Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Έκο ξανά

Είδα καμιά εικόνα, το χώρο, το παιδί; Όχι, ήταν απλώς σαν ν’ ανάβλυζαν φράσεις, αλληλουχίες λέξεων, γραμμένες σε μια ιστορία που είχα διαβάσει κάποτε. Flatus vocis.
----Τα δεμένα βιβλία δεν μπορεί να ήταν δικά μου. Σίγουρα θα τα είχα πάρει από τον παππού ή θα τα είχαν φέρει οι θείοι μου από το γραφείο του παππού για διακοσμητικούς λόγους. Τα περισσότερα ήταν τα cartonnés της Collection Hetzel, όλα τα έργα του Βερν, με κόκκινο δέσιμο και επίχρυσες μπορντούρες, πολύχρωμα εξώφυλλα με χρυσά στολίδια... Ίσως να έμαθα γαλλικά από αυτά ακριβώς τα βιβλία• και πήγαινα πάλι με σίγουρο χέρι στις πιο εντυπωσιακές εικόνες, τον καπετάν Νέμο, που από το μεγάλο φινιστρίνι του Ναυτίλου βλέπει το γιγάντιο χταπόδι, το αερόπλοιο του Ροβήρου του Κατακτητή, γεμάτο με τ’ αγκάθια των κεραιών της τεχνολογίας, το αερόστατο που πέφτει στη Μυστηριώδη Νήσο ( - Ανεβαίνουμε; - Όχι, ίσα ίσα, κατεβαίνουμε! – Ακόμα χειρότερα, κύριε Κύρο, γκρεμιζόμαστε!), το τεράστιο βλήμα που είναι στραμμένο προς τη σελήνη, τις σπηλιές του κέντρου της γης, τον πεισματάρη Κεραμπάν, και τον Μιχαήλ Στρογκόφ... Ποιος ξέρει πόσο θα πρέπει να με τάραξαν εκείνες οι μορφές που αναδύονταν πάντα από ένα σκούρο φόντο και σχηματίζονταν από μαύρες λεπτέ γραμμές που εναλλάσσονταν με άσπρες ουλές, ένα σύμπαν χωρίς ομοιογενείς χρωματικές ζώνες, ένα όραμα φτιαγμένο από γρατζουνιές, γραμμώσεις, εκτυφλωτικές αντανακλάσεις χωρίς περιγράμματα, ένας κόσμος μέσα από τα μάτια ενός ζώου με τελείως ιδιότυπο αμφιβληστροειδή, ίσως έτσι να τον βλέπουν τα βόδια ή τα σκυλιά ή οι σαύρες. Ένας ανελέητος κόσμος της νύχτας ιδωμένος μέσα από ένα παντζούρι με λεπτότατες περσίδες. Μέσα από εκείνα τα χαρακτικά έμπαιναν στο φωτοσκιασμένο κόσμο της μυθοπλασίας: σήκωνα τα μάτια από το βιβλίο και έβγαινα, πληγωνόμουν από την λιακάδα κι ύστερα πάλι μέσα, σαν ένας δύτης που βουλιάζει σε βάθη όπου δεν διακρίνονται πια τα χρώματα. Άραγε να ‘καναν έγχρωμες ταινίες εμπνευσμένες από τον Βερν; Τι γίνεται ο Βερν χωρίς αυτά τα χαρακτικά, χωρίς αυτά τα γδαρσίματα που γεννούν φως μόνο εκεί όπου το κοπίδι του χαράκτη έσκαψε ή άφησε ανάγλυφη την επιφάνεια;

Ουμπέρτο Έκο - Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα

Προυστ ξανά

Κι αυτή ακόμη η αγάπη για μια μουσική φράση φάνηκε για λίγο πως θα μπορούσε να δώσει στον Σουάν μια κάποια δυνατότητα να ξανανιώσει. Από καιρό είχε πάψει να καθοδηγεί τη ζωή του σ’ έναν ιδανικό στόχο, την περιόριζε ν’ αναζητεί καθημερινές ικανοποιήσεις, κι έτσι θεωρούσε, χωρίς ποτέ να θέλει να το αναγνωρίσει ξεκάθαρα. πως αυτή η κατάσταση δε θ’ άλλαζε ως το θάνατό του• και πέρ’ απ’ αυτό, επειδή δε γυρνούσε η σκέψη του σε μεγάλες ιδέες, είχε πάψει να πιστεύει στην πραγματικότητα τους, χωρίς όμως και να μπορεί ν’ αρνηθεί ολότελα αυτή την πραγματικότητα. Έτσι είχε συνηθίσει να καταφεύγει σε σκέψεις χωρίς σημασία, που του επέτρεπαν να μην ασχολείται με την ουσία των πραγμάτων. Κι όπως αναρωτιόταν αν δε θα ‘ταν προτιμότερο να μην πηγαίνει στις κοσμικές συγκεντρώσεις, αλλά ήξερε με βεβαιότητα πως αν δεχόταν μια πρόσκληση, θα ‘πρεπε να παραβρεθεί, και πως αν ύστερα δεν έκανε μια επίσκεψη, θα ‘πρεπε ν’ αφήσει κάρτες, έτσι και στις συζητήσεις που προσπαθούσε να μην εκφράζει ποτέ με πάθος μιαν ενδόμυχη γνώμη για τα πράγματα, αλλά να δίνει υλικές λεπτομέρειες που είχαν τη δικιά τους αξία και του επέτρεπαν να μην δίνει τη δικιά του γνώμη. Προσδιόριζε με απόλυτη ακρίβεια μια συνταγή μαγειρικής, την ημερομηνία της γέννησης ή του θανάτου κάποιου ζωγράφου, την ονομασία των έργων του. Κάποτε, παρ’ όλα αυτά, αφηνόταν και διατύπωνε μια κρίση για ένα έργο, για τον τρόπο αντιμετώπισης της ζωής, αλλ’ έδινε τότε στα λόγια του έναν τόνο ειρωνικό, λες και δεν αποδεχόταν ολότελα αυτά που έλεγε. Όπως σε μερικούς ασθενικούς μια ξαφνική αλλαγή τόπου, μια καινούργια δίαιτα, κάποτε και μια οργανική αλλαγή, αυθόρμητη κι αινιγματική, φαίνεται να φέρνει μια τέτοια υποχώρηση της ασθένειας, που αρχίζουν ν’ αντιμετωπίζουν την ανέλπιστη δυνατότητα να ξεκινήσουν, στα τελευταία τους, μια καινούργια ζωή, έτσι κι ο Σουάν έβρισκε μέσα του, μέσα στην ανάμνηση της φράσης πού ‘χε ακούσει, μέσα σε μερικές σονάτες πού ‘χε ζητήσει να του παίξουν για να δει μήπως θα την ανακάλυπτε σ’ αυτές, έβρισκε την παρουσία μιας απ’ αυτές τις αόρατες πραγματικότητες στις οποίες είχε πάψει να πιστεύει, και στις οποίες, λες και η μουσική είχε πάνω στην ηθική αδιαφορία που τον καταπονούσε μιαν εκλεκτική επίδραση, αισθανόταν πάλι την επιθυμία και σχεδόν τη δύναμη ν’ αφιερώσει τη ζωή του. (...)

Μαρσέλ Προυστ - Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο - Από τη μεριά του Σουάν Τόμος 2ος, «Ένας Έρωτας του Σουάν» 

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Πόρτσια ξανά

Καμιά φορά χρειάζομαι τη λάμψη ενός σπίρτου για να φωτίσω τ΄ αστέρια.

Εκείνος που έχει φτιάξει χίλια πράγματα κι εκείνος που δεν έφτιαξε κανένα, έχουν την ίδια επιθυμία: να φτιάξουν ένα πράγμα.

Όποιος φτιάχνει ένα παράδεισο από το ψωμί του, από την πείνα του φτιάχνει μια κόλαση.

Πάντα για να σώσεις τη στιγμή, την αιώνια στιγμή, χαμογελάς μια στιγμή, πάντα.

Το βαθύ όταν το δεις σε βάθος, είναι επιφάνεια.

Υπάρχουν όνειρα που έχουν ανάγκη από ξεκούραση.

Το παιδί δείχνει το παιχνίδι του, ο άντρας το κρύβει.

Αφού δε σκέφτεσαι ν΄ αλλάξεις δρόμο, γιατί ν΄ αλλάξεις οδηγό;

Όπου δεν υπάρχει κάτι καλό να το δείξουμε, η νύχτα είναι το καλό.

Το δέντρο είναι μόνο του, το σύννεφο μόνο του. Όλα είναι μόνα τους, όταν είμαι μόνος.