Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Ντελέζ και Φουκώ, πολιτικές και α-πολιτικές

Καθένας με τον τρόπο του, ο Ντελέζ και ο Φουκώ, διέβλεψαν από τη δεκαετία του ’70 την κατάρρευση του πολιτικού παραδείγματος της νεωτερικότητας. Προανήγγειλαν μια στρατηγική κρίση τη στιγμή της γέννησής της, και συνέβαλαν μ’ αυτόν τον τρόπο στη διόγκωσή της. Επρόκειτο ενδεχομένως για την αναγκαία στιγμή του αρνητικού. Οι συστατικές κατηγορίες του θεάτρου των πολιτικών διεργασιών (ο λαός, το έδαφος, τα σύνορα, η ιδιότητα του πολίτη, η εθνικότητα, η κυριαρχία, ο πόλεμος, η πολιτεία, το διεθνές δίκαιο), από τον Μακιαβέλι, τον Χομπς, τον Γκρότιους και τον Ρουσσώ, άρχισαν να αποτελούν πρόβλημα, χωρίς να ξεπροβάλλει ακόμα το περίγραμμα ενός νέου παραδείγματος. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, χρειαζόταν επίσης η αργή ωρίμανση των νέων εμπειριών και ο κλονισμός που θα επιφέρουν διάφορα συμβάντα θεμελιωτικού χαρακτήρα. Αλλά εκείνη η εποχή ήταν εποχή αποσυνθέσεων και όχι ανασυνθέσεων, εποχή δύσης και όχι ανατολής του ηλίου.
Ο Ντελέζ και ο Φουκώ εμφανίζονται έτσι ως αγγελιοφόροι μιας τριπλής προαναγγελθείσας κρίσης: κρίση της νεωτερικής ιστορικότητας, κρίση των στρατηγικών χειραφέτησης, κρίση των κριτικών θεωριών. Κρίση των όπλων της κριτικής, αλλά επίσης κρίση της κριτικής των όπλων.
Θυμόμαστε ασφαλώς την ανηλεή κρίση που διατύπωσε ο Ντελέζ σε σχέση με τη μιντιακή προώθηση των «νέων φιλοσόφων», στα τέλη της δεκαετίας του ’70: «κατασκευάζουν μια μαρτυρολογία» και «ζουν από πτώματα». Επρόκειτο πράγματι, εν τη γενέσει της, «για την άρνηση κάθε πολιτικής» . Ετούτη η σωστή ετυμηγορία επιβεβαιώθηκε έκτοτε οδυνηρά. Εν αντιθέσει με τους νέους φιλοσόφους, ο λόγος του Ντελέζ ήταν εντούτοις σε σχέση με αυτούς εν μέρει συμμετρικός. Η κρυμμένη ρίζα της κρίσης βρισκόταν κατά τη γνώμη του σε μια κρίση ιστορικότητας. Αναζητούσε τη λύση στα πλαίσια μιας ριζικής αντίθεσης ανάμεσα στην ιστορία (που έχει αναχθεί σε μια προοδευτική τελεολογία) και στο γίγνεσθαι: «Γίγνεσθαι δεν σημαίνει να προχωράς ή να οπισθοχωρείς με μια σειρά… Το γίγνεσθαι είναι ρίζωμα, δεν είναι ταξινομητικό ή γενεαλογικό δέντρο» . Ενάντια σε μια ιστορία που προορίζεται να φτάσει σε ένα (αίσιο) προαναγγελθέν τέλος, το γίγνεσθαι είχε το πλεονέκτημα να παράγει μια διάσταση πρωτότυπου και καινούριου, να παραμένει ανοιχτό στην πληθυντικότητα των δυνατοτήτων. Έτεινε ωστόσο να δικαιολογήσει επίσης μια μικροπολιτική δίχως στρατηγικό ορίζοντα, μια απολογία τού δίχως σκοπό κινήματος και της διαδρομής που χαράσσεται «καθ’ οδόν».
Για τον Ντελέζ, η «παραγωγή ενός συμβάντος» ήταν επομένως «το αντίθετο απ’ την παραγωγή μιας ιστορίας». Αυτή η ριζική αντινομία αποτελούσε μια απελευθερωτική κίνηση εξέγερσης ενάντια στην τυραννία των δομών και του «νοήματος της ιστορίας». Συναντούμε στον Φουκώ το ίδιο ενδιαφέρον για τη συμβαντική διάνοιξη: «Δεν με ενδιαφέρει αυτό που δεν κινείται, με ενδιαφέρει το συμβάν», το οποίο δεν έχει σχεδόν καθόλου μελετηθεί ακόμη «ως φιλοσοφική κατηγορία» . Για όσους ασφυκτιούσαν υπό το βάρος του ιστορικού φαταλισμού των μύθων και των θρύλων της εύτακτης προόδου, τούτη «η επιστροφή του συμβάντος στο πεδίο της ιστορίας» (η οποία επιβλήθηκε από την εισβολή του Μάη του ’68) αποτελούσε μια αναμφισβήτητη ανακούφιση. Αλλά ένα συμβάν χωρίς ιστορία, ένα συμβάν που έχει ξεριζωθεί από τις συνθήκες δυνατότητάς του, μετασχηματίζεται γρήγορα σε απλή υποκειμενική επιθυμία, ή σε αμιγώς αφηρημένη ενδεχομενικότητα, που εκφράζει ό,τι το θαύμα στην περίπτωση της θεολογίας. Γίνεται επομένως δύσκολο να κατανοηθεί ως προς αυτό ακριβώς που συνιστά την ενικότητά του.
Η φράση του Φουκώ σύμφωνα με την οποία «το πρόβλημα σήμερα συνίσταται στο (…) κατά πόσο είναι επιθυμητή η επανάσταση» αποδεικνύεται έτσι ανίκανη να συλλάβει τις τραγωδίες και τα αινίγματα του αιώνα σε όλη τους της κοινωνική και ιστορική βαθύτητα. Η επανάσταση ανάγεται τότε σε μια υπόθεση επιθυμητικής υποκειμενικότητας. Γιατί ήταν βαθιά η πολιτική σύγχυση που διαπερνούσε τον Φουκώ όταν έγραφε: «Εδώ και 120 χρόνια, είναι η πρώτη φορά που δεν υπάρχει πλέον επί της γης ούτε ένα σημείο απ’ όπου θα μπορούσε να ξεπεταχτεί το φως μιας προσμονής. Δεν υπάρχει πλέον προσανατολισμός».
Προσμονή; Μηδενική!
Προσανατολισμός; Θόλωσαν τα σημεία του ορίζοντα!
Ετούτη η απομάγευση ήταν λογικό επακόλουθο μιας ψευδαισθητικής επένδυσης στις κρατικές περιπέτειες της επαναστατικής προσδοκίας. Μετά τη γραφειοκρατική αντεπανάσταση στη Ρωσία, ούτε η Κίνα ούτε η σπαρασσόμενη Ινδοκίνα μπορούσαν πλέον να ενσαρκώσουν μια χειραφετητική πολιτική. Δεν «υπάρχει πλέον ούτε μια χώρα», διαπίστωνε με πίκρα ο Φουκώ, την οποία θα μπορούσαμε «να επικαλεστούμε για να πούμε: να τι πρέπει να γίνει». Η ευρωπαϊκή επαναστατική σκέψη έχασε όλα τα στηρίγματά της. Νοσταλγία για τις χαμένες «πατρίδες» του πραγματικά ανύπαρκτου σοσιαλισμού; Κι όμως, απ’ αυτήν την αναγκαία αποσαφήνιση της κατάστασης, απ’ αυτήν την αναγκαία απαλλαγή από τις αυταπάτες θα εξαρτηθεί κάθε νέα ρίψη των ζαριών στο μέλλον.
Αντί η επαναστατική σκέψη να επιχειρήσει να υπερβεί την κρίση της μέσα από την εξάπλωση της διαρκούς επανάστασης, στον χρόνο και στον χώρο, έτεινε αντιθέτως, στο κατώφλι της δεκαετίας του ’80, να συρρικνωθεί και να αναχθεί στις μοριακές επαναστάσεις των τεχνικών και της καθημερινής ζωής. Ο Φουκώ παρηγορεί τον εαυτό του για τις αυταπάτες που χάθηκαν, σκεπτόμενος την επανάσταση «όχι απλώς ως ένα πολιτικό σχέδιο, αλλά ως ύφος, ως τρόπο ύπαρξης, με την αισθητική του, τον ασκητισμό του, τις ιδιαίτερες μορφές σχέσης με τον εαυτό και με τους άλλους». Πρόκειται, κατά συνέπεια, για μια μινιμαλιστική επανάσταση, που παραπέμπει σ’ ένα ύφος και μια αισθητική, και δεν έχει καμιά πολιτική φιλοδοξία. Ο δρόμος είχε ανοίξει κατά το ήμισυ για τις εξεγέρσεις μικρής κλίμακας και τις λεπτές μεταμοντέρνες ηδονές.
Η πρόκληση που εξαπολυόταν προς το φετίχ της Επανάστασης με έψιλον κεφαλαίο έκανε βέβαια πιο σκοτεινό τον ορίζοντα, αλλά είχε επίσης την αρετή να διαλύει τα κακά μάγια: «Ήρθε η εποχή της Επανάστασης. Εδώ και δυο αιώνες, επισκίασε την ιστορία, καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο, συγκέντρωσε πάνω της όλες τις ελπίδες. Αποτέλεσε μια γιγαντιαία προσπάθεια για να εισαχθεί η εξέγερση στο εσωτερικό μιας ορθολογικής και ελέγξιμης ιστορίας» . Να ποιο ήταν επομένως το ζήτημα: να δούμε εάν ήταν πράγματι «τόσο επιθυμητή αυτή η επανάσταση» και εάν «άξιζε τον κόπο». Ο Φουκώ μας προτρέπει να ξεφύγουμε από την «κενή μορφή μιας οικουμενικής επανάστασης», ώστε να μπορέσουμε να αντιληφθούμε καλύτερα την πληθυντικότητα των βέβηλων επαναστάσεων, καθότι «τα φαντασιακά περιεχόμενα της εξέγερσης δεν αφανίστηκαν τη μεγάλη μέρα της επανάστασης». Ελλείψει πολιτικής επανάστασης, μπορούμε επομένως να επιστρέψουμε στις μεγάλες πληβειακές και θεολογικές ετεροδοξίες, στις υπόγειες αιρέσεις, στις πεισματάρικες αντιστάσεις, στην αυθεντικότητα των μουζίκων την οποία εξυμνούσε ο Σολζενίτσιν. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, η ιρανική επανάσταση επρόκειτο να αποτελέσει για τον Φουκώ το κίνητρο για μια αντιστροφή της συλλογιστικής και την ένδειξη μιας νέας σημασιολογίας των ιστορικών χρόνων.
«Στις 11 Φεβρουαρίου 1979, η επανάσταση έλαβε χώρα στο Ιράν» γράφει τότε ο Φουκώ . Σημειώνει ωστόσο ότι «μας είναι δύσκολο να αποκαλέσουμε επανάσταση» αυτή τη μακρά ακολουθία από γιορτές και πένθη. Πράγματι, οι λέξεις δεν είναι πλέον σαφείς στον αρμό της δεκαετίας του ’70 με τη δεκαετία του ’80. Σύμφωνα με τον Φουκώ, η ιρανική επανάσταση αναγγέλλει την έλευση ενός νέου είδους επαναστάσεων. Σε αντίθεση με έναν μαρξισμό που είχε φυλακιστεί στα δικά του στερεότυπα και δεν ήθελε να δει εν προκειμένω, τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση, παρά την επανάληψη μιας παλαιάς ιστορίας, σύμφωνα με την οποία η θρησκεία δεν αποτελεί παρά την «άρση της αυλαίας» προτού ακόμη ξεκινήσει η «κύρια πράξη» της ταξικής πάλης, ο Φουκώ αποδεικνύει μια πραγματική διαύγεια. Ένα σκληρωτικό φαντασιακό επέμενε να στοχάζεται το νέο με τις μορφές του παλιού, έβλεπε τον ιμάμη Χομεϊνί στον ρόλο του παπά Γκαπόνε, και τη μυστικιστική επανάσταση ως πρελούδιο μιας προαναγγελθείσας κοινωνικής επανάστασης… «Είναι τόσο βέβαιο;» ρωτούσε ο Φουκώ. Χωρίς να προβαίνει σε μια κανονιστική ερμηνεία των επαναστάσεων της νεωτερικότητας, υπογράμμιζε ότι το Ισλάμ δεν είναι μόνον μια θρησκεία, αλλά «ένας τρόπος ζωής, ένας τρόπος ένταξης σε μια ιστορία και σ’ έναν πολιτισμό που κινδυνεύει να αποτελέσει μια τεράστια πυριτιδαποθήκη» .
Ετούτη η σχετική διορατικότητα είχε ωστόσο το αντιστάθμισμά της. Το ενδιαφέρον του Φουκώ για την ιρανική επανάσταση δεν αποτελούσε κατά κανέναν τρόπο μια παρένθεση στη διαδρομή της σκέψης του. Φτάνει στο Ιράν πρώτη φορά δέκα μέρες μετά τη σφαγή της 8ης Σεπτεμβρίου του 1978, την οποία διέπραξε το καθεστώς του Σάχη. Στις 5 Νοεμβρίου δημοσιεύει στην Corriere de la sera το άρθρο υπό τον τίτλο «Μια επανάσταση με γυμνά χέρια». Αναλύει στη συνέχεια την επιστροφή του Χομεϊνί και την εγκαθίδρυση της εξουσίας των μουλάδων με μια σειρά άρθρων που δημοσιεύτηκαν στην Ιταλία, και πρωτίστως με το άρθρο «Μια πυριτιδαποθήκη εν ονόματι του Ισλάμ», όπως και με το άρθρο υπό τον τίτλο «Η εξέγερση είναι ανώφελη;» .
Ο Φουκώ θεώρησε την ιρανική επανάσταση έκφραση μιας «τέλεια ενοποιημένης συλλογικής βούλησης». Γοητευμένος από το πάντρεμα της τελευταίας λέξης της τεχνικής με μορφές ζωής που παρέμειναν «αναλλοίωτες εδώ και χίλια χρόνια», διαβεβαίωνε τους αναγνώστες του ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούν, ότι δεν «θα υπάρξει κόμμα του Χομεϊνί» και ότι δεν θα σχηματιστεί «χομεϊνιστική κυβέρνηση». Επρόκειτο κατά συνέπεια για μια πρώτη εκδοχή αυτού που άλλοι θα ονόμαζαν σήμερα αντιεξουσία. Ετούτο το «τεράστιο κίνημα από τα κάτω» υποτίθεται επομένως ότι ξέφευγε από τις δυαδικές λογικές της νεωτερικότητας και ότι παραβίαζε τα σύνορα της δυτικής ορθολογικότητας. «Στα όρια μεταξύ ουρανού και γης», αποτελούσε με αυτήν την έννοια μια στροφή σε σχέση με τα επαναστατικά παραδείγματα που δεσπόζουν μετά το 1789. Γι’ αυτό ακριβώς, και όχι για λόγους κοινωνικής, οικονομικής ή γεωστρατηγικής τάξης, υπήρχε κίνδυνος να μετατραπεί το Ισλάμ σε μια εκπληκτική «πυριτιδαποθήκη»: δεν ήταν μόνο όπιο του λαού, αλλά ήταν πραγματικά «πνεύμα ενός κόσμου χωρίς πνεύμα», σύζευξη ανάμεσα σε μια επιθυμία για ριζική αλλαγή και σε μια συλλογική βούληση .
Η υποτιθέμενη ανάδυση μιας νέας μορφής πνευματικότητας σ’ έναν κόσμο που γινόταν όλο και πιο μονότονος γοήτευε και ενδιέφερε τον Φουκώ, στο βαθμό που θεωρούνταν ικανή να απαντήσει στις περιπέτειες του διαλεκτικού λόγου και στην αφυδάτωση του Διαφωτισμού που επινόησε τις πειθαρχίες την ίδια στιγμή που ανακάλυπτε τις ελευθερίες. Στα μάτια του, επομένως, γινόταν αρχαϊκή η ίδια η ιδέα του εκσυγχρονισμού (και όχι μόνο οι αυταπάτες της προόδου). Το ενδιαφέρον του, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, για τη σιιτική πνευματικότητα και τη μαρτυρολογική μυθολογία που ενυπήρχε στην ιρανική επανάσταση, αντηχούσε τις έρευνές του για τη μέριμνα και τις τεχνικές εαυτού. Αντηχούσε επίσης την αναβίωση του παπικού ακτιβισμού υπό τον Ιωάννη-Παύλο τον δεύτερο, τον ρόλο της εκκλησίας στο πολωνικό λαϊκό κίνημα, αλλά και την επιρροή της θεολογίας της απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική.
Σε ό,τι αφορά το ιρανικό ζήτημα, ο Φουκώ έμεινε ωστόσο απομονωμένος απ’ τους δικούς του. Φοβόταν ότι οι μελλοντικοί ιστορικοί θα αναγάγουν αυτήν την επανάσταση σε ένα κοινότοπο κοινωνικό κίνημα, τη στιγμή που η φωνή των μουλάδων βροντούσε στ’ αφτιά του με τον τρομακτικό τόνο που είχε άλλοτε ο Σαβοναρόλας ή η αναβαπτιστές του Μίνστερ. Εξέλαβε έτσι τον σιιτισμό ως γλώσσα της λαϊκής ανταρσίας, η οποία «μετασχηματίζει έναν τεράστιο αριθμό από δυσαρέσκειες, μίση, δυστυχία και απελπισία σε μια δύναμη». Δήλωνε γοητευμένος από την προσπάθεια που γινόταν «να πολιτικοποιηθούν δομές που είναι άρρηκτα κοινωνικές και θρησκευτικές». Στον Κλοντ Μωριάκ που τον ρωτούσε για τις ζημιές που μπορούσε να επιφέρει αυτή η συγχώνευση (θρησκευτικής) πνευματικότητας και πολιτικής απαντούσε: «Και η πολιτική χωρίς πνευματικότητα, αγαπητέ μου Κλωντ;».
Το ερώτημα ήταν θεμιτό, η έμμεση απάντηση ήταν όμως ανησυχητική. Η ταυτόχρονη πολιτικοποίηση κοινωνικών και θρησκευτικών δομών υπό την ηγεμονία του θρησκευτικού νόμου επέφερε στην πραγματικότητα μια σύντηξη του πολιτικού και του κοινωνικού, του δημόσιου και του ιδιωτικού, όχι μέσω του μαρασμού των τάξεων και του κράτους, αλλά μέσα από την απορρόφηση του κοινωνικού και του πολιτικού στο θεοκρατικό κράτος, δηλαδή μέσα από μια νέα μορφή ολοκληρωτισμού. Γοητευμένος καθώς ήταν από μια επανάσταση δίχως κάποιο κόμμα στην εμπροσθοφυλακή, ο Φουκώ δεν ήθελε να δει στον σιιτικό κλήρο παρά την αδιαμεσολάβητη ενσάρκωση της γενικής βούλησης ενός ενωμένου όχλου ή πλήθους.
Αυτή η μονόφθαλμη αν όχι τυφλή λατρεία εδραζόταν στην ιδέα μιας μη αναγώγιμης διαφοράς ανάμεσα σε δύο μορφές λόγου και σε δύο τύπους κοινωνιών, ανάμεσα σε Ανατολή και σε Δύση. Ο αντι-οικουμενισμός του Φουκώ έβρισκε στο Ιράν την πρακτική του εφαρμογή. Το ίδιο και η αντι-ολοκληρωτική ρητορική των τελών της δεκαετίας του ’70, η οποία έβρισκε τον «τρίτο δρόμο» της μεταξύ ναζιστικού ολοκληρωτισμού και «κομμουνιστικού» ολοκληρωτισμού. Η ιρανική επανάσταση θα μπορούσε επομένως να θεωρηθεί ως η επιτέλους ανευρεθείσα (πνευματική) μορφή της χειραφέτησης; Ενυπήρχε ασφαλώς μια διάσταση απελπισίας σε αυτήν την απάντηση, η οποία πάντως ήταν πλήρως συμβατή με τη δραματική ιδέα ότι η ανθρωπότητα επέστρεψε, εν έτει 1978, στο «σημείο μηδέν». Μέσα από ένα είδος ανεστραμμένου ανατολισμού, η σωτηρία βρισκόταν εφεξής σε μια μη αναγώγιμη ιρανική ετερότητα: οι ιρανοί «δεν έχουν το ίδιο καθεστώς αλήθειας με εμάς». Μπορεί. Αλλά ο πολιτισμικός σχετικισμός δεν δικαιολογεί τον αξιολογικό σχετικισμό. Ο Φουκώ είχε επικρίνει σθεναρά την αξίωση του Σαρτρ να μετατραπεί σε εκπρόσωπο του οικουμενικού στοιχείου. Αλλά το να γίνεσαι εκπρόσωπος των ενικοτήτων που δεν διαθέτουν ορίζοντα οικουμενικότητας δεν είναι λιγότερο επικίνδυνο. Η άρνηση της σκλαβιάς ή της καταπίεσης των γυναικών δεν είναι υπόθεση κλίματος, καλαισθησίας, ή ηθών και εθίμων. Οι πολιτικές, θρησκευτικές και ατομικές ελευθερίες δεν είναι λιγότερο σημαντικές στην Τεχεράνη απ’ όσο είναι στο Λονδίνο ή στο Παρίσι.
Ξαναδιαβάζοντας σήμερα, μετά από ένα τέταρτο του αιώνα, τα άρθρα του Μαξίμ Ροντενσόν τα οποία εμμέσως απαντούσαν στα άρθρα του Φουκώ στη Le Monde, διαπιστώνουμε ότι οι όροι των σημερινών συζητήσεων είχαν ήδη τεθεί . Ο Ροντενσόν διέκρινε στην «αφύπνιση του ισλαμικού φονταμενταλισμού» μια αναμφισβήτητη τάση προς έναν «τύπο αρχαϊκού φασισμού». Τούτες οι λέξεις ήταν όμως διπλά ακατάλληλες. Η αναγωγή του πρωτότυπου φαινομένου μιας κληρικής δικτατορίας κατά την εποχή των τεχνικών και της εμπορικής παγκοσμιοποίησης στο γνωστό σχήμα του ευρωπαϊκού φασισμού δεν βοηθούσε καθόλου στην κατανόηση των ειδικών χαρακτηριστικών του. Και ο χαρακτηρισμός «αρχαϊκός» αναπαρήγαγε τη χρονολογική κλίμακα σύμφωνα με την οποία κάθε απομάκρυνση από τον κατεστημένο κανόνα προόδου συνιστά επιστροφή προς το παρελθόν, ενώ μπορεί και να αποτελεί μια ανησυχητική προκείμενη του μέλλοντος και, ούτως ή άλλως, ένα ειδικό προϊόν του παρόντος. Χωρίς να αποκλείει την πιθανότητα μιας «προσωρινής συμμαχίας» (ή επίσης μιας τακτικής συμμαχίας) ενάντια σε μια μορφή δεσποτισμού (του Σάχη), ακόμα και αν πολλοί από αυτούς με τους οποίους συνάπτεται η συμμαχία ονειρεύονται ήδη μια άλλη μορφή δεσποτισμού, ο Ροντενσόν αποδείκνυε ότι είχε μεγαλύτερη επίγνωση των πολιτικών κινδύνων που ενέχει η λογική τους .
Οι θεωρητικές περιπέτειες του Φουκώ σε σχέση με την ιρανική επανάσταση δεν μειώνουν κατά καμία έννοια τη σημαντική του συμβολή στην πολιτικοποίηση πολλών ζητημάτων (της τρέλας, της ομοφυλοφιλίας, των φυλακών) τα οποία χαρακτηρίζονται σήμερα «κοινωνικά» και στη συνακόλουθη διεύρυνση του πεδίου της πολιτικής πάλης. Απ’ την άλλη βέβαια, τα άρθρα του για το Ιράν, όσο συγκυριακά και αν είναι, δεν συνιστούν μια εξολίσθηση της σκέψης του, αλλά εκφράζουν ακριβώς τη δοκιμασία στην οποία υποβλήθηκε μια υπό διαμόρφωση συλλογιστική.
«Δεν θέλω κατά κανέναν τρόπο» επέμενε ο Φουκώ «να παίξω τον ρόλο εκείνου που επιβάλλει λύσεις. Θεωρώ ότι ρόλος του διανοούμενου σήμερα δεν είναι να αποτελέσει τον νόμο, να προτείνει λύσεις, να κάνει τον προφήτη, διότι με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί παρά να συμβάλλει στη λειτουργία μιας καθορισμένης κατάστασης εξουσίας […]. Αρνούμαι το ρόλο του διανοούμενου ως αντίγραφου και ταυτοχρόνως ως άλλοθι του πολιτικού κόμματος». Προσπαθούσε έτσι να ξορκίσει τις φιγούρες που στοιχειώνουν τον ρόλο του διανοούμενου (του δασκάλου της αρχαιοελληνικής σοφίας, του ρωμαίου νομοθέτη, του εβραίου προφήτη), για να αρκεστεί ταπεινά (αλλά δεν πρόκειται άραγε για κίβδηλη ταπεινοφροσύνη;) στον σωκρατικό ρόλο αυτού που «καταστρέφει προδηλότητες». Ο κριτικός φιλόσοφος επιζητεί τότε να είναι απλώς «δημοσιογράφος», «κυριευμένος από την οργή των γεγονότων» . Η φράση δεν στερείται αυτοπεποίθησης. Απογοητευμένος απ’ τις μεγάλες πολιτικές και φιλοσοφικές αξιώσεις, θέλησε να στοχαστεί τον κόσμο στο επίπεδο του εδάφους και στο ύψος των μικρών πραγματικών γεγονότων που τον αποκαλύπτουν. Ο Φουκώ ήταν ωστόσο πολύ συνετός για να αγνοεί τη δημαγωγική διάσταση που μπορεί επίσης να εμπεριέχει ετούτη η απολογητική της «σκόνης που σηκώνει σύννεφο» και αυτή η αντίθεση ανάμεσα στον συγκεκριμένο χαρακτήρα των μικρών γεγονότων και στον αφηρημένο χαρακτήρα των μεγάλων ιδεών. Το γεγονός, όταν δεν συνοδεύεται από μια έννοια, αποτελεί ασφαλώς εμπειριστική αυταπάτη, και τα σύννεφα σκόνης δεν είναι τίποτα άλλο από ένα φαντασιακό συνονθύλευμα στοιχειωδών σωματιδίων. Η αναδίπλωση στη δημοσιογραφική καθημερινότητα αποτελεί ομολογία στρατηγικής αδυναμίας.
Επίδικο αντικείμενο αυτής της διαμάχης είναι ένα τριπλό ερώτημα: της εξουσίας, των τάξεων και της πολιτικής. Οφείλουμε στον Φουκώ την ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στο κράτος και την εξουσία. Το 1975, γράφαμε έτσι, επηρεασμένοι από αυτόν, ότι το κράτος θα πρέπει να τσακιστεί και η εξουσία να εξασθενήσει . Αλλά αυτή η άποψη δεν λέει τίποτα για την ειδική θέση του κράτους στους μηχανισμούς και στα αποτελέσματα της εξουσίας. Καθίσταται έτσι δυνατό να διαλυθεί η εξουσία στις σχέσεις εξουσίας, και η επαναστατική στρατηγική στο σύνολο των μοριακών αντιστάσεων. Αν αληθεύει, όπως ισχυρίζεται ο Φουκώ, «ότι δεν μπορεί να υπάρχει κοινωνία χωρίς σχέσεις εξουσίας», τι συμβαίνει άραγε με το κράτος ως ειδική ιστορική μορφή κυριαρχίας, από τη στιγμή που και ο ίδιος αναγνωρίζει ότι ετούτες οι σχέσεις καταλήγουν «να οργανωθούν σε ένα είδος σφαιρικής μορφής» ή σε μια «σύμπλεξη σχέσεων εξουσίας η οποία καθιστά συνολικά δυνατή την κυριαρχία μιας κοινωνικής τάξης σε μια άλλη» . Με άλλα λόγια: το ζήτημα του κράτους μπορεί να διαλυθεί στη διασπορά των εξουσιών; Το ίδιο και η καπιταλιστική εκμετάλλευση στον βιοπολιτικό έλεγχο;
Η κριτική του Φουκώ συνέβαλε ασφαλώς στην απελευθέρωση «της πολιτικής πράξης από κάθε ενοποιητική και ολοποιητική παράνοια» . Συνέβαλε επίσης στο να διαλυθεί το μεγάλο προλεταριακό υποκείμενο ως ηρωικός πρωταγωνιστής της μεγάλης νεωτερικής εποποιίας. Αυτή η αποδόμηση των τάξεων ως κοινωνιολογικού αντικειμένου επέτρεψε στον Φουκώ να εξετάσει τον στρατηγικό τους χαρακτήρα: «Οι κοινωνιολόγοι επαναφέρουν συνεχώς τη συζήτηση στο πώς ορίζεται η τάξη, και στο ποιος ανήκει σε αυτήν. Κανείς όμως δεν εξέτασε μέχρι τώρα τι είναι πάλη, ούτε εμβάθυνε σε αυτό το ερώτημα. Τι σημαίνει πάλη όταν λέμε πάλη των τάξεων; Αυτό που θα ήθελα να συζητήσω με βάση τον Μαρξ δεν είναι το πρόβλημα της κοινωνιολογίας των τάξεων, αλλά η στρατηγική μέθοδος που αφορά την πάλη» . Διάνα! Αλλά η μελέτη της ταξικής πάλης με στρατηγικούς και όχι κοινωνιολογικούς όρους είναι κάτι που θα έφερνε τον Φουκώ περισσότερο κοντά στον Μαρξ απ’ όσο φαινόταν να νομίζει.
Μια από τις πανουργίες στις οποίες μας συνηθίζει ο ορθός λόγος είναι εντούτοις ότι αυτή η στρατηγική ανάγνωση της πάλης των τάξεων προτάθηκε την ίδια ακριβώς στιγμή που η στρατηγική σκέψη γνώριζε μια έκλειψη, η οποία φανερωνόταν μεταξύ άλλων από τη συστηματική δυσφήμηση της προφητικής λειτουργίας. Έτσι, σύμφωνα με τον Ντελέζ, ο προφήτης, σε αντίθεση με τον μάντη, δεν ερμηνεύει τίποτα, καθώς είναι απλώς θύμα ενός «παραληρήματος πράξης» και καθοδηγείται από την «έμμονη ιδέα» της προδοσίας. Ο Φουκώ μεμφόταν ομοίως τις ιστορικές αναλύσεις του Μαρξ θεωρώντας ότι καταλήγουν σε προφητικούς λόγους που αμέσως διαψεύδονται από τα γεγονότα. Αυτό που απορρίπτει έτσι μέσω της λέξης «προφητεία» δεν είναι τίποτε άλλο από τον επιτελεστικό (στρατηγικό!) λόγο του Μαρξ, το μη μαντικό αλλά προγραμματικό του νόημα. Τι θα απέμενε τότε από μια πολιτική δίχως πρόγραμμα, από ένα κίνημα δίχως σκοπό, από ένα τεντωμένο τόξο και από ένα βέλος που δεν σημαδεύουν πλέον κανένα στόχο; Ο Σατομπριάν ήταν πάντως περισσότερο συνετός. Γνώριζε καλά ότι «έχουμε μάντεις όταν δεν έχουμε πλέον προφήτες». Τότε ακριβώς έρχεται η ώρα των τσαρλατάνων και των χαρτομαντών.
Η έκλειψη της στρατηγικής σκέψης συνοδεύεται σε επίπεδο λογικής από μια επιστροφή στα κλασικά σχήματα της φιλοσοφίας, η οποία αναλαμβάνει για μια ακόμα φορά να υψωθεί πάνω από τις γνώσεις και να επιτηρεί τις «καταχρήσεις της εξουσίας εν ονόματι της πολιτικής ορθολογικότητας». Σε αντίθεση με τον Ανρί Λεφέβρ που διαπίστωνε την εξάλειψη της φιλοσοφίας προς όφελος ενός απλοϊκού φιλοσοφισμού, ο Φουκώ έταζε στη φιλοσοφία «την ελπίδα για μια αρκετά ελπιδοφόρα ζωή» . Επιστροφή στον Διαφωτισμό επομένως, σκοτεινιασμένο και φιλτραρισμένο ασφαλώς. Αλλά πάντως στον Διαφωτισμό, διότι το ζήτημα δεν ήταν πλέον, κατά τον τελευταίο Φουκώ, να προσαγάγουμε σε δίκη την ορθολογικότητα, αλλά να στοχαστούμε τη συμβατότητά της με τη βία και να επινοήσουμε μια ενδεχομενική ιστορία της ορθολογικότητας η οποία θα μπορεί να αντιπαρατεθεί στη μεγάλη θεοδικία του Ορθού Λόγου. Ετούτη η ύστατη επιστροφή στον Καντ δεν μπορούσε να περατωθεί παρά πάνω στις στάχτες του Μαρξ, ή τουλάχιστον ενός ορισμένου μαρξισμού, «που περνά σήμερα, με βάση τη διάγνωση του Φουκώ, μια αναμφισβήτητη κρίση», την κρίση «της δυτικής έννοιας της επανάστασης, της δυτικής έννοιας του ανθρώπου και της κοινωνίας» . Κρίση της θεωρίας, λοιπόν.
Μόνο έκπληξη μπορεί να μας προκαλέσει σήμερα ο ελάχιστα κριτικός τρόπος με τον οποίο περιέγραφε ο Φουκώ τι εννοούσε όταν αναφερόταν στον σφαιρικό όρο «μαρξισμός»: «Ο μαρξισμός παρουσιάστηκε σαν επιστήμη, σαν ένα είδος δικαστηρίου του ορθού λόγου, που θα επέτρεπε να διαχωριστεί η επιστήμη από την ιδεολογία» και να «συγκροτηθεί ένα γενικό κριτήριο ορθολογικότητας για κάθε τύπο γνώσης». Καθεμιά απ’ αυτές τις παραδοχές είναι αναιρέσιμη, εκτός αν ταυτίζουμε τη θεωρία του Μαρξ με τον δογματικό και σταλινικό «ορθόδοξο» μαρξισμό, ή αν ταυτίζουμε τον Μαρξ με την επιστημονίστικη ερμηνεία του την οποία πρότεινε η αλτουσεριανή σχολή. Ασφαλώς ο Φουκώ πλήρωνε εν προκειμένω έναν (βαρύ) φόρο άγνοιας στην κυρίαρχη μαρξολογία που είχε υποταχτεί στην κρατική και την κομματική σκοπιμότητα, τη στιγμή ακριβώς που η κριτική θεωρία του Μαρξ είχε καταβροχθισθεί από έναν χοντροκομμένο θετικισμό.
Κάποιες στιγμές μετρίασε ωστόσο αυτό το δυσάρεστο αμάλγαμα και επέστρεψε στα δικά του ψηλαφίσματα: «Αυτό που εύχομαι δεν είναι τόσο το να σταματήσει να παραποιείται ο Μαρξ ή να αποκατασταθεί ένας αληθινός Μαρξ, αλλά να απαλλαγεί, να απελευθερωθεί ο Μαρξ από τη δογματική του κόμματος που τον φυλάκισε και τον κράδαινε για τόσο καιρό». Χρειαζόταν ασφαλώς, για να μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, να πέσει το τείχος του Βερολίνου και να γκρεμιστεί η αυταπάτη του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Χρειαζόταν να ανθίσουν χίλιοι (και ένας) μαρξισμοί. Αλλά εάν ζητούμενο ήταν, όταν ο Φουκώ προσέκρουσε στα τείχη της εποχής του, να επινοηθούν «μορφές στοχασμού που να ξεφεύγουν από το μαρξιστικό δόγμα», χωρίς ταυτόχρονη υποταγή στις ευμετάβλητες μόδες των καιρών, ζητούμενο ήταν επίσης (όπως επρόκειτο να γράψει ύστερα από δέκα χρόνια ο Ντεριντά) να κατανοηθεί ότι ένα μέλλον «χωρίς Μαρξ» είναι αδύνατο, και όχι να επιλεχθεί η επιστροφή στον καντιανό καθαρό λόγο ή στην αγγλοσαξονική φιλελεύθερη φιλοσοφία.
Χρειαζόταν επομένως μια νέα αρχή, αλλά όχι εκ του μηδενός.
Αν ισχύει έστω και λίγο, όπως τόσο συχνά επαναλαμβάνει ο Ντελέζ, ότι ξαναρχίζουμε πάντα από τη μέση.

Ντανιέλ Μπενσαΐντ

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Μόνο να ονειρεύομαι

«Δεν έκανα τίποτα άλλο από το να ονειρεύομαι.
Αυτό ήταν, και μόνο αυτό, το νόημα της ζωής μου. Ποτέ δεν είχα άλλη πραγματική ενασχόληση πέρα από την εσωτερική μου ζωή. Οι μεγαλύτερες συμφορές της ζωής μου σβήνουν όταν ανοίγοντας το παράθυρο μέσα μου μπορώ και τις ξεχνώ κοιτάζοντας την αδιάλειπτη κίνηση εντός μου. Ποτέ δεν θέλησα να είμαι τίποτα άλλο πέρα από ονειροπόλος.
ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΝΑ ΖΗΣΩ ΔΕΝ ΕΔΩΣΑ ΠΟΤΕ ΣΗΜΑΣΙΑ. Ανήκα ανέκαθεν σ' αυτό που δεν είναι όπου είμαι και σ' αυτό που ποτέ δεν μπόρεσα να είμαι. Ό,τι δεν είναι δικό μου, όσο ταπεινό και να είναι, είχε πάντα ποίηση για μένα. Ποτέ δεν αγάπησα άλλο από το τίποτα. Ποτέ δεν επιθύμησα άλλο από αυτό που δεν μπορούσα να φανταστώ.
ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΖΗΤΗΣΑ πέρα από το να περάσει από μέσα μου χωρίς να την αισθανθώ. Από την αγάπη το μόνο που ζήτησα ήταν να μείνει για πάντα ένα όνειρο μακρινό. Από τα εσωτερικά μου τοπία, όλα τους μη πραγματικά, αυτό που με είλκυε ήταν το μακρινό, και τα τοξωτά γεφύρια που έσβηναν, σχεδόν στην απόσταση των τοπίων των ονείρων μου, είχαν μια γλυκύτητα ονείρου σε σχέση με άλλα μέρη του τόπου -μια γλυκύτητα που μ' έκανε να τ' αγαπώ.
Η ΜΑΝΙΑ ΜΟΥ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΨΕΥΤΙΚΟ με συνοδεύει ακόμα, και μόνο με τον θάνατό μου θα μ' εγκαταλείψει».

Απόσπασμα από Το βιβλίο της ανησυχίας του Φερνάντο Πεσσόα

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Ενόρμηση

Η ενόρμηση ή ορμή (Trieb) σύμφωνα με το Λακάν θα πρέπει να διακριθεί από το ένστικτο (Instinkt). Το ένστικτο σχετίζεται με μια μυθική προγλωσσική ανάγκη που έχει βιολογική βάση ενώ η ενόρμηση δεν έχει καμιά σχέση με την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών. Οι ενορμήσεις δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιηθούν και δεν στοχεύουν σε ένα αντικείμενο αλλά περιστρέφονται διαρκώς γύρω από αυτό.  Η ενόρμηση δεν είναι εξ αρχής ενοποιημένη αλλά είναι αρχικά τεμαχισμένη σε μερικές ενορμήσεις.
Η ενόρμηση «ικανοποιείται» όταν αποτυγχάνει να πετύχει το στόχο της, όταν επαναλαμβάνει αυτή την αποτυχία. Η ατελείωτη κυκλοφορία γύρω από το αντικείμενο παράγει την ικανοποίησή της, παράγει απόλαυση, jouissance. Έτσι ο πραγματικός σκοπός της ενόρμησης δεν είναι να επιτύχει τον στόχο της αλλά να κυκλοφορεί ατελείωτα γύρω από αυτόν σχηματίζοντας ένα κλειστό κύκλωμα. Η ενόρμηση σύμφωνα με το Λακάν είναι άμετρη, επαναληπτική και τελικά καταστροφική και για αυτό το λόγο ο Λακάν υποστηρίζει ότι κάθε ενόρμηση, είναι ενόρμηση θανάτου.
Η ενόρμηση θα πρέπει να διακριθεί από την επιθυμία. Η επιθυμία ωθεί στην εύρεση μιας αδύνατης πληρότητας μέσα από την προσκόλλησή της σε ένα αντικείμενο που λειτουργεί ως υπενθύμιση αυτής της πληρότητας. Επίσης πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του αντικειμένου της επιθυμίας και του αντικειμένου ως αίτιου της επιθυμίας. Το αντικείμενο της επιθυμίας είναι χαμένο και αναδύεται ως επανευρεθέν. Το αντικείμενο της ενόρμησης είναι η ίδια η απώλεια.

Ζίζεκ περί Λακάν

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Ζωγραφίζοντας

Ένας άνθρωπος βάζει σκο­πό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα κι ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει, ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Το πρώτο κρουασάν

Ο Ναπολέων, σύμβολο της Γαλλίας, γεννήθηκε στην Κορσική. Ο πατέρας του, εχθρός της Γαλλίας, τον ονόμασε Ναπολεόνε.
Ένα άλλο γαλλικό σύμβολο, το κρουασάν, γεννήθηκε στην Βιέννη. Έχει το όνομα και το σχήμα μισοφέγγαρου. Και πώς αλλιώς, αφού το μισοφέγγαρο ήταν και είναι μουσουλμανικό έμβλημα. Ο τουρκικός στρατός πολιορκούσε τη Βιέννη. Η πόλη έλυσε την πολιορκία μια μέρα του 1683, και το ίδιο βράδυ, σ'ένα ζαχαροπλαστείο, ο Πέτερ Βέντερ δημιούργησε το κρουασάν, δηλαδή: φάτε τους Τούρκους.
Ο Φραντς Γκέοργκ Κολτσίτσκι, ένας Κοζάκος που είχε πολεμήσει στη Βιέννη, ζήτησε για αμοιβή τα σακιά με τους κόκκους του καφέ που είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι φεύγοντας, κι άνοιξε το πρώτο καφενείο της πόλης, δηλαδή: πιείτε τους Τούρκους.

απόσπασμα από το βιβλίο του Εδουάρδο Γκαλεάνο, ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Περί ασήμαντου

Τα διακόσια τελευταία χρόνια το κοτσύφι εγκατέλειψε τα δάση και έγινε πουλί των πόλεων. Πρώτα στη Μεγάλη Βρετανία, από τα τέλη του 18ου αιώνα, μερικές δεκαετίας αργότερα στο Παρίσι και στην κοιλάδα του Ρουρ. Σ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα κατέκτησε τις πόλεις της Ευρώπης τη μία μετά την άλλη. Γύρω στο 1900 εγκαταστάθηκε στη Βιέννη και στην Πράγα, έπειτα προχώρησε ανατολικά, στη Βουδαπέστη, το Βελιγράδι, την Κωνσταντινούπολη.
Από τη σκοπιά του πλανήτη, αυτή η εισβολή του κοτσυφιού στον κόσμο των ανθρώπων είναι αναμφισβήτητα πιο σημαντική από την εισβολή των Ισπανών στη Νότια Αμερική ή την επιστροφή των Εβραίων στην Παλαιστίνη. Η μεταβολή των σχέσεων ανάμεσα στα διαφορετικά είδη της δημιουργίας (ψάρια, πουλιά, ανθρώπους, φυτά) είναι μεταβολή ανώτερης τάξης από τις αλλαγές στις σχέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές ομάδες ενός είδους. Αν στη Βοημία κατοικούν Κέλτες ή Σλάβοι, αν τη Βεσσαραβία την κατέκτησαν οι Ρουμάνοι ή οι Ρώσοι, του είναι παντελώς αδιάφορο του πλανήτη. Όταν όμως το κοτσύφι προδίδει τη φύση για να ακολουθήσει τον άνθρωπο στον τεχνητό και αντίθετο με τη φύση κόσμο του, κάτι αλλάζει στην οργάνωση του πλανήτη.
Κι όμως, δεν διανοείται κανείς να ερμηνεύσει τους δυο τελευταίους αιώνες σαν ιστορία της εισβολής του κοτσυφιού στις πόλεις των ανθρώπων. Είμαστε όλοι δέσμιοι μιας παγιωμένης αντίληψης για το τι είναι σημαντικό και τι ασήμαντο, καρφώνουμε έτσι το εναγώνιο βλέμμα μας στο σημαντικό, ενώ το ασήμαντο οργανώνει με κάθε μυστικότητα, πίσω απ' την πλάτη μας, το αντάρτικό του, που θα αλλάξει στο τέλος κρυφά τον κόσμο και θα χιμήξει πάνω μας στα ξαφνικά.

Μίλαν Κούντερα, απόσπασμα από "Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης"

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Αντίο Μπερλινγκουέρ

Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του ηγέτη που δημιούργησε το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα του δυτικού κόσμου, ο λαός του Κ.Κ.Ι. νιώθει εγκαταλειμμένος

Φιλίπ Μαρλιέρ

Μετάφραση: Αντώνης Γαλανόπουλος – Κωνσταντίνα Μαγγίνα
Πηγή: Mediapart

Είμαστε στην Πάδοβα, 7 Ιουνίου 1984, στο τέλος της εκστρατείας για τις ευρωπαϊκές εκλογές. Ο ομιλητής στο βήμα μιλάει πίσω από ένα αναλόγιο στολισμένο με το έμβλημα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (Partito Comunista Italiano – P.C.I.). Ιδρώνει, κατά καιρούς βγάζει τα γυαλιά του, τα ξαναβάζει με μια μηχανική κίνηση. Βγάζει ένα μαντίλι από την τσέπη του, σκουπίζει το μέτωπο και μετά το βάζει στο στόμα.

Τα τελευταία λόγια

Η αίθουσα είναι σκοτεινή. Υποθέτουμε ότι κάνει αποπνικτική ζέστη. Ξαφνικά, ο ρυθμός του λόγου πέφτει, η φωνή γίνεται υπόκωφη, ο ομιλητής σκοντάφτει στις λέξεις, γέρνει το κεφάλι. Το πλήθος πανικοβάλλεται. Ένας άνθρωπος φωνάζει για να τον εμψυχώσει. Οι επίσημοι που περιτριγυρίζουν τον ομιλητή στη σκηνή τον πλησιάζουν σε μια κίνηση ενστικτώδους άμυνας.
Ο άνδρας, εξηντάρης, φοράει μεγάλα γυαλιά. Επαναλαμβάνει τα λόγια του, με ύφος ζαλισμένο, σοκαρισμένο. Το κοινό παρεμβαίνει: «Αρκετά, Ενρίκο!», «Αυτό είναι όλο, σταμάτα!». Έπειτα, όλοι από καρδιάς, φωνάζουν ρυθμικά: «Εν-ρί-κο! Εν-ρί-κο! Εν-ρί-κο!». Το πλήθος βοηθά τον ηγέτη του, του δίνει λίγα λεπτά ανάπαυλας για να ανακτήσει τις δυνάμεις και τις σκέψεις του.
Ο ηγέτης του P.C.I. (Κ.Κ.Ι.) κάνει μια γκριμάτσα, πίνει μια γουλιά νερό και ολοκληρώνει την ομιλία του: «Εργασία για όλους, από σπίτι σε σπίτι, από εργοστάσιο σε εργοστάσιο, από δρόμο σε δρόμο, κάνοντας διάλογο με τους πολίτες, με τη σιγουριά που σας δίνουν οι μάχες που έχουμε κάνει, για τις προτάσεις μας, γι’ αυτό που ήμασταν και γι’ αυτό που είμαστε, είναι δυνατό να κατακτηθεί μια νέα και ευρύτερη υποστήριξη για τις λίστες μας, για τον σκοπό μας, που είναι ο σκοπός της ειρήνης, της ελευθερίας, της εργασίας, της προόδου του πολιτισμού μας».
Αυτά είναι τα τελευταία δημόσια λόγια του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ηγέτη του P.C.I. μεταξύ 1972 και 1984. Συνοδευόμενος στο ξενοδοχείο του, εκμυστηρεύεται ότι αισθάνεται κουρασμένος. Λίγο μετά έπεσε σε κώμα, από το οποίο δεν κατάφερε να συνέλθει και πέθανε στις 11 Ιουνίου. Μια εγκεφαλική αιμορραγία, η οποία τον χτύπησε ενώ εκφωνούσε τον λόγο του, έριξε κάτω τον Μπερλινγκουέρ.

Ένας γκραμσιανός ιστορικός συμβιβασμός

Εδώ και 30 χρόνια έχει χαθεί ο πιο αγαπητός από τους Ιταλούς κομμουνιστές ηγέτες. Ο Παλμίρο Τολιάττι, ιδρυτής του P.C.I. και ηγέτης του κόμματος στη μεταπολεμική περίοδο, είχε ονομαστεί από τους συντρόφους του «ο καλύτερος». Ο Μπερλινγκουέρ ήταν «ο πιο αγαπητός». Γεννήθηκε στις 25 Μαΐου 1922 στο Σάσαρι της Σαρδηνίας, σε μια μεγαλοαστική και αντιφασιστική οικογένεια. Εντάχθηκε στο P.C.I. το 1943, ασχολήθηκε με την Κομμουνιστική Νεολαία της Σαρδηνίας, και στη συνέχεια ο πατέρας του τον σύστησε στον Τολιάττι. Ανέβηκε στην ιεραρχική κλίμακα του κόμματος: μέλος της Κεντρικής Επιτροπής το 1946, βουλευτής το 1968, διαδέχθηκε τον Λουίτζι Λόνγκο ως επικεφαλής του Κόμματος το 1972.
Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, όπως και ο Τολιάττι, ήταν οπαδός του Γκράμσι: ο ίδιος επιμένει στην αρχική μορφή του δυτικού κομμουνισμού που είναι διαφορετική από το ανατολίτικο λενινιστικό, και στη συνέχεια σταλινικό, μοντέλο. Ο Μπερλινγκουέρ είναι ο εμπνευστής του «ευρωκομμουνιστικού» κινήματος με το γαλλικό και το ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα από το 1975, που προτείνει έναν ευρωπαϊκό πόλο στη βάση ενός δημοκρατικού κομμουνισμού. Πιστεύει ότι στη Δύση το κράτος δεν είναι το παν, αλλά υπάρχει επίσης μια δυναμική κοινωνία των πολιτών με την οποία το κράτος πρέπει να συμβιβαστεί. Όπως ο Αντόνιο Γκράμσι, ο Μπερλινγκουέρ κάνει μια διάκριση μεταξύ του αγώνα για την πολιτική εξουσία («ο πόλεμος κινήσεων»), που είναι μακρύς και γεμάτος συμβιβασμούς, και των ιδεολογικών και πολιτισμικών νικών στην καπιταλιστική κοινωνία που θα επιτρέψουν την ανάληψη της εξουσίας (ο «πόλεμος των θέσεων»). Ο Μπερλινγκουέρ πιστεύει ότι το P.C.I. δεν μπορεί να πάρει την εξουσία προτού επιβεβαιώσει την ιδεολογική και πολιτισμική ηγεμονία του στην κοινωνία.
Τον Σεπτέμβριο του 1973, ο Μπερλινγκουέρ δημοσιεύει στη Rinascita, το θεωρητικό εβδομαδιαίο περιοδικό του P.C.I., το πρώτο από τα τρία άρθρα που θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά του «ιστορικού συμβιβασμού» που προτείνει στα ιταλικά πολιτικά κόμματα.1 Επηρεασμένος από την αποτυχία του προέδρου Αλλιέντε στη Χιλή, ο Μπερλινγκουέρ εκτιμά ότι το P.C.I. δεν θα μπορούσε να κυβερνήσει στην Ιταλία ούτε με την υποστήριξη του 51% των ψηφοφόρων. Ο ίδιος περιγράφει μια «δημοκρατική εναλλακτική», η οποία θα σφυρηλατήσει μια συμφωνία μεταξύ λαϊκών δυνάμεων κομμουνιστικής, σοσιαλιστικής και καθολικής παράδοσης. Αυτή η ανάλυση, η οποία συζητείται στο P.C.I., θα εγκαταλειφθεί όταν ο συνομιλητής και σύμμαχός του από την πλευρά των Χριστιανοδημοκρατών (D.C.I.), ο Άλντο Μόρο, θα απαχθεί και θα δολοφονηθεί από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1978.
Κατηγορούμενος από αρκετούς ότι προσπαθεί να μετατρέψει το P.C.I. σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ υποστηρίζει ότι ο στόχος του είναι η υπέρβαση του καπιταλισμού. Υποστηρίζει έναν τρίτο δρόμο μεταξύ του «υπαρκτού» σοσιαλισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, και επιβεβαιώνει τη στρατηγική του των «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» (αντικαπιταλιστικών) για να εισαγάγει «στοιχεία του σοσιαλισμού».
Αυτός ο υπεράλπειος, ρεαλιστικός και ρεφορμιστικός στην πράξη κομμουνισμός αρέσει. Στις περιφερειακές εκλογές του 1975, το P.C.I. καταλαμβάνει το 33,4% των ψήφων και στις βουλευτικές εκλογές του 1976 λαμβάνει το 34,4%, οπότε ηττάται με μικρή διαφορά από το D.C.I. Στις ευρωεκλογές του 1984 που πραγματοποιούνται λίγες μέρες μετά τον θάνατό του, το P.C.I. για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία του πραγματοποιεί την υπέρβαση με 33,33% των ψήφων έναντι 32,96% του D.C.I. Το P.C.I. διοικεί περιφέρειες (Εμίλια-Ρομάνια, Τοσκάνη, Ούμπρια) και στις αρχές της δεκαετίας του '80 έχει 1,6 εκατομμύρια μέλη. Το P.C.I. του Μπερλινγκουέρ είναι το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα του δυτικού κόσμου.

Το αντίο στον πιο αγαπητό ηγέτη

Ο θάνατος του Μπερλινγκουέρ και οι αποχαιρετισμοί στον κομμουνιστή ηγέτη αποτελούν το σημαντικότερο πολιτικό γεγονός στην ιταλική Αριστερά μετά τον πόλεμο. Οφείλουμε χάρη στον σκηνοθέτη Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, οπαδό του P.C.I., που κινηματογράφησε τη λατρεία του κόσμου και την κηδεία του Μπερλινγκουέρ στη Ρώμη στις 12 και 13 Ιουνίου του 1984. Το ντοκιμαντέρ έχει τίτλο Το αντίο στον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Η κάμερα αποτυπώνει τη βάση του κομμουνιστικού λαού, τους απλούς ανθρώπους που συρρέουν από όλες τις περιοχές της χώρας για να αποτίσουν φόρο τιμής στον ηγέτη τους. [Δείτε στο τέλος του κειμένου, ολόκληρο το ντοκιμαντέρ που ξεκινά με αποσπάσματα από την τελευταία ομιλία του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ.]
Ο σκηνοθέτης θέτει απλές και σεμνές ερωτήσεις. Δίνει τον λόγο στους κομμουνιστές που πενθούν: παιδιά, νέοι, ηλικιωμένοι, άνδρες, γυναίκες. Τα πρόσωπά τους είναι χαμένα, σε κατάσταση σοκ, συγκλονισμένα από τη θλίψη που κρύβουν. Το πλήθος συγκεντρώνεται έξω από την έδρα του κόμματος, στην οδό Botteghe Oscure. Ένας κάτοικος της Σαρδηνίας που γνώρισε τον νεαρό Μπερλινγκουέρ στην αντιφασιστική αντίσταση, λέει: «Έκλαψα δύο φορές στη ζωή μου, όταν έχασα τον γιο μου και όταν έχασα τον Ενρίκο». Άνδρες προσπαθούν να πουν λίγα λόγια. Η συγκίνηση τους πνίγει, κλαίνε και κρύβουν το πρόσωπό τους σε ένα μεγάλο λευκό μαντίλι. Δεκάδες ανώνυμοι κομμουνιστές μιλούν για τον ηγέτη τους, που συχνά γνώριζαν και είχαν συνεργαστεί μαζί του: «Αντιπροσώπευε τους εργαζόμενους», «Ένας σπουδαίος άνθρωπος», «Έχασα έναν πατέρα», «Ένας φίλος», «Ένας καλός άνθρωπος», «Έτρωγε μαζί μας και ερχόταν στη συγκέντρωση της οργάνωσης». Ένας μηχανικός αυτοκινήτων, μέλος του Κόμματος, θυμάται: «Ήρθε να ελέγξει το αυτοκίνητό του στο συνεργείο. Του είπα, για σένα είναι δωρεάν, εσύ είσαι εκεί για τους εργαζόμενους, έτσι εγώ είμαι εδώ για σένα». Ένας κάτοικος της Ρώμης, ο οποίος πουλάει φρούτα και λαχανικά στην αγορά: «Μιλούσε ήρεμα και μας εξηγούσε τα πράγματα καλά. Δεν ήταν υπερόπτης». Μια γυναίκα: «Είναι ο μόνος Ιταλός πολιτικός που ενδιαφέρθηκε για τις γυναίκες». Ένα αγόρι 7-8 ετών σηκώνει τη γροθιά του και λέει: «Θα είμαι για πάντα κομμουνιστής». Ένας ιερέας: «Ήταν ένας άνθρωπος ευφυής, καλόψυχος, ένας αλτρουιστής».
Στη συνέχεια, το τεράστιο πλήθος εισέρχεται στο κτίριο του κόμματος για να αποχαιρετήσει τον νεκρό. Το φέρετρο φυλάσσεται από δύο σειρές κομματικά στελέχη. Το πλήθος, πυκνό, συρρέει όλη την ημέρα χωρίς διακοπή. Ο κόσμος εκφράζει τη συγκίνησή του. Οι άνθρωποι αποχαιρετούν τον Μπερλινγκουέρ με υψωμένη γροθιά, μερικοί κάνουν τον σταυρό τους. Φτάνει ο Γιάσερ Αραφάτ και ακολουθείται από τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Ένα πρόσωπο φέρνει ένα στεφάνι εκ μέρους της «Αλληλεγγύης» (Solidarność).
Δεκάδες ειδικά τρένα ναυλώνονται από όλες τις περιοχές της χώρας. Η Ρώμη ήταν κομμουνιστική στις 13 Ιουνίου 1984. Οι κόκκινες σημαίες εγκαταστάθηκαν στον γαλάζιο ουρανό. Η ζέστη ήταν αποπνικτική. Η νεκροφόρα αφήνει τα γραφεία του Κόμματος για να φτάσει στην Πιάτσα Σαν Τζοβάνι. Τρεις διαφορετικές πομπές συγκλίνουν προς τα εκεί. Δύο εκατομμύρια άνθρωποι είναι στον δρόμο. Οι φιλαρμονικές παίζουν πένθιμες μελωδίες και το «Μπαντιέρα Ρόσα» σε αργό τέμπο. Το πλήθος χειροκροτά δυνατά, φωνάζοντας «Ενρίκο! Ενρίκο! Είμαστε εδώ!».
Η ανθρώπινη παλίρροια στην Πιάτσα Σαν Τζοβάννι ήταν συγκλονιστική. Η Νίλντε Γιόττι, πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων (1979-92) και χήρα του Τολιάττι, εκφωνεί τον επικήδειο λόγο μπροστά στο φέρετρο. Η φωνή του πλήθους δεν υποχωρεί, οι γροθιές παραμένουν υψωμένες. Ο Σάντρο Περτίνι, πρόεδρος της Δημοκρατίας, επευφημείται. Είναι πρώην αντιστασιακός και ηρωικός σοσιαλιστής. Πλησιάζει το φέρετρο, στέκεται σκεφτικός, στέλνει ένα φιλί στον Μπερλινγκουέρ κι έπειτα ένα στο κομμουνιστικό πλήθος. Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ πέθανε, ο ιταλικός κομμουνισμός αναστέλλεται.
Οι εξελίξεις θα είναι καταιγιστικές επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Μπερλινγκουέρ: το P.C.I. παύει να υπάρχει, αυτοδιαλύεται από τον Ακίλε Οκέτο, τον κακομοίρη ηγέτη του. Ωστόσο, παρά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η προσκόλληση χιλιάδων γυναικών και ανδρών στην κομμουνιστική ταυτότητα και πάλη ήταν αμετάβλητη. Στις οργανώσεις, η προτεινόμενη αλλαγή του ονόματος και η εγκατάλειψη των κομμουνιστικών ιδανικών καταψηφίστηκε σε μεγάλο βαθμό.2 Τελικά, οι καριερίστες ηγέτες (Οκέττο, Ναπολιτάνο, Ντ’Αλέμα, Βελτρόνι) θα επιβάλουν μια χαλαρή σοσιαλδημοκρατία, τότε μπλερική, που θα εξελιχτεί σήμερα, με το Δημοκρατικό Κόμμα του Ματτέο Ρέντσι, σε μια εκδοχή του γαλλικού [κεντρώου] Δημοκρατικού Κινήματος (MoDem).
Κι όμως, εκείνος ο κομμουνιστικός λαός υπήρξε υπερήφανος. Ήταν μια οργανική κοινότητα με δική της ταυτότητα και κουλτούρα μέσα από τους συνεταιρισμούς, τα σπίτια του Λαού ή ακόμα και τη Γιορτή της Ενότητας (Unità). Οι νέοι ηγέτες του P.C.I. εγκατέλειψαν τον κομμουνιστικό λαό που ο Μπερλινγκουέρ καταλάβαινε και εκπροσωπούσε.3 Τι απέγινε άραγε εκείνο το νεαρό αγόρι που με υψωμένη γροθιά έλεγε στις 13 Ιουνίου 1984: «Θα είμαι για πάντα κομμουνιστής»;