Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

Χρόνης Μίσσιος

«Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τι την κάνουμε, ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την… Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σμπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι, φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό».

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…

Όλα, όλα, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ…

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας…

Ό­μως τ’ αφήσαμε γι’ αύριο… Για να πάμε πού; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και μεις, αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος.

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει.

Ήρθανε να την πάρου­νε, και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο… Πήγαμε στην κηδεία της και κει άκουσα τον παπά να λέει. «Χους εί και εις χουν απελεύσει», και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέ­δες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…

Σ’ αυτό τον τόπο όλα τα πράγματα που πάραξε ο άνθρωπος έχουν μιαν αλαφράδα, μια οικειότητα, στοργή και αγάπη για τη ζωή, άλλο πράμα.

Ακόμα κι ο χριστιανισμός, που σε άλλους τόπους, όταν έγινε εξουσία, πέρασε από φωτιά και σίδερο όσους είχαν επιφυλάξεις ή σκάλιζαν τα πράγματα πέρα από «τας αγίας γραφάς», ή δεν παπαγάλιζαν σωστά όσα διακήρυχνε ο κάθε πάπας ή αρχιεπίσκοπος, όπως και η καθοδήγησή μας, άλλωστε-βλέπεις, το νταβατζιλίκι είναι η μοίρα όλων των εξουσιών- εδώ, σε τούτον τον τόπο, παρέμεινε βασικά ανθρώπινος.

Οι άγιοί μας είναι, να πούμε, κάτι ανάμεσα σε φιλαράκια, κουμπάρους και πολιτευτές, τους ζητάμε ρουσφέτια, εκδουλεύσεις, κι άμα δε μας κάνου­νε τη χάρη, τους γαμούμε το κέρατο, που λένε. Είναι, να πούμε, σκιές ζωής. Οι πιο σοβαροί είναι αντίγραφα των πολιτικών μας νταβατζήδων, των βουλευτών, θέλουν λιβάνια, υποταγή και τα ρέστα.

Η μόνη που δεν ασκεί εξουσία είναι η Παναγιά, αυτή η γυναίκα του λαού μας, που δίνει, δίνει, χωρίς να διεκδικεί για τον εαυτό της παρά τη λαχτάρα. Η μάνα που βλέπει το παιδί της να φεύγει σα βέλος μπροστά της, κι αυτή να λαχταράει, να τρομάζει για να καταλάβει αυτό το άγνωστο, το καινούριο που έφερε στον κόσμο, και που είναι ταυτόχρονα σάρκα της και ξένο.

Είναι η πιο τραγική μορφή του ανθρώπινου είδους, γι’ αυτό σ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία η εξουσία και η μάνα είναι τα κεντρικά πρόσωπα κάθε τραγωδίας, μόνο που η μάνα είναι ο αποδέκτης του πόνου, ενώ η εξουσία ο φορέας του. Ακόμα κι ο χριστιανισμός απογύμνωσε τη μάνα από κάθε εξουσία".

Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022

Η λειτουργία του κόσμου

“Η λειτουργία του κόσμου έπαψε να είναι το απόλυτο μυστήριο που ήταν, οι μοχλοί του κακού βρίσκονται μπροστά στα μάτια… όλων, για τα χέρια που τους χειρίζονται δεν υπάρχουν πια γάντια ικανά να κρύψουν τις κηλίδες του αίματος.

Θα έπρεπε, επομένως, να είναι εύκολο για τον καθένα να επιλέξει ανάμεσα στην πλευρά της αλήθειας και στην πλευρά του ψεύδους, ανάμεσα στον ανθρώπινο σεβασμό και στην ασέβεια προς τον άλλον, ανάμεσα σε αυτούς που είναι με τη ζωή και αυτούς που είναι εναντίον της.

Δυστυχώς, τα πράγματα δε συμβαίνουν πάντα έτσι.

Ο προσωπικός εγωισμός, το βόλεμα, η έλλειψη γενναιοδωρίας, οι μικρές δειλίες της καθημερινότητας, όλα αυτά συνεισφέρουν σε μια ολέθρια μορφή πνευματικής τυφλότητας, να βρισκόμαστε δηλαδή στον κόσμο και να μη βλέπουμε τον κόσμο, ή να βλέπουμε από αυτόν ότι, ανά πάσα στιγμή, τείνει να εξυπηρετεί τα συμφέροντά μας.

Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορούμε να ευχηθούμε παρά να έρθει η συνείδηση και να μας ταρακουνήσει επειγόντως από το μπράτσο και να μας ρωτήσει εξ επαφής: “Πού πας; Τι κάνεις; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;”.

Μια εξέγερση ελεύθερων συνειδήσεων θα χρειαζόμασταν. Είναι άραγε εφικτό;”

Ζοζέ Σαραμαγκού - Το τελευταίο τετράδιο / απόσπασμα

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022

Ο αναρχικός των δύο κόσμων

"Η δυστυχία υπάρχει" είπε ο Σεβέκ απλώνοντας τα χέρια του. "Είναι πραγματική. 

Μπορώ να την ονομάζω παρεξήγηση, αλλά δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι δεν υπάρχει ή ότι κάποτε θα πάψει να υπάρχει. 

Η δυστυχία είναι η ανθρώπινη συνθήκη. Όταν έρχεται το ξέρεις· αναγνωρίζεις την αλήθεια της. Φυσικά είναι σωστό να φροντίζουμε τους αρρώστους, να καταπολεμάμε την πείνα και την αδικία, όπως κάνει ο κοινωνικός οργανισμός. 

Αλλά καμιά κοινωνία δεν μπορεί να αλλάξει τη φύση της ύπαρξης. Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε την δυστυχία. Αυτόν ή εκείνον τον πόνο, ναι, αλλά όχι τον Πόνο. Μια κοινωνία μπορεί να καταργήσει μόνο την κοινωνική δυστυχία- την άχρηστη δυστυχία. Η υπόλοιπη εξακολουθεί να υπάρχει. Είναι η ρίζα, η πραγματικότητα. Όλοι από μας εδώ θα γνωρίσουμε τη λύπη· αν ζήσουμε πενήντα χρόνια, θα είναι πενήντα χρόνια λύπης. Και στο τέλος θα πεθάνουμε. Με αυτή την συνθήκη γεννιόμαστε.

Φοβάμαι τη ζωή! Υπάρχουν φορές που…που με πιάνει τρόμος. Η ευτυχία φαίνεται φευγαλέα. Κι ωστόσο, αναρωτιέμαι αν όλα αυτά είναι μια παρεξήγηση…αυτό το κυνήγι της ευτυχίας…αυτός ο φόβος του πόνου…Αν αντί να τον φοβάμαι και να τον αποφεύγω…αν μπορούσα να τον διασχίσω…να τον ξεπεράσω…Υπάρχει κάτι πέρα από τον πόνο.

Αυτό που υποφέρει είναι το εγώ, αλλά υπάρχει ένα σημείο όπου το εγώ σταματάει. Δεν ξέρω πως να το πω. Αλλά νομίζω ότι η πραγματικότητα, η αλήθεια που αναγνωρίζω στη δυστυχία κι όχι στην άνεση και στην ευτυχία- ότι η πραγματικότητα του πόνου δεν είναι ο πόνος. Αν μπορέσεις να την ξεπεράσεις. Αν μπορέσεις να την αντέξεις μέχρι το τέλος.

“Πραγματικότητα της ζωής μας είναι η αγάπη, η αλληλεγγύη”, είπε ένα ψηλό κορίτσι με γλυκά μάτια.”Η αγάπη είναι η αληθινή συνθήκη της ανθρώπινης ζωής.”

Ούρσουλα Λε Γκεν - Ο αναρχικός των δύο κόσμων, απόσπασμα

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2022

Γουλφ

Όλα κυματίζουν, όλα χορεύουν, όλα είναι ταχύτητα και θρίαμβος.

Γιατί τίποτα δεν είναι μονάχα ένα πράγμα .

Όταν πέφτει το σκοτάδι, βγάζω από πάνω μου αυτό το σώμα που δεν έχει τίποτα να του ζηλέψεις και ενοικώ στους αιώνες.

Την ταχύτητα θέλω, την καυτή και πυρακτωμένη γλώσσα που τρέχει σαν λάβα.

Η καρδιά ποτέ δεν σταματά να ξελογιάζεται.

Δεν είμαστε τόσο απλοί όσο θέλουνε οι φίλοι μας για να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Η ευτυχής αλληλουχία των γεγονότων που ακολουθούν το' να τ' άλλο στη ζωή μας. Τάκτακ, τάκτακ, τάκτακ.

Η ζωή μαραίνεται όταν υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε να μοιραστούμε.

Τι περίεργο - εμείς που υποφέρουμε τόσο, να προκαλούμε τόσο πόνο στους άλλους.

Οι λέξεις λαξεύουν στο φτερούγισμά τους και χτυπούν το αντικείμενο ίντσες χαμηλότερα.

Βιρτζίνια Γουλφ

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2022

Μέντης

Ελάχιστοι θυμούνται πια την υπόθεση Λαμπράκη. Ποιος τον σκότωσε τελικά δεν μάθαμε. Είναι από τα εγκλήματα που θεωρούνται ανεξιχνίαστα, παρ’ όλο που η Αστηνομία και η Χωροφηλακή χάλασαν τον κόσμο να βρουν έστω κι έναν ύποπτο. Μόνο τώρα τελεφτέως, επειδή με τον θάνατο τριών χαλυβουργών ανέκυψε θέμα κεραβνού, δώσαμε εντολές να εξετασθή κι αφτή η υπόθεσις. Κι αν οι έρεβνες αποδείξουν ότι την ημέρα εκείνη στη Θεσσαλονίκη ο κερός ήταν βροχερός, δεν μένει πια καμιά αμφιβολία ότι ο θάνατος του Λαμπράκη στην οδό Σπανδωνή οφείλετο σε αστροπελέκι. Κι όπος καταλαβένεις, δεν μπορούν να μας ζητήσουν εφθύνες επειδή οι αριστεροί κυκλοφορούν χωρίς αλεξικέραβνα. (23/11/1963)

Ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως κ. Γκίκας, φοβούμε ότη δεν γνορίζει καλά Ελληνικά κε δι’ αφτό δεν χροματίζει καλός τας λέξεις. Ανεκοίνοσεν ότι “όσοι εταλαιπόρησαν θα ταλαιπορηθούν”. Δηλαδή, τι θα κάνη; Θα μας παρατάξη τους βασανιστάς εις καμίαν στάσιν διά να περιμένουν το λεοφορείον υπό τον ήλιον; Εγώ γνορίζο ότι αφτό θα πη ταλαιπορία. Επίσης ότι και ο επιβάτης που δεν βρίσκει κάθισμα και παραμένει όρθιος καθ’ όλην την διαδρομήν, και αφτός ταλεπορίται. Η σωστή φράσις νομίζο είναι: “Όσοι εβασάνισαν θα βασανισθούν”. Υπάρχουν λεπτέ αποχρόσεις που έχουν μεγάλην σημασίαν. (15/9/1974)

Εκτός από τα τσιγάρα και αι φακαί από 14,50 αναθερμάνθηκαν εις την τιμήν των 22 δραχμών. Μετά από σήντομον πάλην που έκανα με τον εαφτόν Μου, προήλθον εις την σκληράν απόφασιν να κόψω ταις φακαίς. Αφτά τα πράγματα πρέπει να κόπτοντε με το μαχέρη, άλλως γίνοντε πάθος. Κατά την γνόμην Μου, όμος η άφξησις της φακής ήτο επιβεβλημένη εκ των πραγμάτων κε είνε δικεολογημένη διότη η φακή περιέχει σίδηρον κε εφόσον η τιμή του σιδήρου διεθνώς ανήλθεν, δεν επιτρέπετε εις ημάς να ροφώμεν δωρεάν κε προκλητικός τα κέρδη των σιδηροβιομηχάνων εις εποχάς βαρητάτων εισφορών του κλάδου. (23/11/1975)

Μπόστ (Μέντης Μποσταντζόγλου)

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2022

Τσβάιχ

 «Για μένα η δόξα και το μεγαλείο του εβραϊκού λαού έγκειται ακριβώς στο ότι είναι ο μοναδικός που διαθέτει μόνο πνευματική πατρίδα, ο ένας λαός στην ιστορία του κόσμου, που επιδιώκει να επιστρέψει στην Αιώνια Ιερουσαλήμ, επιδιώκοντας ταυτόχρονα την επιστροφή στην πραγματική Παλαιστίνη. Για μένα, το μεγαλείο του Εβραϊσμού είναι ότι βρίσκεται πάνω από τα όρια των εθνών, ότι συνδέει και ενώνει τα άλλα έθνη στη δική του ιδέα. Εκείνος επιθυμεί το εβραϊκό έθνος, και εγώ διαβλέπω στον εθνικισμό τον κίνδυνο του διχασμού, της υπεροψίας, του περιορισμού και της ματαιοδοξίας». [...]

«Είμαι απολύτως σαφής και αποφασισμένος: Όσο πιο απειλητική προβάλλει η πραγματοποίηση του ονείρου, του επικίνδυνου ονείρου ενός εβραϊκού κράτους με κανόνια, σημαίες, τάξεις και τάγματα, τόσο περισσότερο αγαπώ την επώδυνη ιδέα της διασποράς. [...] Τί είναι το έθνος, αν όχι κοινή μοίρα; Κοινή πορεία; Η Παλαιστίνη θα είναι ένα τέρμα, το κλείσιμο του κύκλου, το τέλος μιας κίνησης που συγκλόνισε την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο. Και σαν επανάληψη θα ήταν μια τραγική απογοήτευση».

«Κατά τη γνώμη μου, η αποστολή του Εβραϊσμού, πολιτικά, είναι να ξεριζώσει τον εθνικοσοσιαλισμό σε όλες τις χώρες, έτσι ώστε να διασφαλίσει την ένωση με το καθαρό πνεύμα. Γι’ αυτό και απορρίπτω τον εβραϊκό εθνικισμό, επειδή είναι υπεροψία και αποκλεισμός.

Μετά από δύο χιλιάδες χρόνια που έχουμε ποτίσει τη γη με το αίμα μας και την έχουμε σπείρει με τις ιδέες μας, δεν μπορούμε να περιοριστούμε ξανά σε μια γωνιά της Αραβίας και να γίνουμε ένα μικρό κλειστό έθνος. Το πνεύμα μας είναι το πνεύμα του κόσμου – είμαστε πολίτες του κόσμου. Γι’ αυτό γίναμε αυτό που είμαστε. Κι αν πρέπει για τούτο να υποφέρουμε, έτσι είναι γραφτό μας… Δεν ωφελεί σε τίποτα να καμαρώνει κανείς ή να ντρέπεται για την εβραϊκότητά του – το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να την αναγνωρίζουμε και να ζούμε όπως είναι η μοίρα μας να ζούμε, χωρίς πατρίδα δηλαδή – με την υψηλότερη έννοια. Γι’ αυτό δεν θεωρώ πως είναι τυχαίο που είμαι διεθνιστής και ειρηνιστής – θα έπρεπε να απαρνηθώ τον εαυτό μου και το αίμα μου για να μην είμαι !

[…] Έχουμε ζήσει τόσο πολλά ! Πολλά έχουν εισβάλει στη ζωή μας και έχουν καταστρέψει για πάντα (ιδίως για εμάς τους Εβραίους) την εσωτερική μας ισορροπία. Είμαστε ζωντανές ανωμαλίες: Γράφουμε και σκεφτόμαστε σε μια γλώσσα που μας την απαγορεύουν, ζούμε σε μια χώρα όπου δεν μας θέλουν, και είμαστε δεμένοι με τη μοίρα ενός τόπου που απλώς μας ανέχεται· Εβραίοι χωρίς τη θρησκευτική πίστη και χωρίς την επιθυμία να είμαστε Εβραίοι· ειρηνιστές που δεν έχουν το δικαίωμα της αντίρρησης, όταν το Θηρίο οπλίζεται και ετοιμάζεται να επιτεθεί – ποιά άλλη γενιά στην ιστορία βρέθηκε ποτέ έρμαιο τέτοιου παραλογισμού;»

Στέφαν Τβάιχ , επίμετρο από το βιβλίο Μενόρα, το θαμμένο κηροπήγιο

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

Περί βραδύτητας

Γιατί χάθηκε η ηδονή της βραδύτητας; Α, πού είναι οι παλιοί αργόσχολοι; Πού είναι οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τους χωματόδρομους, μαζί με τα λιβάδια και τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση; Μια τσέχικη παροιμία δίνει τον ορισμό της γλυκιάς απραξίας τους με μια μεταφορά: κοιτάζουν τα παράθυρα του καλού Θεού. Όποιος κοιτάζει τα παράθυρα του καλού Θεού δεν βαριέται˙ είναι ευτυχής. Στον κόσμο μας η αργία μεταβλήθηκε σε αεργία, που είναι τελείως άλλο πράγμα: ο άεργος είναι στερημένος, βαριέται, αναζητάει μονίμως την κίνηση που του λείπει. […]

απόσπασμα από Μίλαν Κούντερα - Η βραδύτητα