Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

Έκο, ξανά

«…. Λοιπόν. Στον κόσμο υπάρχουν οι κρετίνοι, οι ανόητοι, οι βλάκες και οι τρελοί».
«Εξαιρείται κανείς;»
«Ναι, εμείς οι δυο. Ή τουλάχιστον, δίχως να θέλω να σας προσβάλω, εγώ. Τέλος πάντων, όμως, αν το καλοσκεφτούμε, όλοι ανήκουν σε κάποια απ αυτές τις κατηγορίες. Όλοι μας κάθε τόσο είμαστε κρετίνοι, ανόητοι, βλάκες και τρελοί. Ας πούμε ότι φυσιολογικός άνθρωπος είν' εκείνος που συνδυάζει σε λογικό ποσοστό όλα αυτά τα συστατικά, τους ιδανικούς τύπους».
«Idealtypen».
«Μπράβο. Ξέρετε και γερμανικά;»
«Κουτσά στραβά, για τις βιβλιογραφίες».
«Στην εποχή μου, όποιος ήξερε γερμανικά δεν έπαιρνε πτυχίο. Περνούσε τη ζωή του ξέροντας γερμανικά. Νομίζω ότι σήμερα το ίδιο συμβαίνει με τα κινέζικα».
«Δεν τα ξέρω αρκετά καλά κι έτσι θα πάρω πτυχίο. Ας γυρίσουμε και πάλι όμως στην τυπολογία σας. Τι είναι η μεγαλοφυΐα, ο Αϊνστάιν, ας πούμε;».
«Μεγαλοφυής είναι αυτός που επιστρατεύει ένα απ’ αυτά τα συστατικά κατά ιλιγγιώδη τρόπο, τρέφοντας το με τα υπόλοιπα».
Ήπιε. Είπε: «Καλησπέρα κούκλα. Ακόμα δεν αποπειράθηκες ν’ αυτοκτονήσεις;».
«Όχι», απάντησε η κοπέλα που περνούσε, «τώρα ανήκω σε μια ομάδα».
«Μπράβο», της είπε ο Μπέλμπο. Στράφηκε προς το μέρος μου: «Μπορούν να γίνουν και ομαδικές αυτοκτονίες, δεν νομίζετε;».
«Οι τρελοί όμως;».
«Μη νομίσετε ότι η θεωρία μου είναι πανάκεια. Δεν πάω να τακτοποιήσω το σύμπαν. Λέω τι σημαίνει τρελός για έναν εκδοτικό οίκο. Η θεωρία μου είναι ad hoc, εντάξει;».
«Εντάξει. Σειρά μου να κεράσω».
«Σύμφωνοι. Πυλάδη, σας παρακαλώ, λιγότερο πάγο. Αλλιώς μπαίνει αμέσως στην κυκλοφορία. Λοιπόν. Ο κρετίνος δεν μιλάει καν, σαλιαρίζει, είναι σπαστικός. Κοπανάει το παγωτό στο κούτελο του από έλλειψη συντονισμού. Μπαίνει στην περιστροφική πόρτα από την αντίθετη πλευρά».
«Πώς γίνεται;».
«Αυτός τα καταφέρνει. Γι’ αυτό είναι κρετίνος. Δεν μας ενδιαφέρει, τον αναγνωρίζουμε αμέσως, και δεν εμφανίζεται σε εκδοτικούς οίκους. Ας τον αφήσουμε εκεί που είναι».
«Ας τον αφήσουμε».
«Το να είσαι ανόητος είναι πιο περίπλοκο. Είναι κοινωνική συμπεριφορά. Ανόητος είναι αυτός που δεν πετυχαίνει ποτέ το ποτήρι».
«Τι εννοείτε;».
«Αυτό». Σημάδεψε με το δείκτη το τον πάγκο δίπλα στο ποτήρι. «Σκοπεύει να μιλήσει γι’ αυτό που υπάρχει μες στο ποτήρι αλλά, όπως και να 'χει, πέφτει έξω. Αν θέλετε, για να το πούμε απλά, είναι αυτός που κάνει γκάφες, που ρωτάει τι κάνει η ωραία σας κυρία στον τύπο που μόλις τον εγκατέλειψε η γυναίκα του. Καταλαβαίνετε;».
«Καταλαβαίνω. Τους ξέρω».
«Ο ανόητος είναι περιζήτητος, ιδίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις. Φέρνει τους πάντες σε αμηχανία, μα προσφέρει ευκαιρίες για σχόλια. Στη θετική μορφή του είναι διπλωματικός. Μιλάει εκτός θέματος ακόμη και για τις γκάφες των άλλων, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση. Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι ποτέ δημιουργικός, μηρυκάζει, επομένως ποτέ δεν έρχεται να φέρει χειρόγραφα σ έναν εκδοτικό οίκο. Ο ανόητος δεν λέει ότι η γάτα γαβγίζει, μιλάει για τη γάτα όταν οι άλλοι μιλούν για το σκύλο. Λαθεύει στους κανόνες της συζήτησης, κι όταν λαθεύει ωραία είναι υπέροχος. Νομίζω ότι πρόκειται για απειλούμενο είδος, είναι φορέας κυρίως αστικών αρετών. Του χρειάζεται ένα σαλόνι Βερντυρέν ή, μάλλον, μια οικία Γκερμάντ. Τα διαβάζετε ακόμη αυτά εσείς οι φοιτητές;».
«Εγώ ναι».
«Ανόητος είναι ο Ιωακείμ Μουρά που επιθεωρεί τους αξιωματικούς του και ανάμεσα τους βλέπει έναν από τη Μαρτινίκα γεμάτο παράσημα. "Vous etes negre?", τον ρωτά. Κι εκείνος: "Oui, mon general". Κι ο Μουρά: "Bravo, bravo, continuez!" (-Είστε νέγρος; -Μάλιστα στρατηγέ μου –Μπράβο, μπράβο, συνεχίστε!) Και ούτω καθ' εξής. Με παρακολουθείτε; Συγγνώμη, αλλά απόψε γιορτάζω μια ιστορική απόφαση της ζωής μου. Έκοψα το ποτό. Ένα ακόμη; Δεν απαντάτε, με κάνετε να νιώθω ένοχος. Πυλάδη!».
«Και ο βλάκας;».
«Α! Ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς. Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν. Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι».
«Πράγμα που ισχύει».
«Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους».
«Μπορούμε να πούμε λανθασμένα πράγματα, αρκεί οι λόγοι να είναι σωστοί».
«Κατ’ ανάγκην. Αλλιώς γιατί να πασχίζουμε τόσο να είμαστε έλλογα όντα;».
«Όλοι οι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, οι άνθρωποι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, άρα όλοι οι άνθρωποι είναι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι».
«Αρκετά καλά. Φτάσαμε ήδη στο κατώφλι όπου υποπτεύεστε ότι κάτι δεν πάει καλά, όμως χρειάζεται λίγη δουλειά για ν’ αποδείξετε τι και γιατί. Ο βλάκας είναι παμπόνηρος. Τον ανόητο τον αναγνωρίζουμε αμέσως (κι ας μη μιλήσουμε για τον κρετίνο), ενώ ο βλάκας κάνει συλλογισμούς περίπου σαν τους δικούς μας, εκτός από κάτι απειροελάχιστο. Είναι δεξιοτέχνης των παραλογισμών. Ένας επιμελητής εκδόσεων δεν έχει σωτηρία, πρέπει ν ασχολείται μαζί τους ως τον αιώνα τον άπαντα. Εκδίδονται πολλά βιβλία από βλάκες. Γιατί εκ πρώτης όψεως μας πείθουν. Ο επιμελητής εκδόσεων δεν έχει εκπαιδευτεί να αναγνωρίζει τους βλάκες. Αφού δεν το κάνει η Ακαδημία των Επιστημών, γιατί να το κάνουν οι εκδόσεις;».
«Δεν το κάνει ούτε η φιλοσοφία. Ο οντολογικός συλλογισμός του Αγίου Ανσέλμου είναι βλακώδης. Ο Θεός οφείλει να υπάρχει επειδή μπορώ να τον συλλάβω ως ον που διαθέτει παν το τέλειο, συμπεριλαμβανομένης και της ύπαρξης. Συγχέει το υπάρχον στη σκέψη με το υπαρκτό στην πραγματικότητα».
«Ναι, αλλά είναι βλακώδης και η ανασκευή του Γκονιλόν. Μπορώ να σκεφτώ ένα νησί στη θάλασσα ακόμα κι αν αυτό το νησί δεν υπάρχει. Συγχέει τη σκέψη του ικανού με τη σκέψη του αναγκαίου».
«Διαμάχη μεταξύ βλακών».
«Βεβαίως, κι ο Θεός διασκεδάζει με την ψυχή του. Θέλησε να παραμείνει ασύλληπτος απλώς για να δείξει ότι ο Ανσέλμος και ο Γκονιλόν ήταν βλάκες. Τι υπέρτατος σκοπός της δημιουργίας, τι λέω, της ίδιας της πράξης χάριν της οποίας απαιτείται ο Θεός. Τα πάντα να στοχεύουν στην καταγγελία της βλακείας του κόσμου».
«Περιστοιχιζόμαστε από βλάκες».
«Δεν υπάρχει διαφυγή. Όλοι είναι βλάκες, εκτός από εμάς τους δυο. Ή μάλλον, μην προσβληθείτε, εκτός από σας».
«Νομίζω ότι εδώ υπεισέρχεται η απόδειξη του Γκέντελ».
«Δεν ξέρω, είμαι κρετίνος. Πυλάδη!»
«Μα είναι η σειρά μου».
«Θα τα μοιράσουμε στο τέλος. Ο Επιμενίδης ο Κρης λέει ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες. Αν το λέει αυτός που είναι Κρης, και γνωρίζει καλά τους Κρήτες, τότε είναι αλήθεια».
«Αυτό είναι βλακώδες».
«Απόστολος Παύλος. Επιστολή προς Τίτον. Ακούστε κι αυτό: όλοι όσοι πιστεύουν ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης δεν μπορεί παρά να πιστέψουν τους Κρήτες, οι Κρήτες όμως δεν πιστεύουν τους Κρήτες διότι ουδείς Κρης πιστεύει ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης».
«Αυτό είναι βλακώδες ή όχι;».
«Σκεφτείτε το μόνος σας. Σας είπα ότι ο βλαξ δύσκολα εντοπίζεται. Ενας βλάκας μπορεί να πάρει ακόμα και το βραβείο Νόμπελ».
«Αφήστε με να σκεφτώ. Μερικοί απ αυτούς που δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές, όμως ορισμένοι φονταμενταλιστές πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες, επομένως όλοι όσοι δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές. Είναι βλακώδες ή όχι;».
«Θεέ μου – είναι η ώρα να το πω… Δεν ξέρω. Εσείς τι λέτε;»
«Οπωσδήποτε είναι, έστω κι αν είναι αληθές. Καταπατά έναν από τους νόμους των συλλογισμών. Δεν συνάγονται καθολικές προτάσεις από δύο επιμέρους».
«Κι αν είστε εσείς ο βλάκας;».
«Τότε θα είχα καλή και αιώνια συντροφιά».
«Ε, ναι, η βλακεία μας περιβάλλει. Κι ίσως χάρη σ ένα λογικό σύστημα, διαφορετικό από το δικό μας, η βλακεία μας να είναι δική τους σοφία. Ολόκληρη η ιστορία της λογικής αποτελεί εξ ορισμού μια έννοια ευάλωτη στη βλακεία. Παραείναι αχανής. Κάθε μεγάλος στοχαστής είναι ο βλάκας κάποιου άλλου».
«Η σκέψη ως συνεκτική μορφή βλακείας».
«Όχι. Η βλακεία μιας σκέψης είναι η ασυναρτησία μιας άλλης σκέψης».
«Εμβριθέστατο. Είναι δύο η ώρα, σε λίγο ο Πυλάδης κλείνει και δεν φτάσαμε ακόμα στους τρελούς».
«Κοντεύω. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις αμέσως. Είναι ένας βλάκας που δεν ξέρει τα κόλπα. Ο βλάκας προσπαθεί να αποδείξει τη θέση του, έχει λογική αλλήθωρη, ωστόσο έχει λογική. Ο τρελός, αντίθετα, δεν νοιάζεται για τη λογική, προχωρεί με βραχυκυκλώματα. Γι’ αυτόν, το καθετί αποδεικνύει τα πάντα. Ο τρελός έχει μια έμμονη ιδέα και οτιδήποτε βρει του κάνει για να την υποστηρίξει. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις από τις ελευθερίες που παίρνει μπροστά στο καθήκον της απόδειξης, από την ευκολία με την οποία δέχεται επιφοιτήσεις. Και θα σας φανεί παράξενο, αλλά ο τρελός, αργά ή γρήγορα, ξεφουρνίζει τους Ναϊτες».
«Πάντα;».
«Υπάρχουν και τρελοί χωρίς Ναϊτες, αλλά οι τρελοί με τους Ναϊτες είναι οι πιο πονηροί. Στην αρχή δεν τους αναγνωρίζεις, νομίζεις ότι μιλούν φυσιολογικά, έπειτα, ξαφνικά…" Έγνεψε για να ζητήσει εν ακόμα ουίσκι, το ξανασκέφτηκε και ζήτησε το λογαριασμό. "Μια που λέμε για τους Ναϊτες. Τις προάλλες ένας τύπος μου άφησε ένα δακτυλογραφημένο κείμενο γι αυτό το θέμα. Είμαι σίγουρος ότι είναι τρελός, μα έχει ανθρώπινη όψη. Το κείμενο του αρχίζει με ήσυχο τρόπο. Θέλετε να του ρίξετε μια ματιά;».
«Ευχαρίστως. Μπορεί να βρω κάτι που θα μου χρειαστεί».
«Δεν νομίζω. Αν όμως έχετε μισή ώρα καιρό, κάντε μια βόλτα. Οδός Σιντσέρο Ρενάτο, αριθμός ένα. Περισσότερο θα ωφελήσει εμένα παρά εσάς. Θα μου πείτε αμέσως αν η εργασία σας φανεί αξιόπιστη».
«Γιατί μ’ εμπιστεύεστε;».
«Ποιός είπε ότι εμπιστεύομαι; Αν όμως τύχει, εμπιστεύομαι. Εμπιστεύομαι την περιέργεια».

Ουμπερτο Έκο, Το Εκκρεμές του Φουκώ

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2019

Ένας Ιταλός στην Ελλάδα

Η είδηση της εκλογής του Καποδίστρια σαν Κυβερνήτη της Ελλάδας απ’ την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον Απρίλιο του 1827, τον βρίσκει καθ’ οδό προς την Πετρούπολη. Ο Τσάρος τον συγχαίρει και τον ξεπροβοδίζει σχεδόν αμέσως.
Στους εφτά που μεσολαβούν μέχρι να φτάσει στην Ελλάδα και γίνει δεκτός ως σωτήρας και μεσσίας στο Ναύπλιο την 6η Γενάρη 1828, ο Κερκυραίος Καποδίστριας επιτελεί έναν μοναδικό άθλο: Μαζεύει τόσο χρήμα από δάνεια και προσφορές, που όταν έρχεται έχει ήδη έτοιμο το πρώτο ελληνικό ταμείο.
Είναι εκπληκτικές οι διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες αυτού του ανθρώπου. Και βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαίο που τούτος ο σπουδαίος Έλληνας έφτασε να γίνει Υπουργός Εξωτερικών της αυτοκρατορικής Ρωσίας. Δε θα μπορούσαν να περιμένουν τίποτα καλύτερο οι Έλληνες, απ’ το να έχουν κυβερνήτη τον Καποδίστρια, που άφησε τα λεφτά του και τα καλά του στη Ρωσία και την Ελβετία για να έρθει να οργανώσει εκ του μη όντως ένα κράτος.
Βέβαια είναι αλήθεια πως ο Καποδίστριας δεν είναι Έλληνας «εξ αίματος» αλλά Ιταλός. Όμως, αυτή την εποχή δεν έχει αρχίσει ακόμα η εθνολογική αιματολογία και κανείς δε νοιάζεται για το γεγονός πως το πραγματικό του όνομα είναι Vittori.
Η οικογένεια Vittori ήρθε απ’ το Κάπο ντ’ Ίστρια της Δαλματίας στην Κέρκυρα το 1373, όπου και έκανε επίθετο το όνομα του τόπου καταγωγής. Έχει πάρα πολλούς επιφανείς αυτή η οικογένεια Κερκυραίων ευγενών ιταλικής καταγωγής, όμως ο Ιωάννης είναι διεθνής φυσιογνωμία. Αφού σπουδάσει ιατρική στην Ιταλία, αναδεικνύεται σε πολύ νεαρή ηλικία ένας απ’ τους σπουδαιότερους Ευρωπαίους διπλωμάτες, το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Μετά την γαλλική κατάκτηση της Επτανήσου, φεύγει το 1809 στη Ρωσία, όπου σύντομα γίνεται «σύμβουλος του κράτους». Στη συνέχεια γίνεται γραμματέας των ρωσικών πρεσβειών στην Αυστρία και την Ελβετία, όπου συλλαμβάνει, εισηγείται και επιβλέπει την εφαρμογή του καντονιακού συστήματος διακυβέρνησης που ισχύει ακόμα σ’ αυτή τη χώρα. Κάτι ανάλογο είχε στο νου του και για την Ελλάδα.
Το 1814 παίρνει μέρος στο συνέδριο της Βιέννης σαν εκπρόσωπος των Ρώσων, και το 1815, μετά την υπογραφή της συνθήκης των Παρισίων, όπου πετυχαίνει την αναγνώριση της ελευθερίας της Επτανήσου υπό την προστασία της Αγγλίας, διορίζεται από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α’, και παρά τη λυσσώδη αντίδραση του Μέτερνιχ, συνυπουργός των εξωτερικών μαζί με τον Νέσελροντ. Το 1817 αποποιείται την προσφερθείσα αρχηγία της Φιλικής Εταιρίας και το 1821 διαφωνεί με τον Τσάρο για την τακτική του σχετικά με τη Ελληνική Επανάσταση και εγκαταλείπει τα αξιώματά του.
Την 27η Νοέμβρη 1831, σε ηλικία 55 ετών, δολοφονείται στην πόρτα της εκκλησίας του αγίου Σπυρίδωνα του Ναυπλίου από τον αδερφό του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνο και τον γιο του Γεώργιο. Πυροβολούν και οι δυο μαζί αλλά ο Γεώργιος αστοχεί και τον καρφώνει στην καρδιά με το μανιάτικο στιλέτο για να μην υστερήσει του άλλου δολοφόνου. Ο Καποδίστριας ήταν πολύ τίμιος, άρα έπρεπε να πεθάνει. Καλά να πάθει! Είναι για Καποδίστριες η Ελλάδα?

Βασίλης Ραφαηλίδης, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεολληνικού κράτους