φως που μεγάλωνε και στρογγύλευε και γέμιζε τον ουρανό σαν τεράστιος δίσκος ... Φλέρταρα μαζί της. Την προκαλούσα. Φως στο φως, αίμα στο αίμα, σάρκα στη σάρκα ... Παραληρούσα. Γελούσα, τραγουδούσα, χόρευα, ξεφώνιζα, μούγγριζα ... Τα ρούχα είχαν πέσει από πάνω μου και τρόμαξα βλέποντας τη φοβερή στύση μου. Ποτισμένος στον ιδρώτα, μέσα σ΄ένα πραγματικό ντελίριο που δεν είχα ξαναδοκιμάσει, έβλεπα εσένα κι εμένα στο πρόσωπο του Φεγγαριού, ένα θηλύμορφο αρσενικό Φεγγάρι, και καθώς χόρευα και τραγουδούσα και φώναζα, η μανία μου μεγάλωνε και φούντωνε ώσπου έπεσα πάνω στη στοίβα με τα ρούχα μου, στο πάτωμα, σφαδάζοντας. Ήταν ένας οργασμός που ποτέ δεν θα μπορέσω να σου περιγράψω την έντασή του. Να λοιπόν που κάναμε έρωτα, Χριστίνα. Όχι τον φτωχό έρωτα που θα κάναμε αν ανταποκρινόμουν στις κρυφές και φανερές μας επιθυμίες, αλλά έναν έρωτα που ήταν μοναδική κι ανεπανάληπτη εμπειρία. Ήταν κάτι που εσύ κι εγώ, σαν δυο ξεχωριστά κορμιά πάνω σ΄ένα κρεβάτι, δε θα μπορούσαμε να είχαμε πραγματοποιήσει ποτέ

Ξαναφιληθήκαμε. Κι αυτή την φορά το φιλί μας ήταν μακρόσυρτο και πεινασμένο και σκληρό κι οι μύες στην πλάτη της κινούνταν με έναν ζωώδη τρόπο....Δεν είχα αγκαλιάσει ποτέ κορμί που να ταιριάζει στο δικό μου όπως ταίριαζε το δικό της. Κάθε καμπύλη και κάθε κοίλωμα συνενωνόταν σχηματίζοντας ένα τέλειο σύνολο. Η γλώσσα της ήταν γλυκιά. Έγδερνε το εσωτερικό του στόματός μου, ώσπου το μόνο πράγμα που ήθελα στον κόσμο ήταν να ξαναμπώ στο αυτοκίνητο και να τελειώσω προτού εκραγώ πάνω της...Το φιλί ήταν μανιασμένο, συναρπαστικό και μ' έκανε να νιώσω μια δόση τρέλας ν' απλώνεται ανάμεσά μας σαν λεπτό πυρακτωμένο σύρμα.

Σ΄αγαπώ μ΄ένα τρόπο φοβερό. Φοβερό με την έννοια της αλλήθωρης αντίθεσης όλης της ηθικής, που κάνει πάλι όλη την ηθική προσωποποίηση των επτά θανάσιμων αρετών

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Ζαν Μισέλ Γκενασιά

Δεν γνώριζα ούτε τον τίτλο, ούτε τον συγγραφέα του μυθιστορήματος. Ξεφυλλίζοντάς το, στάθηκα τυχαία σε μια παράγραφο. Διάβασα τρία αποσπάσματα, τα οποία απείχαν μεταξύ τους γύρω στις πενήντα σελίδες. Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις το χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το που βλέπουμε έναν άνθρωπο, καταλαβαίνουμε αν θα γίνει φίλος μας ή όχι.

Αναβάλλουμε, περιμένοντας τη στιγμή που θα είμαστε καλύτερα, κι έτσι περνούν οι μέρες και τα χρόνια, με τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες ή και να ξεχνιούνται.

Αποφεύγουμε να λέμε στα παιδιά τι έγινε πριν γεννηθούν. Αρχικά είναι πολύ μικρά για να καταλάβουν, ύστερα είναι πολύ μεγάλα για ν’ ακούσουν, μετά δεν έχουν καιρό για τέτοια, ώσπου στο τέλος είναι πια πολύ αργά Αυτά έχουν οι οικογένειες. Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι. Ζητάμε θαύματα απ’ τους δεσμούς αίματος: μια αρμονική συνύπαρξη που είναι εντελώς ανέφικτη· απόλυτη εμπιστοσύνη· σχέσεις που μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Παραμυθιαζόμαστε με τα ψέμα της συγγένειας.

Η δημοκρατία δεν είναι παρά μια απάτη που επινόησε η αστική τάξη για να έχει τον μόνιμο έλεγχο του συστήματος. Πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συζήτηση. Οι ατομικές ελευθερίες είναι παγίδες και χίμαιρες. Τι να την κάνεις την ελευθερία έκφρασης, αν παίρνεις έναν μισθό της πείνας και ζεις σε συνθήκες εξαθλίωσης; Μπορεί να λες ελεύθερα τι σκέφτεσαι, ν’ απολαμβάνεις τις λεγόμενες θεμελιώδεις ελευθερίες της ψευτο-δημοκρατίας κι η ζωή σου να ’ναι κόλαση. Έγιναν επαναστάσεις και πόλεμοι. Κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Τίποτα δεν αλλάζει. Τα θύματα της εκμετάλλευσης είναι πάντοτε τα ίδια.

αποσπάσματα από το βιβλίο, Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων