Τρίτη, 16 Ιουλίου 2019

Μίσος

Για να είναι αναγνωρίσιμος και επίφοβος ο εχθρός, πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι μας ή στο κατώφλι του σπιτιού μας. Να, λοιπόν γιατί οι Εβραίοι. Μας τους έδωσε η Θεία Πρόνοια, ας τους χρησιμοποιήσουμε, που να πάρει, κι ας προσευχόμαστε να υπάρχει πάντα ένας Εβραίος για να τον μισούμε ή να τον φοβόμαστε. Κάποιος είπε ότι ο πατριωτισμός είναι το έσχατο καταφύγιο των απατεώνων: όποιος δεν έχει ηθικές αρχές τυλίγεται συνήθως με μια σημαία και όλοι οι μπάσταρδοι επικαλούνται την καθαρότητα της φυλής τους. Η εθνική ταυτότητα είναι το τελευταίο καταφύγιο των άκληρων. Η αίσθηση της ταυτότητας βασίζεται στο μίσος, στο μίσος γι’αυτόν που δεν είναι ίδιος. Θα πρέπει να καλλιεργήσουμε το μίσος σαν πολιτικό πάθος. Ο εχθρός είναι ο φίλος των λαών. Χρειάζεται πάντα να μισούμε κάποιον για να νιώθουμε δικαιωμένοι μές στην δυστυχία μας. Το μίσος είναι το πραγματικό αρχέγονο πάθος. Και η αγάπη είναι μια ανώμαλη κατάσταση. Γι’αυτό και σκοτώθηκε ο Χριστός: μιλούσε ενάντια στη φύση. Δεν αγαπούμε κάποιον για όλη μας τη ζωή, αυτή η ανέφικτη ελπίδα γεννάει τη μοιχεία, τη μητροκτονία, την προδοσία του φίλου…Αντίθετα μπορούμε να μισούμε κάποιον για όλη μας τη ζωή. Αρκεί να βρίσκεται πάντα εκεί για ν’αναζωπυρώνει το μίσος μας. Το μίσος ζεσταίνει την καρδιά.

Ουμπέρτο Έκο, Το κοιμητήριο της Πράγας

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

Αναρχικοί και Ονειροπόλοι

«Εμείς οι λιμπερτάριοι είμαστε Κοκκινολαίμηδες , θαρραλέοι όπως εκείνο το πουλάκι, πριν από πολλά χρόνια, που θέλησε να πάει στο γεράκι. Θέλεις να σου τη διηγηθώ πάλι»?
...«Ήταν λοιπόν αυτός ο Κοκκινολαίμης, τόσο μικρός, που χωρούσε στην παλάμη του ενός χεριού, αλλά είχε τις δικές του ιδέες και κανείς δεν κατάφερνε να του τις βγάλει απ’ το κεφάλι. Ήθελε να πετάει εδώ κι εκεί, να βλέπει τον κόσμο, να τσιμπολογάει όπου έβρισκε να χορτάσει την πείνα του και καθόλου δεν του άρεσε που του ‘χαν ορίσει τη θεσούλα του και το θέμα είχε λήξει. Έτσι μια μέρα, πήρε το θάρρος και παρουσιάστηκε στον κύριο γεράκι, τον βασιλιά των πουλιών του δάσους.
-Θα ήθελα την άδεια εξοχότατε, να πηγαίνω λιγουλάκι όπου μου αρέσει, άλλωστε δεν θα ενοχλούσα κανέναν, μικρούλης όπως είμαι.
Έτσι του ‘πε, και στο μεταξύ έτρεμε και το τελευταίο πουπουλάκι του. Το γεράκι σκοτείνιασε αμέσως και είπε χοντραίνοντας τη φωνή του:
-Αυτή η υπόθεση δεν μ’ αρέσει καθόλου. Πρέπει να βάλεις μυαλό και να πάψεις να ενοχλείς με τις απαιτήσεις σου. Δίνε του η αλλιώς φωνάζω τις καρακάξες.
Και λέγοντας αυτά, χωρίς καν να το πάρει είδηση, του έδωσε μια με το πόδι του και του μάτωσε τη φτερούγα του. Το πλήρωσε ακριβά εκείνο το πουλάκι το πάθος του για ελευθερία. Μα πεισματάρικο καθώς ήταν, σε δυο τρεις μέρες ήταν πάλι στον αέρα και πετούσε! Κακήν κακώς βέβαια και θεόστραβα, σέρνοντας την πληγωμένη φτερούγα του. Έμοιαζε με παλιάτσο, τόσο αστείος ήταν, με τον τρόπο που είχε βρει να πετάει μόνο μ’ ένα φτερό! Κι όλα τα πουλιά δώσ’ του να γελάνε. Κι έσκαγαν στα γέλια το γεράκι και οι καρακάξες του. Έτσι που, από τα πολλά γέλια, κανείς δεν έπαιρνε είδηση ότι κάθε μέρα που περνούσε ο Κοκκινολαίμης πετούσε όλο και λίγο ψηλότερα, όλο και λίγο μακρύτερα από το μέρος που του είχαν ορίσει. Και τη μέρα που το γεράκι το κατάλαβε, ο Κοκκινολαίμης πετούσε πια τόσο ψηλά, που από κει πάνω άρχισε να βομβαρδίζει το βασιλιά των πουλιών στο κεφάλι με σκατούλες!!!».
Νομίζω πως είναι μια τεκμηριωμένη, πολιτική και ηθική αγωγή, υπάρχουμε εμείς οι Λιμπερτάριοι Κοκκινολαίμηδες και υπάρχει η Αναρχία. Η θεία Αναρχία είναι μακριά, αλλά οι καλές της επιρροές έμελλε να με κάνουν καλύτερο, πιο θαρραλέο και πιο ωραίο, διαφορετικό απ’ τη μάζα των σκλάβων που δεν τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι...

Μαουρίτσιο Ματζάνι, Αναρχικοί και Ονειροπόλοι