Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Ερωτικές σκηνές

Από ετούτη τη στιγμή εγώ, άσχετα με το αν αυτή πράγματι το διαβάζει στα κρυφά ή όχι, θα θεωρήσω πως το κάνει και θα γράφω αυτό το ημερολόγιο με την αίσθηση ότι της μιλάω.

Μπήκα μέσα ταραγμένος, φλεγόμενος ολόκληρος από τις προθέσεις. Πήγα κοντά της σιγά-σιγά, σαν να αποκάλυπτα ένα παράνομο μυστικό. Τότε γύρισε και στάθηκε απέναντί μου. Κοιταχτήκαμε, σαν να αναγνωρίζαμε ο ένας στην όψη του άλλου το μοναδικό πλάσμα στη γη. Όσο για μένα ήμουνα βέβαιος: δε μου έφτανε μια ολόκληρη ζωή για να ατενίζω εκείνα τα μάτια. Οι στάχτες που μισοκοιμόντουσαν στα μάτια της τώρα, άναβαν, γίνονταν πυρκαγιά. Το δάχτυλο μου άγγιξε την γωνία του στόματός της. Πρώτα άγγιξα τα δόντια της, μετά αισθάνθηκα το σάλιο της. Σάλιο καυτό, δεν ήταν μόνο το δάχτυλο μου, ήμουν εγώ ολόκληρος που εισέδυα σ' αυτή την υδάτινη σπηλιά. Άλλο ένα δάχτυλο εισχώρησε στο εσωτερικό της, νευρικό από την πολλή χαρά. Εκεί έξω η θάλασσα άφριζε, λυσσομανούσε. Ο άνεμος ξέσπασε με μεγαλύτερη μανία, τα κύματα άρχισαν να σαρώνουν τα πάντα χωρίς σεβασμό. Ακόμα κι εκεί στην ασφάλεια της κάμαράς μας, το νερό κυλούσε. Ούτε που το προσέχαμε καθόλου. Ο κόσμος είχε χαθεί και η θάλασσα δεν είχε καμιά σημασία. Τα βρεγμένα χέρια της Φαρίδα παραμέρισαν τα ρούχα, τα δάχτυλα της ήταν από νερό. Ξάπλωσε στο σιδερένιο πάτωμα. Βυθιστήκαμε με χειρονομίες πνιγμένων. Τα κύματα λίκνιζαν τα κορμιά μας σ' ένα γλυκό πηγαινέλα. Οι δυο μας είχαμε γίνει ένα, ένα νησί που αναδύεται από το απέραντο τίποτα.

Η νύχτα ήταν γαλήνια...Σιγά-σιγά χαλάρωσε ο κόμπος που έσφιγγε το μυαλό του Φρανσίσκο. Ένιωσε την ομορφιά του ουρανού, τη γλυκιά θαλπωρή της γης, την έντονη μυρωδιά της εξοχής, την επαφή της Ιρένε πάνω στο κορμί του...Εκείνη πρόσεξε την αλλαγή στο ρυθμό της ανάσας του, σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε.... Σε μιαν αστραπή σύνεσης ο Φρανσίσκο κατάλαβε πως δεν έπρεπε να υποκύψει στην παρόρμηση να κυλιστεί αμέσως μαζί της στο χώμα βγάζοντάς της βίαια τα ρούχα και σκίζοντας τις ραφές τους στο παραλήρημα της βιασύνης του....Έλυσε τα κορδόνια από τα σανδάλια της και φανερώθηκαν τα παιδικά της πόδια, που βάλθηκε να χαϊδεύει αναγνωρίζοντάς τα, γιατί τα είχε ονειρευτεί αθώα κι ανάλαφρα...(η Ιρένε) ποτέ δεν είχε χαρεί με τόση αγαλλίαση το πανηγύρι των αισθήσεων, πάρε με, κούρσεψέ με, δέξου με, γιατί με τον ίδιο τρόπο σε παίρνω, σε κουρσεύω, σε δέχομαι κι εγώ...Ξύπνησαν με τις πρώτες λάμψεις της αυγής και τη φασαρία των σπουργιτιών, έκθαμβοι από το σμίξιμο των κορμιών και τη συνενοχή του νου τους...

... Βλέποντας τον νεαρό, η Μπλάνκα κατακοκκίνησε απότομα. Όλους αυτούς τους μήνες που είχαν περάσει χώρια, εκείνος είχε ψηθεί μες στη σκληρή δουλειά για να γίνει άντρας και εκείνη, αντίθετα, ήταν κλεισμένη μες στους τοίχους του σπιτιού, και στις καλόγριες, προστατευμένη από τις δυσκολίες της ζωής... Ανέπνευσε την καινούργια του μυρουδιά, τρίφτηκε πάνω στο άγριο δέρμα του, έπιασε εκείνο το λιγνό και αδύνατο κορμί και ένιωσε μια μεγαλειώδη και ολοκληρωτική γαλήνη, που δεν έμοιαζε καθόλου με την αναστάτωση που είχε πιάσει εκείνον...κι έπεσαν γονατιστοί, καθώς φιλιόντουσαν απελπισμένα και ύστερα κύλησαν πάνω στο μαλακό κρεβάτι της μουσκεμένης γης. Ανακάλυπταν ο ένας τον άλλο για πρώτη φορά και δεν είχαν τίποτα να πουν... Το φεγγάρι διέσχισε όλο τον ορίζοντα, αλλά εκείνοι δεν το είδαν..

Χτες είχαμε Πανσέληνο. Το Φεγγάρι εδώ είναι τόσο εξωπραγματικά μεγάλο που τρομάζει τους ανθρώπους και τους κάνει να κρύβονται στα σπίτια τους. Πιάνει το μισό ουρανό και τα βάφει όλα κόκκινα. Εδώ το Φεγγάρι είναι και άντρας και γυναίκα - ανδρόγυνο. Είναι ο πραγματικός άντρας όλων των γυναικών, όπως πιστεύουν οι Μαορί, ο φαλλός του φεγγαρογέννητου Έρωτα, στις φαλλικές λατρείες της αρχαιότητας και ταυτόχρονα η "Σφαίρα", το σύμβολο των Ορφικών Μυστηρίων και η Dea Mea ... Αλλά όταν είναι γεμάτο, όπως τώρα, είναι κυρίως θηλυκό - έτσι πίστευαν οι αρχαίοι. Κάποια στιγμή, αντιλήφθηκα ότι οι άλλοι είχαν σκορπιστεί κι ότι ήμουν μόνος στη μέση της ταράτσας, όρθιος με τα χέρια ψηλά, να την καλώ: Έλα, έλα ... Την περίμενα σαν την πιο φανταστική γκόμενα. Και ήταν. Ήταν η μάνα μου, ήταν όλες οι γυναίκες μαζί, κι εγώ κι εσύ ... Φαλλός και Μήτρα. Το Σύμπαν. Και τότε άρχισε να ξεπροβάλλει πίσω από το σκοτεινό βουνό, πρώτα σαν μία λεπτή φέτα από φως που μεγάλωνε και στρογγύλευε και γέμιζε τον ουρανό σαν τεράστιος δίσκος ... Φλέρταρα μαζί της. Την προκαλούσα. Φως στο φως, αίμα στο αίμα, σάρκα στη σάρκα ... Παραληρούσα. Γελούσα, τραγουδούσα, χόρευα, ξεφώνιζα, μούγγριζα ... Τα ρούχα είχαν πέσει από πάνω μου και τρόμαξα βλέποντας τη φοβερή στύση μου. Ποτισμένος στον ιδρώτα, μέσα σ΄ένα πραγματικό ντελίριο που δεν είχα ξαναδοκιμάσει, έβλεπα εσένα κι εμένα στο πρόσωπο του Φεγγαριού, ένα θηλύμορφο αρσενικό Φεγγάρι, και καθώς χόρευα και τραγουδούσα και φώναζα, η μανία μου μεγάλωνε και φούντωνε ώσπου έπεσα πάνω στη στοίβα με τα ρούχα μου, στο πάτωμα, σφαδάζοντας. Ήταν ένας οργασμός που ποτέ δεν θα μπορέσω να σου περιγράψω την έντασή του. Να λοιπόν που κάναμε έρωτα, Χριστίνα. Όχι τον φτωχό έρωτα που θα κάναμε αν ανταποκρινόμουν στις κρυφές και φανερές μας επιθυμίες, αλλά έναν έρωτα που ήταν μοναδική κι ανεπανάληπτη εμπειρία. Ήταν κάτι που εσύ κι εγώ, σαν δυο ξεχωριστά κορμιά πάνω σ΄ένα κρεβάτι, δε θα μπορούσαμε να είχαμε πραγματοποιήσει ποτέ

Ξαναφιληθήκαμε. Κι αυτή την φορά το φιλί μας ήταν μακρόσυρτο και πεινασμένο και σκληρό κι οι μύες στην πλάτη της κινούνταν με έναν ζωώδη τρόπο....Δεν είχα αγκαλιάσει ποτέ κορμί που να ταιριάζει στο δικό μου όπως ταίριαζε το δικό της. Κάθε καμπύλη και κάθε κοίλωμα συνενωνόταν σχηματίζοντας ένα τέλειο σύνολο. Η γλώσσα της ήταν γλυκιά. Έγδερνε το εσωτερικό του στόματός μου, ώσπου το μόνο πράγμα που ήθελα στον κόσμο ήταν να ξαναμπώ στο αυτοκίνητο και να τελειώσω προτού εκραγώ πάνω της...Το φιλί ήταν μανιασμένο, συναρπαστικό και μ' έκανε να νιώσω μια δόση τρέλας ν' απλώνεται ανάμεσά μας σαν λεπτό πυρακτωμένο σύρμα.

Σ΄αγαπώ μ΄ένα τρόπο φοβερό. Φοβερό με την έννοια της αλλήθωρης αντίθεσης όλης της ηθικής, που κάνει πάλι όλη την ηθική προσωποποίηση των επτά θανάσιμων αρετών

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Ζαν Μισέλ Γκενασιά

Δεν γνώριζα ούτε τον τίτλο, ούτε τον συγγραφέα του μυθιστορήματος. Ξεφυλλίζοντάς το, στάθηκα τυχαία σε μια παράγραφο. Διάβασα τρία αποσπάσματα, τα οποία απείχαν μεταξύ τους γύρω στις πενήντα σελίδες. Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις το χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το που βλέπουμε έναν άνθρωπο, καταλαβαίνουμε αν θα γίνει φίλος μας ή όχι.

Αναβάλλουμε, περιμένοντας τη στιγμή που θα είμαστε καλύτερα, κι έτσι περνούν οι μέρες και τα χρόνια, με τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες ή και να ξεχνιούνται.

Αποφεύγουμε να λέμε στα παιδιά τι έγινε πριν γεννηθούν. Αρχικά είναι πολύ μικρά για να καταλάβουν, ύστερα είναι πολύ μεγάλα για ν’ ακούσουν, μετά δεν έχουν καιρό για τέτοια, ώσπου στο τέλος είναι πια πολύ αργά Αυτά έχουν οι οικογένειες. Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι. Ζητάμε θαύματα απ’ τους δεσμούς αίματος: μια αρμονική συνύπαρξη που είναι εντελώς ανέφικτη· απόλυτη εμπιστοσύνη· σχέσεις που μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Παραμυθιαζόμαστε με τα ψέμα της συγγένειας.

Η δημοκρατία δεν είναι παρά μια απάτη που επινόησε η αστική τάξη για να έχει τον μόνιμο έλεγχο του συστήματος. Πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συζήτηση. Οι ατομικές ελευθερίες είναι παγίδες και χίμαιρες. Τι να την κάνεις την ελευθερία έκφρασης, αν παίρνεις έναν μισθό της πείνας και ζεις σε συνθήκες εξαθλίωσης; Μπορεί να λες ελεύθερα τι σκέφτεσαι, ν’ απολαμβάνεις τις λεγόμενες θεμελιώδεις ελευθερίες της ψευτο-δημοκρατίας κι η ζωή σου να ’ναι κόλαση. Έγιναν επαναστάσεις και πόλεμοι. Κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Τίποτα δεν αλλάζει. Τα θύματα της εκμετάλλευσης είναι πάντοτε τα ίδια.

αποσπάσματα από το βιβλίο, Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων 

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Μια ερωτική ιστορία

Τη σκιά σου σμιλεύω

Τη σκιά σου σμιλεύω.
Της έχω ήδη αφαιρέσει τα χείλη,
τα κόκκινα και σκληρά: έκαιγαν.
Θα σ' τα 'χα φιλήσει
πολύ περισσότερο.

Ύστερα σταματάω τα μπράτσα σου,
τα σβέλτα, τα μακριά, τα νευρώδη.
Μου πρόσφεραν τον δρόμο
για να σ' αγκαλιάσω.

Σου αφαιρώ το χρώμα, τον όγκο.
Σου κόβω το πέρασμα. Ερχόσουν
κατευθείαν σ' εμένα. Εκείνο που πιότερο
πόνο μου έδωσε, επειδή σώπασες,
είναι η φωνή σου. Πυκνή, τόσο θερμή,
περισσότερο χειροπιαστή απ' το σώμα σου.
Αλλά ήδη ετοιμαζόταν να μας προδώσει.

Έτσι
η αγάπη μου είναι ελεύθερη, λυτή
με την αποσαρκωμένη σκιά σου.
Και μπορώ να ζω μέσα σου
χωρίς να φοβάμαι
εκείνο που περισσότερο ποθώ,
το φιλί σου, την αγκαλιά σου.
Να υπάρχω με τη σκέψη πάντα
στα χείλη, στη φωνή,
στο σώμα
που εγώ ο ίδιος σου απέσπασα
για να μπορέσω, δίχως αυτά,
να σ' αγαπήσω.

Εγώ, που τ' αγαπούσα τόσο!
Και ν' αγκαλιάσω ατέλειωτα, χωρίς λύπη
-καθώς φεύγει ασύλληπτη,
με τη μεγάλη μου αγάπη ξοπίσω της
η σάρκα στον δρόμο της-
το μόνο δυνατό σου σώμα:
το γλυκό, ιδεατό σου κορμί.

Me Estoy Labrando Tu Sombra

Me estoy labrando tu sombra.
La tengo ya sin los labios,
rojos y duros: ardían.
Te los habría besado
aun mucho más.

Luego te paro los brazos,
rápidos, largos, nerviosos.
Me ofrecían el camino
para que yo te estrechara.

Te arranco el color, el bulto.
Te mato el paso. Venías
derecha a mí. Lo que más
pena me ha dado, al callártela,
e tu voz. Densa, tan cálida,
más palpable que tu cuerpo.
Pero ya iba a traicionarnos.

Así
mi amor está libre, suelto,
con tu sombra descarnada.
Y puedo vivir en ti
sin temor
a lo que  yo más deseo,
con tu sombra descarnada.
Y puedo vivir en ti
sin temor
a lo que yo mas deseo,
a tu beso, a tus abrazos.
Estar ya siempre pensando
en los labios, en la voz,
en el cuerpo,
que yo mismo te arranqué
para poder, ya sin ellos,
quererte.

¡Yo, que los quería tanto!
Y estrechar sin fin, sin pena
-mientras se va inasidera,
con mi gran amor dentrás,
la carne por su camino-
tu solo cuerpo posible:
tu dulce cuerpo pensado.

Το να σε σκέφτομαι απόψε

Το να σε σκέφτομαι απόψε
δεν σήμαινε να σε σκέφτομαι με τη σκέψη μου,
εγώ μόνο, μέσα μου. Σε σκεφτόμουν
διεξοδικά μ' εμένα, τον πλατύ κόσμο.

Το μεγάλο ονειροπόλημα του κάμπου, τ' αστέρια,
η θάλασσα σιωπηλή, τα χορτάρια αόρατα,
παρόντα μόνο με τα ξηρά τους αρώματα,
σε όλα αυτά,

απ' τον Αλδεβαράν ως τον γρύλλο σε σκεφτόμουν.

Πόσο ήρεμα
επικρατούσε η ομόνοια
ανάμεσα στις πέτρες, τα περίλαμπρα άστρα,
το μουγγό νερό, την τρεμουλιαστή συστάδα των δέντρων,
σ' όλα τ' άψυχα,
κι η δικιά μου ψυχή
τ' αφιέρωνε όλα σ' εσένα! 'Ολα να προστρέχουν
πειθήνια στο κάλεσμά μου, στην υπηρεσία σου,
ανυψωμένα σε πρόθεση και δύναμη αγάπης.
Εσμιγαν τα φώτα κι οι σκιές
στο φως της αγάπης μου, έσμιγε
η μεγάλη σιωπή πάνω στην επίπεδη γη,
φωνές απαλές απ' τα σύννεφα, από τον ουρανό,
στο τραγούδι προς εσένα που τραγουδούσε μέσα μου.
Μια συμφωνία κόσμου και ύπαρξης,
βιασύνης και χρόνου, μια εκεχειρία απίθανη
απλωνόταν μέσα μου, όπως μπαίνει η ευτυχία
όταν έρχεται αβίαστα, φιλί με φιλί.
Και σχεδόν
σταμάτησα να σ' αγαπώ για να σ' αγαπήσω
μ' άπειρη εμπιστοσύνη, περισσότερο απ' αυτήν που έχω σ' εμένα,
σ' αυτήν την πράξη αγάπης προς τη μεγάλη νύχτα
που πλανιέται στον χρόνο κι επιφορτισμένη ήδη
με ιερή αποστολή, ιεραπόστολος αποδείχτηκε
μιας αγάπης που έγινε αστέρια, γαλήνη, κόσμος,
που σώθηκε πια απ' τον φόβο
εκείνου του πτώματος που απομένει σαν ξεχαστεί.

Pensar En Ti Esta Noche

Pensar en ti esta noche
no era pensarte con mi pensamiento,
yo solo, desde mí. Te iba pensando
conmigo extensamente, el ancho mundo.

El gran sueño del campo, las estrellas,
callado el mar, las hierbas invisibles,
solo presentes en perfumes secos,
todo,
de Aldebarán al grillo te pensaba.

¡qué sosegadamente
se hacía la concordia
entre las piedras, los luceros,
el agua muda, la arboleda tremula,
todo lo inanimado,
y el alma mía
dedicándolo a ti! Todo acudia
dócil a mi Ilamada, a tu servicio,
ascendido a intención y a fuerza amante.

Concurrían las luces y las sombras
a la luz de quererte; concurrian
el gran silencio, por la tierra, plano,
suaves voces de nube, por el cielo,
al cántico hacia ti que en mi cantaba.
Una conformidad de mundo y ser,
de afán y tiempo, inverosímil tregua,
se entraba en mí, como la dicha entra
cuando llega sin prisa, beso a beso.
Y casi
dejé de amarte por amarte más,
en más que en mí, confiando inmensamente
ese empleo de amar a la gran noche
errante por el tiempo y ya cargaga
de misión, misionera
de un amor vuelto estrellas, calma, mundo,
salvado ya del miedo
al cadáver que queda si se olvida.

Μνήμη στα χέρια

Σήμερα είναι τα χέρια μνήμη.
Η ψυχή δεν θυμάται, πονάει
απ' την τόση ανάμνηση. Αλλά στα χέρια
μένει η ενθύμηση εκείνου που κράτησαν.

Ενθύμιο μιας πέτρας
που βρέθηκε δίπλα σ' ένα ρυάκι
και τη σηκώσαμε αφηρημένοι
χωρίς να καταλαβαίνουμε την ευτυχία μας.
Αλλά το τραχύ της βάρος
μας έκανε να αισθανθούμε πως επιτέλους κρατούσαμε
τον πιο ωραίο καρπό των καιρών.
Εύκολα γνωρίζει κανείς
το βάρος μιας πέτρας μέσα στα χέρια.
Σε μια πέτρα βρίσκεται
η υπομονή του κόσμου, που ωρίμασε αργά.
Αναρίθμητο άθροισμα
από μέρες και νύχτες, ήλιους και νερά
που της προσέδωσαν αυτή την αδέξια και σκληρή μορφή
που δεν ξέρει να συμπεριφέρεται τρυφερά και υπάρχει
αινιγματικά, μοναχά με το βάρος της.
'Ηταν πάντοτε ακίνητη,
χωρίς κάποιον να την αναζητά, περίκλειστη
σε μια βούληση πυκνή και σταθερή
για να μην πετάξει σαν πεταλούδα
για να μην είναι ωραία σαν τον κρίνο
για να περισώσει από ζήλιες την αγνότητά της.
Πόσοι ευλύγιστοι κρίνοι, πόσες εύθραυστες
λιβελούλες δεν έχουν πεθάνει, εκεί, στο πλάι της,
επειδή έτρεξαν τόσο προς την άνοιξη!
Εκείνη ήξερε να περιμένει χωρίς να ζητάει τίποτα
πέρα απ' την αιωνιότητα της καθαρής ύπαρξής της.
Επειδή αρνήθηκε τα πέταλα και την πτήση
είναι ζωντανή και μου μαθαίνει
πως μια αγάπη πρέπει ίσως να στέκει ακίνητη, πολύ ακίνητη,
ν' αφήνει τα ψεύτικα φτερά της βιασύνης
και να κατανικά έτσι τον δικό της τον θάνατο.

Θυμούνται ακόμα εκείνα, τα χέρια μου,
πως κράτησαν ένα αγαπημένο κεφάλι στις παλάμες τους.
Τίποτα πιο μυστηριώδες σ' αυτόν τον κόσμο.
Τα δάχτυλα αναγνωρίζουν τις τρίχες των μαλλιών,
αργά, μία μία, σαν φύλλα
ημερολογίου: είναι ενθυμήματα
από άλλες τόσες, εξίσου αμέτρητες,
ευτυχισμένες μέρες
πειθήνιες στην αγάπη που τις αναζωογονεί.
'Ομως, ψαύοντας την αδυσώπητη μορφή
που πίσω απ' τη σάρκα μάς αντιστέκεται
οι παλάμες απομένουν τυφλές.
Δεν είναι χάδια, όχι, αυτό που επαναλαμβάνουν
περνώντας και ξαναπερνώντας πάνω απ' τα κόκκαλα:
είναι ερωτήσεις δίχως τέλος, είναι αγωνίες
ατελείωτες που έγιναν φλογερές αφές.
Και τίποτα δεν τους αποκρίνεται: μια υποψία
πως όλα μας ξεγλιστρούν και μας διαφεύγουν
όταν ανάμεσα στα χέρια μας τα πιέζουμε
μεγεθύνοντάς τα στη ζέστη του μετώπου εκείνου.
Το κεφάλι παραδίδεται. Είναι η παράδοσή του απόλυτη;
Το βάρος στα χέρια μας αυτό υπαινίσσεται,
τα δάχτυλα το πιστεύουν
και θέλουν να πειστούν: ψαύουν, ψαύουν.
Αλλά μια σκοτεινή φωνή πίσω απ' το μέτωπο
-το μέτωπό μας ή το δικό της;-
μας λέει πως το πιο μακρινό μυστήριο,
επειδή βρίσκεται τόσο κοντά μας, είναι ανέγγιχτο
απ' αυτό το θνησιμαίο σαρκίο με το οποίο ψάχνουμε,
εκεί, στην άκρη των δαχτύλων μας, 
την αόρατη παρουσία.
Έτσι κρατώντας στα χέρια ένα κεφάλι
τίποτα δεν γνωρίζεις, τίποτα,
μόνο πως είναι το μέλλον που αποφασίζει
είτε για τη ζωή είτε για τον θάνατό μας
πίσω από τούτα τα δύστυνα χέρια, τα ξεγελασμένα
από την ομορφιά που κράτησαν.
Μέσα σε χέρια τυφλά
που δεν μπορούν να ξέρουν. Που μόνη τους πίστη είναι
να 'ναι καλοσυνάτα, να δίνουν χάδια
χωρίς να παντρεύονται, μονάχα για να δουν αν έτσι κερδίζουν
-όταν το αγαπημένο κεφάλι θα έχει ξαναβρεθεί
στους ώμους του επάνω
και θα μοιάζει να μην έχει μείνει τίποτα μες στις παλάμες-
τον θρίαμβο να μην είναι ποτέ πια άδεια.

La Memoria En Las Manos

Hoy son las manos la memoria.
El alma no se acuerda, está dolida
de tanto recordar. Pero en las manos
queda el recuerdo de lo que han tenido.

Recuerdo de un piedra
que hubo junto a un arroyo
y que cogimos distraídamente
sin darnos cuenta de nuestra ventura.
Pero su peso áspero,
sentir nos hace que por fin cogimos
el fruto más hermoso de los tiempos.
A tiempo sabe
el peso de una piedra entre las manos.
En una piedra está
la paciencia del mundo, madurada despacio.
Incalculable suma
de dias y de noches, sol y agua
la que costó esta forma torpe y dura
que acariciar no sabe y acompaña
tan sólo con su peso, oscuramente.
Se estuvo siempre quieta,
sin buscar, encerrada,
en una voluntad densa y constante
de no volar como la mariposa,
de no ser bella, como el lirio,
para salvar de envidias su pureza.
Cuántos esbeltos lirios, cuántas gráciles
libélulas se han muerto, allí, a su lado
por correr tanto hacia la primavera!
Ella supo esperar sin pedir nada
más que la eternidad de su ser puro.
Por renunciar al pétalo, y al vuelo,
está viva y me enseña
que un amor debe estarse quizá quieto, muy quieto,
soltar la falsas alas de la prisa,
y derrotar así su propria muerte.

También recuerdan ellas, mis manos,
Haber tenido un cabeza amada entre sus palmas.
Nada más misterioso en este mundo.
Los dedos reconocen los cabellos
lentamente, uno a uno, como hojas
de calendario: son recuerdos
de otros tantos, también innumerables
días felices,
dóciles al amor que los revive.
Pero al palpar la forma inexorable
que detrás de la carne nos resiste
las palmas ya se quedan ciegas.
No son caricias, no, lo que repiten
pasando y repasando sobre el hueso:
son preguntas sin fin, son infinitas
angustias hechas tactos ardorosos.
Y nada les contesta: una sospecha
de que todo se escapa y se nos huye
cuando entre nuestras manos lo oprimimos
nos sube del calor de aquella frente.
La cabeza se entrega. įEs la entrega absoluta?
El peso en nuestras manos lo insinúa,
los dedos se lo creen,
y quieren convencerse: palpan, palpan.
Pero una voz oscura tras la frente,
-įnuestra frente o la suya?-
nos dice que el misterio más lejano,
porque está allí tan cerca, no se toca
con la carne mortal con que buscamos
allí, en la punta de los dedos,
la presencia invisible.
Teniendo una cabeza asi cogida
nada se sabe, nada,
sino que está el futuro decidiendo
o nuestra vida o nuestra muerte,
tras esas pobres manos engañadas
por la hermosura de lo que sostienen.
Entre unas manos ciegas
que no pueden saber. Cuya fe única
está en ser buenas, en hacer caricias
sin casarse, por ver si así se ganan
cuando ya la cabeza amada vuelva
a vivir otra vez sobre sus hombros,
y parezca que nada les queda entre las palmas
el triunfo de no estar nunca vacías.

Πέδρο Σαλίνας, Τρία ερωτικά ποιήματα

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Εγκόλπιο του καλού αναγνώστη

Aισθάνομαι καλύτερα όταν αγοράζω βιβλία. Το άγχος, η κατάθλιψη μοιάζουν ως εκ θαύματος να υποχωρούν με τα φρεσκοαγορασμένα μου βιβλία υπό μάλης. Ο χρόνος μού συμπαραστέκεται. Το βιβλίο με δικαιώνει. Βρίσκω επιτέλους το δίκαιό μου: οι μάταιοι αγώνες, η αφέλεια, η ατολμία μου βρίσκουν επιτέλους το φωτεινό τους επιστέγασμα. Κι αν βρέξει, κι αν χιονίσει, θα μου υπολείπονται ακόμη εξακόσιες σελίδες. Στο βιβλίο εσόδων-εξόδων θα καταγράψω την τελειωτική μου νίκη. Λήσμων της μονάδας μετρήσεως, από σελίδα σε σελίδα, θα αναδείξω τον πραγματικό διαιτητή της ύπαρξής μου. Άλλοι ας μετρούν με δευτερόλεπτα και κλάσματα δευτερολέπτου τη γήινη παρουσία τους: σε δέκα χρόνια δεν θα έχουν τίποτα να θυμούνται: οι πορείες, τα λάβαρα, θα έχουν προ καιρού απ' την ντροπή τους κοκκινίσει. Άλλοι ας καυχώνται για όσα έχουν γράψει, εγώ είμαι υπερήφανος για αυτά που έχω διαβάσει.
Θυμάμαι ακόμη τον Bohumil Hrabal να ταΐζει τις γάτες του στην Πράγα, τον Ατσέγκ να κερδίζει στο σκάκι ταυτοχρόνως μια στρατιά από αντίπαλους, τον Fernando Pessoa να καταμετρά τα σύννεφα στον ουρανό της Λισαβόνας, και τον Επταήμερο να αναχωρεί διαρκώς σαν τους Αργοναύτες. Ο Φλέμπας αποσυντίθεται, γινόμενος τροφή για τα ψάρια: τα ερείπια θα ξαναγίνουν ερείπια, στις ημέρες μας. Κι εγώ θα ήθελα να πεθάνω, αλλά αποφάσισα τελικά να διαβάσω. Ίσως από το φόβο, μήπως και διαβώ από τον κόσμο τούτο χωρίς να γνωρίσω τον καλύτερο από όλους μου τους φίλους. Είναι γιατί αισθάνομαι ατελής, που δεν τόλμησα μια και καλή να τελειώνω.
Ωστόσο, αν η ανάγνωση μοιάζει με θάλασσα, όχι δεν θα επιχειρήσω να την αδειάσω με το κουβαδάκι. Τόσο νερό θα κουβαλήσω, όσο μου επιτρέπουν τα μπράτσα μου κι ο χρόνος. Αν η ανάγνωση δεν είναι μόνον ζήτημα οράσεως, ώστε να απαιτούνται ακριβέστατοι χάρτες, γωνιόμετρα και παράμετροι, μόνον η πλεύση μου στα τυφλά μπορεί να αποκτήσει κάποιο νόημα. Δεν υπάρχουν υποχρεωτικά αναγνώσματα, όπως και μια βιβλιοθήκη δεν πρέπει να έχει το όμοιο της. Είναι τόσες οι βιβλιοθήκες, όσοι και οι άνθρωποι. Κι ένας άνθρωπος βιβλίο-το-βιβλίο χτίζει τη ζωή του: χωρίς να λαμβάνει υπ' όψη του τα "απαραίτητα" και τα "καλύτερα εκατό βιβλία όλων των αιώνων". Κι όταν χρησιμοποιήσει μερικά, το οικοδόμημά του τελικά θα φαντάζει πρωτότυπο και μοναδικό στο είδος του. Από διαφορετικούς δρόμους πρέπει να φτάσει κανείς στα 100 βιβλία: χρειάζεται μόχθος προσωπικός, ξετύλιγμα μίτου της Αριάδνης. Θησέας ανυποψίαστος του έργου που επιτελεί, ο εν δυνάμει αναγνώστης ξετυλίγει το μίτο που του έλαχε ανά χείρας, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του και τη δυναμική του. Δεν υπάρχουν υποχρεωτικές αναγνώσεις, ίσως μόνον υποχρεωμένοι αναγνώστες. Ο ιδιότυπος λαβύρινθος των βιβλίων διαθέτει πάμπολλους διαδρόμους, αλλά δεν έχει έξοδο. Επειδή, ακριβώς, οι διασταυρώσεις από βιβλίο σε βιβλίο είναι αναρίθμητες, ο καθένας, στο τέλος των επιλογών του, θα έχει διαγράψει μια τόσο πρωτότυπη διαδρομή, που και ο ίδιος ακόμη θα είναι αδύνατον να την επαναλάβει. Γι αυτό περιφρονεί και δεν αποδέχεται με κανέναν τρόπο τον τίτλο του "επαρκούς αναγνώστη". Διαβάζετε, ελπίζω, όπως κι εγώ, πέρα από τα επαγγελματικά σας καθήκοντα. Δεν υπόκεισθε σε κανενός είδους περιορισμό και πειθαναγκασμό. Τα βιβλία που σας χαρίζουν τα αισθάνεστε ως βίαιη παρείσφρηση στα προσωπικά σας αναγνώσματα: ένα χαρισμένο βιβλίο συγκρούεται αναπόφευκτα με τον προσωπικό σας χρόνο ανάγνωσης. Όπως στην εθνική οδό: καθώς αισθάνεστε να σας προσπερνούν πιο γρήγορα και καινούρια αυτοκίνητα, μένετε με την αίσθηση πως ακατανίκητες δυνάμεις σας εκτοπίζουν. Δεν λέω, από βιβλίο σε βιβλίο, αυτή ακριβώς η ικανότητά του να μας εκτοπίζει, είναι η πρώτη του αρετή που μας κερδίζει. Αυτός που αισθάνεται τους κραδασμούς, αυτός που παραμερίζει στα ξέφρενα κορναρίσματα και στο αναβοσβήσιμο των φώτων – μακράς και βραχείας σκάλας – είναι αυτός που τελικώς υποκύπτει στην προσπέραση της ανάγνωσης και στον ανταγωνισμό. Η ανάγνωση είναι μια διαρκής προσπέλαση. Όταν όλα φαίνονται πως έχουν τελειώσει, και ουδέν νεώτερον υπό τον ήλιο θεωρείται δυνατό και παρήγορο, να την η καινούρια μηχανή, οι τουρμπίνες που δίνουν νέα ώθηση στην οκνηρή μας τακτική. Μας ξεπερνάει πάντα ένα βιβλίο, γι' αυτό ο αναγνώστης δεν μπορεί να πει ποτέ πως διάβασε όλα τα βιβλία.
Είναι η ατέλεια, ο ενδόμυχος μύθος της ανάγνωσης: το μη ολοκληρωμένο, η ανυποψίαστη εκδοχή, η απόκλιση της φωνής και του βλέμματος, οι αέναες μεταμορφώσεις του γνωστού μας θέματος, που τρέφουν τον αναγνώστη.
Ο αναγνώστης, λοιπόν, φεύγει, προτρέχει του καθημερινού του χρόνου. Πιστεύει πως δια της αναγνώσεως ακυρώνει τον παρόντα χρόνο, προστρέχοντας διαρκώς από σελίδα σε σελίδα, στο πραγματοποιημένο και μη επιδεχόμενο αντιρρήσεων μέλλον. Φοβούμενος να σκεφτεί το παρόν, τρέχει σε μια αμφιβόλου βεβαιότητας μελλοντική του αποκατάσταση. Ο αναγνώστης, φίλοι μου, πλεονεκτεί ωστόσο του "μανιακού" της ψυχιατρικής, που περιγράψαμε πιο πάνω, ως προς τούτο: γνωρίζει πως δεν οικειοποιείται το μέλλον ταυτόχρονα με την τελευταία σελίδα του βιβλίου του. Υπάρχουν ακόμη κι άλλα βιβλία που δεν διαβάσαμε, κι ακόμη άλλα τόσα.
Όπου ο αναγνώστης σταθεί να ξαποστάσει, εκεί υψώνεται και μια βιβλιοθήκη. Σταματάει να τρέχει από βιβλίο σε βιβλίο, κι αρχίζει να ανατρέχει τα βιβλία που έχει στην κατοχή του. Αν συνεχίσει εσαεί να τρέχει, χάνεται από το οπτικό μας πεδίο, γίνεται πλέον αντικείμενο της Ψυχιατρικής: αποκτάει επίθετα (π.χ. μανιώδης αναγνώστης) και παύει να μας ενδιαφέρει. Ήδη ο Σενέκας διαπίστωνε στην εποχή του πως είναι ψυχικά άρρωστος όποιος προστρέχει ακατάπαυστα από βιβλίο σε βιβλίο. "Τα πολλά βιβλία είναι άχρηστα", έγραφε στον αγαπητό του Λουκίλιο. "Αν δεν έχεις χρόνο να διαβάσεις όλα αυτά που μπορείς να αγοράσεις, κράτησε μόνον όσα μπορείς να διαβάσεις".
Όταν ο αναγνώστης σταθεί μπροστά στη βιβλιοθήκη του, αντιλαμβάνεται πως δεν του φτάνει πλέον ο χρόνος να ξαναδιαβάσει, να μελετήσει έστω τούτη τη φορά, όλα τα βιβλία που κατέχει. Χάνει τον ύπνο του λοιπόν, γιατί δεν ξέρει ποια να κρατήσει και ποια να πετάξει. Πολλά βιβλία δεν του θυμίζουν τίποτα, άλλα αποδεικνύονται απατηλά σε σχέση με αυτό που είχε πιστέψει, και άλλα πιο σημαντικά από ό,τι είχε υποψιαστεί. Έχει στο μυαλό τις μεγάλες και πλούσιες βιβλιοθήκες, αλλά δεν αισθάνεται πλέον τη γοητεία τους. Όποιος υποκύπτει στο μύθο της βιβλιοθήκης ως αναπαράστασης του σύμπαντος, γνωρίζει πολύ καλά πως δεν θα μπορέσει να την πραγματοποιήσει ποτέ. Τα βιβλία, όπως και οι πουτάνες, για να προεκτείνουμε τους παραλληλισμούς του Benjamin, έχουν στις μέρες μας κατακλύσει τον κόσμο. Αν αποφασίσει να τα κρατήσει όλα, ένα κι ένα ξεχωριστά να τα λατρεύει σαν αντικείμενα τέχνης, υποκύπτει στο πιο θανάσιμο αμάρτημα της ανάγνωσης, τη βιβλιοφιλία. Γίνεται βιβλιόφιλος μόνον όποιος αγαπά τα νεκρά βιβλία.
Ο αναγνώστης θα υπερβεί και αυτό το ατόπημα. Δεν θα γίνει ποτέ βιβλιόφιλος, δεν θα στοιβάξει τα βιβλία του στο πατάρι, δεν θα τα χαρίσει στους φίλους του, γιατί είναι ποταπό να χαρίζουμε ό,τι δεν μας αρέσει. Η καύση των βιβλίων είναι καταδικασμένη στη δημοκρατική μας συνείδηση (όση τέλος πάντων μας έχει απομείνει), γιατί υπάρχει πλέον η πολτοποίηση και περαιτέρω η ανακύκλωση, που δημοκρατικότατα την έχει αντικαταστήσει. Η παραγωγή των νέων βιβλίων γίνεται πλέον από το χαρτί των παλιών βιβλίων, και πάει λέγοντας. Και δεν έχουν αλλάξει διεύθυνση τα απανταχού γιουσουρούμ με τους παλαιοπώλες.
Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να καταδικάσει τον αναγνώστη όταν, τακτοποιώντας τη βιβλιοθήκη του, κάψει ή σχίσει κάποια στιγμή τα μοχθηρά και περιττά βιβλία του. Ο αναγνώστης αν δεν κατασπαράξει τα βιβλία του, δεν είναι αναγνώστης. Ας δοκιμάσει την επόμενη φορά να γίνει ακαδημαϊκός, δάσκαλος και βιβλιοθηκάριος. Η ιδανική βιβλιοθήκη είναι μόνον η προσωπική σας βιβλιοθήκη. Όπως η Εγκυκλοπαίδεια πηγαίνει πάντα από το "Α" μέχρι το "Ω", παραλλάσσοντας συνεχώς τα λήμματα και τις διαδρομές της, έτσι και η ιδανική βιβλιοθήκη του αναγνώστη διαμορφώνεται συνεχώς μέσα από τον καπνό και την ταραχή των καμένων του σελίδων. Τίποτα δεν είναι ιερό, πολύ περισσότερο το βιβλίο ή ο συγγραφέας του. Ιερή είναι μόνο η συνείδηση, που μας διαμορφώνει.

Σωτήρης Παστάκας, Εγκόλπιο του Καλού Αναγνώστη, «Μέρος Α», Εκδόσεις Ενδυμίων

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Τάδε έφη Βασίλης Λαμπρόπουλος

– Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;
Η «ελληνικότητα» ήταν ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα διανοουμένων του Μεσοπολέμου το οποίο δημιουργήθηκε μετά τον ανεπανόρθωτο τραυματισμό του οικουμενικού Ελληνισμού το 1922. Αντικατέστησε τον κοσμοπολιτισμό ενός Καβάφη με την τοπογραφία ενός Ελύτη, προσφέροντας αίσθημα για συνείδηση. Έτσι, η αισθητική της «ελληνικότητας» έγινε η ηθική του Ελλαδισμού και άνθησε για μισό αιώνα περίπου. Στη δεκαετία του 1990 έχασε και το πολιτιστικό και το πνευματικό της κύρος και σήμερα επιβιώνει μόνο στους χώρους του υψηλού ή δημώδους λαϊκισμού. Αποτελεί πλέον αντικείμενο ιστορικής μελέτης μαζί με παλαιότερα κινήματα, όπως ο Ρομαντισμός και ο Συμβολισμός. Εδώ και είκοσι χρόνια, η διερεύνηση της μείξης και της υβριδικότητας έχει θέσει τις αντιλήψεις περί Ελληνισμού σε μια νέα, πλουσιότατη προβληματική, στην οποία συμβάλλουν τόσο οι τέχνες όσο και οι επιστήμες.

– Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.
Το κάλεσμα του κόρνου και η απάντηση του πιάνου στην αρχή του 2ου κοντσέρτου του Μπραμς. Είναι κάτι που εγώ έπλασα ελληνικό κι έτσι λειτουργεί έξω από συμβατικούς προσδιορισμούς.
– Η υπέροχη εκδοχή του Έλληνα.
Ο Έλληνας είναι υπέροχος όταν παύει να χρησιμοποιεί το δεκανίκι της εθνικής ταύτισης και πορεύεται αυτόνομος και γενικά όταν δεν αντλεί ούτε δικαίωση ούτε ενότητα από την προσκόλλησή του σε κάποιο συλλογικό μεγαλείο. Ο υπέροχος Έλλην δεν σε κάνει ποτέ να συνδέεις την υπεροχή με την καταγωγή του.

– Αυτό που με χαλάει.
Η προγονολατρία που εστιάζεται στις «χαμένες πατρίδες» και συντελεί στο να αγνοούνται οι υπάρχουσες πατρίδες. Η νοσταλγία για Σμύρνη, Αλεξάνδρεια και Οδησσό που ενθαρρύνει την αδιαφορία για Ντιτρόιτ, Μελβούρνη και Τορόντο. Η εμμονή για ό,τι παρήλθε στη Μεσόγειο, που κλείνει τα μάτια σε ό,τι αναπτύσσεται στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό. Η προσκόλληση στην έννοια της αποδημίας ενώ ζούμε στον αιώνα της διασποράς. (Φυσικά και υπήρξε ένας πλούσιος λεβαντίνικος κόσμος, φυσικά και υπάρχει μετανάστευση. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να αίρονται σε εθνικά σύμβολα και να μονοπωλούν τον ελληνικό κοσμοπολιτισμό.)

– Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Έλληνας σήμερα;
Προσόν όταν θεωρείται ιδιότητα προς διεκδίκηση, μειονέκτημα όταν εκλαμβάνεται σαν ταυτότητα προς κατοχύρωση.

– Παράγει πολιτισμό ο Έλληνας της νέας εποχής ή μένει κολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;
Καθημερινά, εκατομμύρια ανθρώπων παράγουν πολιτισμό αναπτύσσοντας γόνιμο διάλογο με την ελληνική σκέψη, τέχνη κι επιστήμη όλων των εποχών. Ορισμένοι φιλέρευνοι Έλληνες συμμετέχουν ενεργά και ισότιμα σε αυτό τον οικουμενικό διάλογο ενώ άλλοι, από αδράνεια, άγνοια ή αυταρέσκεια, απέχουν. – Με ποια ταυτότητα οι Έλληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;Με την ταυτότητα ενός «Τζον Σμιθ», 20χρoνου φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Μίσιγκαν που, επειδή ακούει πως είχε κάποια Ελληνίδα προγιαγιά, παρακολουθεί ένα-δυο νεοελληνικά μαθήματα για να δει αν κάτι τον συνδέει με αυτή τη μακρινή πλευρά της καταγωγής του (περισσότερο, ας πούμε, από την ιταλική ή τη μεξικανική). Αυτό θα αποτελέσει μια προσωπική απόφαση, που θα χρειαστεί χρόνο και δεν ξέρουμε ακόμη πού θα καταλήξει. Η ταυτότητα συνιστά διακύβευμα. – Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.Αναρωτιέμαι γιατί η δημοκρατία διαπράττει συχνά ύβρη και αυτοκαταστρέφεται. Πέταξα τη σεφερική εντολή: «Δέξου ποιος είσαι. / Το ποίημα… / Θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις. / Τα περισσότερα / σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις». – Ο Έλληνας ποιητής μου.Ο Dionisio conte Salamon, νόθος γιος, γεννημένος Γάλλος πολίτης, εβραϊκής καταγωγής, που έζησε σε ένα βρετανικό προτεκτοράτο μιλώντας Ιταλικά και δεν πήγε στην ελεύθερη Ελλάδα αφού την βρήκε σε Γερμανούς συγγραφείς. – Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.
Κάθε αλήθεια είναι αδιαπραγμάτευτη και μάλιστα οι ελληνικές. Μια απόλυτη αλήθεια δεν είναι ελληνική, είναι θεοκρατική. Μόνον όποιος στερείται αυτοπεποίθησης έχει ανάγκη την αδιαλλαξία και αρνείται να διαπραγματευθεί.

– Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.
Η Οδός των Ελλήνων εκεί που ζω είναι κεντρόφυγος: οδηγεί μακριά και επιζητεί το διαφορετικό. Είναι η οδός εκείνων που έφυγαν από την όποια εστία τους για να γίνουν άλλοι Έλληνες, εκείνων που γίνονται Έλληνες διαφέροντας αλλού. Οι δικοί μου Έλληνες είναι πλάνητες πολίτες του παγκόσμιου Ελληνισμού: δεν έφτασαν στην πατρίδα τους διότι παραμένουν καθ’ οδόν εφευρίσκοντας και ανασκευάζοντάς την. Πατριδογνωσία και πατριδοκλασία είναι αλληλένδετα.