Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Γυναίκες

Αν είχε γράψει η Εύα τη Γένεση, πώς να ήταν άραγε η πρώτη νύχτα έρωτα του ανθρώπινου γένους; Η Εύα θα άρχιζε δηλώνοντας πως δεν είχε γεννηθεί από κανένα παΐδι, ότι δεν γνώριζε κανέναν όφι, ότι δεν πρόσφερε μήλα σε κανέναν και ότι ο Θεός δεν της είπε ποτέ ότι θα κοιλοπονάει στη γέννα κι ότι ο άντρας θα είναι το αφεντικό. Ολα αυτά είναι σκέτα ψέματα, δηλώσεις του Αδάμ στον Τύπο...

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας έγινε πέντε αιώνες πριν από τη γέννηση του Χριστού. Η Αρτεμισία, η πρώτη γυναίκα ναύαρχος της παγκόσμιας ιστορίας, είχε προειδοποιήσει τον Ξέρξη, τον βασιλιά της Περσίας: το στενό της Σαλαμίνας δεν ήταν το κατάλληλο μέρος για τα βαριά περσικά πλοία που θα πολεμούσαν τις ευέλικτες ελληνικές τριήρεις.
Ο Ξέρξης δεν την άκουσε. Ομως κατά τη διάρκεια της μάχης, όταν ο στόλος του είχε υποστεί βαρύ πλήγμα, αναγκάστηκε να παραχωρήσει τη διοίκηση στα χέρια της Αρτεμισίας, κι έτσι μπόρεσε να σώσει τουλάχιστον κάποια πλοία και κάτι από την τιμή του. Ο Ξέρξης, ντροπιασμένος, παραδέχτηκε: «Οι άνδρες έγιναν γυναίκες και οι γυναίκες άνδρες». Στο μεταξύ, μακριά από εκεί, ένα παιδί με το όνομα Ηρόδοτος έκλεινε τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του. Αργότερα, θα διηγιόταν αυτή την ιστορία.

Η Αφροδίτη ήταν η πρώτη γυμνή γυναίκα στην ιστορία της ελληνικής γλυπτικής. Ο Πραξιτέλης τη σμίλεψε με τον χιτώνα πεσμένο στα πόδια της, αλλά η Κως απαίτησε από τον γλύπτη να την ντύσει.
Ομως μια άλλη πόλη, η Κνίδος, την καλωσόρισε προσφέροντάς της έναν βωμό. Και στην Κνίδο έζησε η πιο γυναικεία θεά, η πιο θεϊκή γυναίκα. Μολονότι κλειδωμένη και καλά φυλαγμένη, οι φύλακες δεν μπορούσαν να αποτρέψουν την εισβολή ορισμένων τρελά ερωτευμένων μαζί της. Κάποια μέρα, μην αντέχοντας άλλο την παρενόχληση, η Αφροδίτη το ’σκασε...

Ολη η εξουσία στις συνοικίες. Κάθε συνοικία ήταν μια συνέλευση. Και παντού γυναίκες: εργάτριες, μοδίστρες, φουρνάρισσες, μαγείρισσες, ανθοπώλισσες, παραμάνες, καθαρίστριες, σιδερώτριες, σερβιτόρες. Ο εχθρός αποκαλούσε pétroleuses, δηλαδή φλογοβόλες, εκείνες τις φλογερές γυναίκες που απαιτούσαν τα δικαιώματα που αρνιόταν να τους δώσει η κοινωνία, η οποία όμως απαιτούσε τόσα πολλά από αυτές. Ενα από τα αιτήματα ήταν η γυναικεία ψήφος.
Στην προηγούμενη επανάσταση, του 1848, η κυβέρνηση της Κομμούνας το είχε αρνηθεί με οχτακόσιες ενενήντα εννέα ψήφους κατά και μία υπέρ (ομοφωνία πλην ενός).
Η δεύτερη Κομμούνα συνέχιζε να κωφεύει στα αιτήματα των γυναικών, όμως τον λίγο καιρό που διήρκεσε οι γυναίκες συμμετείχαν σε όλες τις δημόσιες συζητήσεις, ύψωναν οδοφράγματα, φρόντιζαν τους λαβωμένους, τάιζαν τους στρατιώτες, έπαιρναν τα όπλα των σκοτωμένων κι έπεφταν πολεμώντας, με το κόκκινο μαντίλι στον λαιμό, που ήταν το μόνο διακριτικό της στολής τους.
Στη συνέχεια, με την ήττα, όταν ήρθε η ώρα να εκδικηθεί η προσβεβλημένη εξουσία, τα στρατιωτικά δικαστήρια δίκασαν πάνω από χίλιες γυναίκες. Μία από τις καταδικασμένες που εκτοπίστηκαν ήταν και η Λουίζ Μισέλ.
Η αναρχική δασκάλα είχε προσχωρήσει στον αγώνα με μια παλιά καραμπίνα, και στη μάχη είχε κερδίσει ένα ολοκαίνουργιο Ρέμινγκτον. Στις τελευταίες ταραχές γλίτωσε τον θάνατο, αλλά την έστειλαν πολύ μακριά, στο νησί Νέα Καληδονία…

Δεν με παίρνει ο ύπνος. Μια γυναίκα διασχίζει διαρκώς τα βλέφαρά μου. Αν μπορούσα, θα της έλεγα να φύγει, όμως μια γυναίκα διασχίζει διαρκώς το λαρύγγι μου.

"Οι γυναίκες" του Εντουάρντο Γκαλεάνο