Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Εγκόλπιο του καλού αναγνώστη

Aισθάνομαι καλύτερα όταν αγοράζω βιβλία. Το άγχος, η κατάθλιψη μοιάζουν ως εκ θαύματος να υποχωρούν με τα φρεσκοαγορασμένα μου βιβλία υπό μάλης. Ο χρόνος μού συμπαραστέκεται. Το βιβλίο με δικαιώνει. Βρίσκω επιτέλους το δίκαιό μου: οι μάταιοι αγώνες, η αφέλεια, η ατολμία μου βρίσκουν επιτέλους το φωτεινό τους επιστέγασμα. Κι αν βρέξει, κι αν χιονίσει, θα μου υπολείπονται ακόμη εξακόσιες σελίδες. Στο βιβλίο εσόδων-εξόδων θα καταγράψω την τελειωτική μου νίκη. Λήσμων της μονάδας μετρήσεως, από σελίδα σε σελίδα, θα αναδείξω τον πραγματικό διαιτητή της ύπαρξής μου. Άλλοι ας μετρούν με δευτερόλεπτα και κλάσματα δευτερολέπτου τη γήινη παρουσία τους: σε δέκα χρόνια δεν θα έχουν τίποτα να θυμούνται: οι πορείες, τα λάβαρα, θα έχουν προ καιρού απ' την ντροπή τους κοκκινίσει. Άλλοι ας καυχώνται για όσα έχουν γράψει, εγώ είμαι υπερήφανος για αυτά που έχω διαβάσει.
Θυμάμαι ακόμη τον Bohumil Hrabal να ταΐζει τις γάτες του στην Πράγα, τον Ατσέγκ να κερδίζει στο σκάκι ταυτοχρόνως μια στρατιά από αντίπαλους, τον Fernando Pessoa να καταμετρά τα σύννεφα στον ουρανό της Λισαβόνας, και τον Επταήμερο να αναχωρεί διαρκώς σαν τους Αργοναύτες. Ο Φλέμπας αποσυντίθεται, γινόμενος τροφή για τα ψάρια: τα ερείπια θα ξαναγίνουν ερείπια, στις ημέρες μας. Κι εγώ θα ήθελα να πεθάνω, αλλά αποφάσισα τελικά να διαβάσω. Ίσως από το φόβο, μήπως και διαβώ από τον κόσμο τούτο χωρίς να γνωρίσω τον καλύτερο από όλους μου τους φίλους. Είναι γιατί αισθάνομαι ατελής, που δεν τόλμησα μια και καλή να τελειώνω.
Ωστόσο, αν η ανάγνωση μοιάζει με θάλασσα, όχι δεν θα επιχειρήσω να την αδειάσω με το κουβαδάκι. Τόσο νερό θα κουβαλήσω, όσο μου επιτρέπουν τα μπράτσα μου κι ο χρόνος. Αν η ανάγνωση δεν είναι μόνον ζήτημα οράσεως, ώστε να απαιτούνται ακριβέστατοι χάρτες, γωνιόμετρα και παράμετροι, μόνον η πλεύση μου στα τυφλά μπορεί να αποκτήσει κάποιο νόημα. Δεν υπάρχουν υποχρεωτικά αναγνώσματα, όπως και μια βιβλιοθήκη δεν πρέπει να έχει το όμοιο της. Είναι τόσες οι βιβλιοθήκες, όσοι και οι άνθρωποι. Κι ένας άνθρωπος βιβλίο-το-βιβλίο χτίζει τη ζωή του: χωρίς να λαμβάνει υπ' όψη του τα "απαραίτητα" και τα "καλύτερα εκατό βιβλία όλων των αιώνων". Κι όταν χρησιμοποιήσει μερικά, το οικοδόμημά του τελικά θα φαντάζει πρωτότυπο και μοναδικό στο είδος του. Από διαφορετικούς δρόμους πρέπει να φτάσει κανείς στα 100 βιβλία: χρειάζεται μόχθος προσωπικός, ξετύλιγμα μίτου της Αριάδνης. Θησέας ανυποψίαστος του έργου που επιτελεί, ο εν δυνάμει αναγνώστης ξετυλίγει το μίτο που του έλαχε ανά χείρας, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του και τη δυναμική του. Δεν υπάρχουν υποχρεωτικές αναγνώσεις, ίσως μόνον υποχρεωμένοι αναγνώστες. Ο ιδιότυπος λαβύρινθος των βιβλίων διαθέτει πάμπολλους διαδρόμους, αλλά δεν έχει έξοδο. Επειδή, ακριβώς, οι διασταυρώσεις από βιβλίο σε βιβλίο είναι αναρίθμητες, ο καθένας, στο τέλος των επιλογών του, θα έχει διαγράψει μια τόσο πρωτότυπη διαδρομή, που και ο ίδιος ακόμη θα είναι αδύνατον να την επαναλάβει. Γι αυτό περιφρονεί και δεν αποδέχεται με κανέναν τρόπο τον τίτλο του "επαρκούς αναγνώστη". Διαβάζετε, ελπίζω, όπως κι εγώ, πέρα από τα επαγγελματικά σας καθήκοντα. Δεν υπόκεισθε σε κανενός είδους περιορισμό και πειθαναγκασμό. Τα βιβλία που σας χαρίζουν τα αισθάνεστε ως βίαιη παρείσφρηση στα προσωπικά σας αναγνώσματα: ένα χαρισμένο βιβλίο συγκρούεται αναπόφευκτα με τον προσωπικό σας χρόνο ανάγνωσης. Όπως στην εθνική οδό: καθώς αισθάνεστε να σας προσπερνούν πιο γρήγορα και καινούρια αυτοκίνητα, μένετε με την αίσθηση πως ακατανίκητες δυνάμεις σας εκτοπίζουν. Δεν λέω, από βιβλίο σε βιβλίο, αυτή ακριβώς η ικανότητά του να μας εκτοπίζει, είναι η πρώτη του αρετή που μας κερδίζει. Αυτός που αισθάνεται τους κραδασμούς, αυτός που παραμερίζει στα ξέφρενα κορναρίσματα και στο αναβοσβήσιμο των φώτων – μακράς και βραχείας σκάλας – είναι αυτός που τελικώς υποκύπτει στην προσπέραση της ανάγνωσης και στον ανταγωνισμό. Η ανάγνωση είναι μια διαρκής προσπέλαση. Όταν όλα φαίνονται πως έχουν τελειώσει, και ουδέν νεώτερον υπό τον ήλιο θεωρείται δυνατό και παρήγορο, να την η καινούρια μηχανή, οι τουρμπίνες που δίνουν νέα ώθηση στην οκνηρή μας τακτική. Μας ξεπερνάει πάντα ένα βιβλίο, γι' αυτό ο αναγνώστης δεν μπορεί να πει ποτέ πως διάβασε όλα τα βιβλία.
Είναι η ατέλεια, ο ενδόμυχος μύθος της ανάγνωσης: το μη ολοκληρωμένο, η ανυποψίαστη εκδοχή, η απόκλιση της φωνής και του βλέμματος, οι αέναες μεταμορφώσεις του γνωστού μας θέματος, που τρέφουν τον αναγνώστη.
Ο αναγνώστης, λοιπόν, φεύγει, προτρέχει του καθημερινού του χρόνου. Πιστεύει πως δια της αναγνώσεως ακυρώνει τον παρόντα χρόνο, προστρέχοντας διαρκώς από σελίδα σε σελίδα, στο πραγματοποιημένο και μη επιδεχόμενο αντιρρήσεων μέλλον. Φοβούμενος να σκεφτεί το παρόν, τρέχει σε μια αμφιβόλου βεβαιότητας μελλοντική του αποκατάσταση. Ο αναγνώστης, φίλοι μου, πλεονεκτεί ωστόσο του "μανιακού" της ψυχιατρικής, που περιγράψαμε πιο πάνω, ως προς τούτο: γνωρίζει πως δεν οικειοποιείται το μέλλον ταυτόχρονα με την τελευταία σελίδα του βιβλίου του. Υπάρχουν ακόμη κι άλλα βιβλία που δεν διαβάσαμε, κι ακόμη άλλα τόσα.
Όπου ο αναγνώστης σταθεί να ξαποστάσει, εκεί υψώνεται και μια βιβλιοθήκη. Σταματάει να τρέχει από βιβλίο σε βιβλίο, κι αρχίζει να ανατρέχει τα βιβλία που έχει στην κατοχή του. Αν συνεχίσει εσαεί να τρέχει, χάνεται από το οπτικό μας πεδίο, γίνεται πλέον αντικείμενο της Ψυχιατρικής: αποκτάει επίθετα (π.χ. μανιώδης αναγνώστης) και παύει να μας ενδιαφέρει. Ήδη ο Σενέκας διαπίστωνε στην εποχή του πως είναι ψυχικά άρρωστος όποιος προστρέχει ακατάπαυστα από βιβλίο σε βιβλίο. "Τα πολλά βιβλία είναι άχρηστα", έγραφε στον αγαπητό του Λουκίλιο. "Αν δεν έχεις χρόνο να διαβάσεις όλα αυτά που μπορείς να αγοράσεις, κράτησε μόνον όσα μπορείς να διαβάσεις".
Όταν ο αναγνώστης σταθεί μπροστά στη βιβλιοθήκη του, αντιλαμβάνεται πως δεν του φτάνει πλέον ο χρόνος να ξαναδιαβάσει, να μελετήσει έστω τούτη τη φορά, όλα τα βιβλία που κατέχει. Χάνει τον ύπνο του λοιπόν, γιατί δεν ξέρει ποια να κρατήσει και ποια να πετάξει. Πολλά βιβλία δεν του θυμίζουν τίποτα, άλλα αποδεικνύονται απατηλά σε σχέση με αυτό που είχε πιστέψει, και άλλα πιο σημαντικά από ό,τι είχε υποψιαστεί. Έχει στο μυαλό τις μεγάλες και πλούσιες βιβλιοθήκες, αλλά δεν αισθάνεται πλέον τη γοητεία τους. Όποιος υποκύπτει στο μύθο της βιβλιοθήκης ως αναπαράστασης του σύμπαντος, γνωρίζει πολύ καλά πως δεν θα μπορέσει να την πραγματοποιήσει ποτέ. Τα βιβλία, όπως και οι πουτάνες, για να προεκτείνουμε τους παραλληλισμούς του Benjamin, έχουν στις μέρες μας κατακλύσει τον κόσμο. Αν αποφασίσει να τα κρατήσει όλα, ένα κι ένα ξεχωριστά να τα λατρεύει σαν αντικείμενα τέχνης, υποκύπτει στο πιο θανάσιμο αμάρτημα της ανάγνωσης, τη βιβλιοφιλία. Γίνεται βιβλιόφιλος μόνον όποιος αγαπά τα νεκρά βιβλία.
Ο αναγνώστης θα υπερβεί και αυτό το ατόπημα. Δεν θα γίνει ποτέ βιβλιόφιλος, δεν θα στοιβάξει τα βιβλία του στο πατάρι, δεν θα τα χαρίσει στους φίλους του, γιατί είναι ποταπό να χαρίζουμε ό,τι δεν μας αρέσει. Η καύση των βιβλίων είναι καταδικασμένη στη δημοκρατική μας συνείδηση (όση τέλος πάντων μας έχει απομείνει), γιατί υπάρχει πλέον η πολτοποίηση και περαιτέρω η ανακύκλωση, που δημοκρατικότατα την έχει αντικαταστήσει. Η παραγωγή των νέων βιβλίων γίνεται πλέον από το χαρτί των παλιών βιβλίων, και πάει λέγοντας. Και δεν έχουν αλλάξει διεύθυνση τα απανταχού γιουσουρούμ με τους παλαιοπώλες.
Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να καταδικάσει τον αναγνώστη όταν, τακτοποιώντας τη βιβλιοθήκη του, κάψει ή σχίσει κάποια στιγμή τα μοχθηρά και περιττά βιβλία του. Ο αναγνώστης αν δεν κατασπαράξει τα βιβλία του, δεν είναι αναγνώστης. Ας δοκιμάσει την επόμενη φορά να γίνει ακαδημαϊκός, δάσκαλος και βιβλιοθηκάριος. Η ιδανική βιβλιοθήκη είναι μόνον η προσωπική σας βιβλιοθήκη. Όπως η Εγκυκλοπαίδεια πηγαίνει πάντα από το "Α" μέχρι το "Ω", παραλλάσσοντας συνεχώς τα λήμματα και τις διαδρομές της, έτσι και η ιδανική βιβλιοθήκη του αναγνώστη διαμορφώνεται συνεχώς μέσα από τον καπνό και την ταραχή των καμένων του σελίδων. Τίποτα δεν είναι ιερό, πολύ περισσότερο το βιβλίο ή ο συγγραφέας του. Ιερή είναι μόνο η συνείδηση, που μας διαμορφώνει.

Σωτήρης Παστάκας, Εγκόλπιο του Καλού Αναγνώστη, «Μέρος Α», Εκδόσεις Ενδυμίων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.