Περίμενέ την με μια κούπα αζουρένια.
Περίμενέ την ένα δειλινό την Άνοιξη, ανάμεσα σε μυρωδάτα ρόδα.
Περίμενέ την με υπομονή αλόγου για βουνά εκπαιδευμένου.
Περίμενέ την με τη διαλεχτή καλαισθησία ενός πρίγκιπα.
Περίμενέ την με εφτά προσκέφαλα από σύννεφο.
Περίμενέ την μ’ ευωδιές από καιόμενο λιβάνι γυναικείο.
Περίμενέ την μ’ αντρικό άρωμα σανταλόξυλου στο άλογο καβάλα.
Περίμενέ την και μην βιάζεσαι.
Αν φτάσει αργά, περίμενέ την.
Αν φτάσει πιο νωρίς, περίμενέ την.
Μην τα φοβίσεις τα πουλιά μες στα πλεγμένα της μαλλιά.
Περίμενέ την να καθίσει σ’ έναν κήπο στ’ αποκορύφωμα της άνθισής του.
Περίμενέ την μην πειράξει ο αέρας του την τόσο άμαθη καρδιά της.
Περίμενέ την, από σύννεφο σε σύννεφο, το ρούχο απ’ τα σκέλια της να στείλει.
Και περίμενέ την.
Οδήγησέ την στο μπαλκόνι για να δει πώς πνίγετ’ η σελήνη μες στο γάλα.
Περίμενέ την και πριν το κρασί, να της προσφέρεις το νερό.
Τις δύο πέρδικες π’ αποκοιμήθηκαν στο στήθος της, μην τις κοιτάξεις.
Περίμενε κι ευγενικά το χέρι πιάσ’ της, όταν στο μάρμαρο την κούπα ακουμπήσει.
Σαν να μαζεύεις τη δροσιά γι’ αυτήν, περίμενε.
Μίλα της σαν το φλάουτο σε μια χορδή βιολιού που ’χει τρομάξει,
Σαν να ’ξερες από πιο πριν τι μέλλεται το αύριο να φέρει.
Περίμενε, και γυάλισε τα δαχτυλίδια της, τη νύχτα, ένα-ένα.
Περίμενέ την μέχρι η Νύχτα να σου πει, με τον δικό της τρόπο:
Κανείς δεν είναι ζωντανός, πέρ’ από σας τους δύο.
Έτσι, ευγενικά στον θάνατο, που τόσο επιθυμείς, οδήγησέ την και περίμενε.
Περίμενέ την ένα δειλινό την Άνοιξη, ανάμεσα σε μυρωδάτα ρόδα.
Περίμενέ την με υπομονή αλόγου για βουνά εκπαιδευμένου.
Περίμενέ την με τη διαλεχτή καλαισθησία ενός πρίγκιπα.
Περίμενέ την με εφτά προσκέφαλα από σύννεφο.
Περίμενέ την μ’ ευωδιές από καιόμενο λιβάνι γυναικείο.
Περίμενέ την μ’ αντρικό άρωμα σανταλόξυλου στο άλογο καβάλα.
Περίμενέ την και μην βιάζεσαι.
Αν φτάσει αργά, περίμενέ την.
Αν φτάσει πιο νωρίς, περίμενέ την.
Μην τα φοβίσεις τα πουλιά μες στα πλεγμένα της μαλλιά.
Περίμενέ την να καθίσει σ’ έναν κήπο στ’ αποκορύφωμα της άνθισής του.
Περίμενέ την μην πειράξει ο αέρας του την τόσο άμαθη καρδιά της.
Περίμενέ την, από σύννεφο σε σύννεφο, το ρούχο απ’ τα σκέλια της να στείλει.
Και περίμενέ την.
Οδήγησέ την στο μπαλκόνι για να δει πώς πνίγετ’ η σελήνη μες στο γάλα.
Περίμενέ την και πριν το κρασί, να της προσφέρεις το νερό.
Τις δύο πέρδικες π’ αποκοιμήθηκαν στο στήθος της, μην τις κοιτάξεις.
Περίμενε κι ευγενικά το χέρι πιάσ’ της, όταν στο μάρμαρο την κούπα ακουμπήσει.
Σαν να μαζεύεις τη δροσιά γι’ αυτήν, περίμενε.
Μίλα της σαν το φλάουτο σε μια χορδή βιολιού που ’χει τρομάξει,
Σαν να ’ξερες από πιο πριν τι μέλλεται το αύριο να φέρει.
Περίμενε, και γυάλισε τα δαχτυλίδια της, τη νύχτα, ένα-ένα.
Περίμενέ την μέχρι η Νύχτα να σου πει, με τον δικό της τρόπο:
Κανείς δεν είναι ζωντανός, πέρ’ από σας τους δύο.
Έτσι, ευγενικά στον θάνατο, που τόσο επιθυμείς, οδήγησέ την και περίμενε.
Μαχμούντ Νταρουίς, Μάθημα από το Κάμα Σούτρα (Περίμενέ την)