Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Η Προειδοποίηση

Σ’ένα μέροςδημοφιλές για ημερήσιες αποδράσεις, όχι μακριά από το Qingdao, απλωνόταν ένας βράχος που ξεχώριζε ως ρομαντική τοποθεσία με την απόκρημνη πλαγιά να πέφτει σε θάλασσα βαθιά. Ο βράχος αποτελούσε προορισμό ερωτοχτυπημένων αντρών κατά την ευτυχή τους περίοδο, και αφότου πιασμένοι αγκαζέ με το κορίτσι θαύμαζαν το τοπίο, θα σταματούσαν έπειτα να τσιμπήσουν κάτι συντροφιά, σ’ ένα κοντινό ρεστοράν. Τα πήγαινε πολύ καλά το ρεστοράν. Άνηκε στον κύριο Ming.

Κάποτε, μια μέρα, ένας εραστής εγκαταλελειμμένος κατέβασε την ιδέα να τερματίσει τη ζωή του στο μέρος όπου είχε την καλύτερη ανάμνηση, και έτσι, όχι μακριά από το ρεστοράν, όρμησε από τον βράχο στην αποκρημνιά. Ο πολυμήχανος εραστής βρήκε μιμητές και δεν χρειάστηκε πολύ πριν ο βράχος γίνει γνωστός ως η πλαγιά με τα κρανία.

Με την καινούργια του τόπου φήμη, η επιχείρηση του κυρίου Ming δεινοπάθησε. Κανένας καβαλιέρος δεν τολμούσε να πάρει βόλτα την κυρά του σ’ ένα μέρος όπου ανά πάσα στιγμή θα πέφτανε πάνω σ’ ένα ασθενοφόρο. Το ρεστοράν του κυρίου Ming πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και θα έπρεπε να σκαρώσει κάτι. Μια μέρα κλείστηκε στην κάμαρά του για να σκεφτεί. Όταν βγήκε έξω, κατευθύνθηκε σ’ έναν υποσταθμό ηλεκτρικού ρεύματος. Μετά από μερικές ημέρες εμφανίστηκε ένα καλώδιο, τεντωμένο γύρω από τα όρια του ρομαντικού βράχου. Μια πινακίδα που κρεμάστηκε προειδοποιούσε: «Κίνδυνος – Θάνατος! Ηλεκτροπληξία!».  Έκτοτε, όσοι φλέρταραν με την αυτοκτονία βάλθηκαν να αποφεύγουν το μέρος και η επιχείρηση του κυρίου Ming ευδοκίμησε όπως και πρότερα.

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Η Προειδοποίηση 

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Μάθημα από το Κάμα Σούτρα

Περίμενέ την με μια κούπα αζουρένια.
Περίμενέ την ένα δειλινό την Άνοιξη, ανάμεσα σε μυρωδάτα ρόδα.
Περίμενέ την με υπομονή αλόγου για βουνά εκπαιδευμένου.
Περίμενέ την με τη διαλεχτή καλαισθησία ενός πρίγκιπα.
Περίμενέ την με εφτά προσκέφαλα από σύννεφο.
Περίμενέ την μ’ ευωδιές από καιόμενο λιβάνι γυναικείο.
Περίμενέ την μ’ αντρικό άρωμα σανταλόξυλου στο άλογο καβάλα.
Περίμενέ την και μην βιάζεσαι.
Αν φτάσει αργά, περίμενέ την.
Αν φτάσει πιο νωρίς, περίμενέ την.
Μην τα φοβίσεις τα πουλιά μες στα πλεγμένα της μαλλιά.
Περίμενέ την να καθίσει σ’ έναν κήπο στ’ αποκορύφωμα της άνθισής του.
Περίμενέ την μην πειράξει ο αέρας του την τόσο άμαθη καρδιά της.
Περίμενέ την, από σύννεφο σε σύννεφο, το ρούχο απ’ τα σκέλια της να στείλει.
Και περίμενέ την.
Οδήγησέ την στο μπαλκόνι για να δει πώς πνίγετ’ η σελήνη μες στο γάλα.
Περίμενέ την και πριν το κρασί, να της προσφέρεις το νερό.
Τις δύο πέρδικες π’ αποκοιμήθηκαν στο στήθος της, μην τις κοιτάξεις.
Περίμενε κι ευγενικά το χέρι πιάσ’ της, όταν στο μάρμαρο την κούπα ακουμπήσει.
Σαν να μαζεύεις τη δροσιά γι’ αυτήν, περίμενε.
Μίλα της σαν το φλάουτο σε μια χορδή βιολιού που ’χει τρομάξει,
Σαν να ’ξερες από πιο πριν τι μέλλεται το αύριο να φέρει.
Περίμενε, και γυάλισε τα δαχτυλίδια της, τη νύχτα, ένα-ένα.
Περίμενέ την μέχρι η Νύχτα να σου πει, με τον δικό της τρόπο:
Κανείς δεν είναι ζωντανός, πέρ’ από σας τους δύο.
Έτσι, ευγενικά στον θάνατο, που τόσο επιθυμείς, οδήγησέ την και περίμενε.

Μαχμούντ Νταρουίς, Μάθημα από το Κάμα Σούτρα (Περίμενέ την)

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Η αγαπημένη

Αυτή είναι που στέκεται στα βλέφαρά μου

Και τα μαλλιά της στα μαλλιά μου

Κι έχει το χρώμα των ματιών μου

Αυτή, το πιο ωραίο κορμί

στο σχήμα του χεριού μου

Αυτή στη σκιά μου κατακλύζεται

Σαν μια πέτρα στον ουρανό.


Με τα μάτια της πάντα ανοιχτά

δεν με αφήνει ποτέ να κοιμηθώ

Και το όνειρο αυτής στην λαμπερή μέρα

Κάνει τον ήλιο να εξατμίζεται

Και μένα να γελώ, να κλαίω και πάλι να γελώ

Και να μιλώ χωρίς να έχω τίποτα να πω.


Πωλ Ελυάρ 

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Πάτερ ημών

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
Μείνε κει
Κι εμείς θα μείνουμε στη γη
Που ’ναι φορές φορές τόσο όμορφη
Με τα Μυστήρια της Νέας Υόρκης της
Και με τα Μυστήρια των Παρισίων της
Αντάξια με τα Μυστήρια της Τριάδας
Με το μικρό κανάλι της στην Ουρκ
Με το μεγάλο σινικό της τείχος
Τον ποταμό της στο Μορλέ
Με τις μέντες του Καμπρέ
Με τον Ειρηνικό της Ωκεανό
Και τις δυο στέρνες του Κεραμεικού
Με τα παιδάκια τα καλά και με τα κωλοπαίδια
Μ’ όλα τα θαύματα του κόσμου
Που ’ναι εδώ
Απλά πάνω στη γη
Χαρισμένα σ’ όλο τον κόσμο
Σκορπισμένα
Μαγεμένα κι αυτά τα ίδια με την ομορφιά τους
Και που δεν τολμούν να τ’ ομολογήσουν
Όπως κορίτσι όμορφο
Που δεν τολμά να δείξει το κορμί του γυμνό
Με τ’ ανυπόφορα κακά του κόσμου
Λεγεώνες ολόκληρες
Με τους λεγεωνάριούς τους
Με τους βασανιστές τους
Με τους αφεντάδες τούτου του κόσμου
Τους αφεντάδες με τους παπάδες τους, τους χαφιέδες
Και τους καραβανάδες τους
Με τις εποχές
Με τα χρόνια
Με τα όμορφα κορίτσια και τους μάπες
Με το σαράκι της μιζέριας που σαπίζει μέσα στ’ ατσάλι
Των κανονιών.

Ζακ Πρεβέρτ

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Φωνές της σιωπής

Η σιωπή είναι ο πιο απαιτητικός συνομιλητής.

Η ψυχή είναι το πιο φθαρτό μας όργανο.

Η ποίηση είναι ο τρόπος να λες την αλήθεια χωρίς να πληγώνεις θανάσιμα.

Ό,τι αγάπησα, με δίδαξε τον πόνο· κι ό,τι με πόνεσε, με δίδαξε την αγάπη.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο τραγικό από έναν άγγελο που μαθαίνει να περπατά.

Ο ποιητής είναι ένας ψεύτης που λέει μόνο αλήθειες.

Τα βράδια μυρίζουν μελάνι και αναμνήσεις.

Δεν έμαθα να ζω χωρίς τις πληγές μου — είναι τα μόνα μου παράθυρα.

Οι άνθρωποι περνούν, αλλά το φως μένει στα μάτια.

Κάθε στίχος είναι μια μικρή εξομολόγηση με αναβολή.

Αν η ελπίδα είχε πρόσωπο, θα ήταν κουρασμένο αλλά χαμογελαστό.

Ο χρόνος δεν γιατρεύει — απλώς αλλάζει το σχήμα της πληγής.

Η ποίηση δεν είναι καταφύγιο,
είναι αποκάλυψη.

Όταν κοιτάς πολύ τον ήλιο,
αρχίζεις να βλέπεις μόνο σκιές.

Μερικές σιωπές μιλούν πιο καθαρά
απ’ ό,τι χίλιες κραυγές.

Η πόλη κοιμάται,
κι εγώ μετρώ τα φώτα που δεν έσβησαν ποτέ.

Ένας δρόμος χωρίς τέλος
είναι το πιο τίμιο ψέμα της ελπίδας.

Αν δεν πονέσεις τη λέξη,
δε θα σου μιλήσει ποτέ.

Χιόνης και Δομιανός

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

O κύριος Φογκ

Όταν ο κύριος Φογκ
ήθελε να δει τι ώρα είναι
έσκυβε από την πολυθρόνα
και κοίταζε το πρόσωπό του στο νερό:
όμορφος παρά μελαγχολικός και δέκα δευτερόλεπτα
τρυφερός και αγέρωχος και σαράντα δευτερόλεπτα
λυπημένος και λυπημένος ακριβώς
του απαντούσε το νερό.
Μόνο τη νύχτα
η ώρα ήτανε πάντα
νύχτα.
Όταν μια νύχτα ολόκληρη
σου δίνεται
δεν την ρωτάς ποτέ
τι ώρα είναι.

Γιάννης Βαρβέρης - απόσπασμα από το βιβλίο του. "Ο κύριος Φογκ"

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

Κορτάσαρ

Παρίσι, 14 Ιουλίου (allons

enfents de la patrie…) 1965

Αλεχανδριοτάτη,

Μην είσαι θυμωμένη μαζί μου γι’ αυτή τη μακρά σιωπή. Ακόμη και οι σιωπές δένουν, κι εγώ έχω δει πάνω από τέσσερα κουτιά κεϊκάκια δεμένα με μαύρο νήμα∙ αρκεί να τραβήξω το φιογκάκι για να εμφανιστούν οι μαρέγγες, αστραπές και καλόγριες, χωρίς να μετράω τις φρικτές (3fr., 25 les 100gr.). Τέτοια πράγματα κάθε μέρα.

Μακρινό ζωύφιο, την προηγούμενη εβδομάδα πήγαμε στο Montmachoux να δειπνήσουμε με την Λωρ και τον Φιλίπ κι όλος ο κόσμος μίλησε τόσο για σένα που εγώ έφερα κι άλλη καρέκλα και την έβαλα για τις αμφιβολίες. Χάρη στο σύστημα κατασκοπίας μου, έχω ενημερωθεί επίσης για το ότι τα μέλη του Κλαμπ των Βαμμένων¹ συναντιούνται στα καφέ για να θυμηθούν τη φιλεναδίτσα τους της οδού Montesdeoka. Η μυστική σου (sic) δημοφιλία εποικεί στις ταράτσες της λατινοαμερικάνικης γειτονιάς. Υπάρχει ένας ζωγράφος που υπογράφει Πίσα∙ άλλος Αρνίκ. Υπάρχει ένα κοκτέιλ που ονομάζεται Αλεξάντρα. Ένας διαβόητος λογοκλόπος ονόματι Ησίοδος έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο που τιτλοφορείται «Τα έργα και οι μέρες». Στην αυλή του σπιτιού, κάτω από την παουλόβνια, παίζει μια μαύρη γατούλα που μιμείται τον τρόπο σου να ανοίγεις πλατιά τα μάτια σου. Ήδη βλέπεις πως δεν μπόρεσες να φύγεις.

Κι έπειτα ενώ εμείς βρισκόμασταν στο μικρό μας ράντσο στο Saignon (που όλος ο κόσμος αποκαλεί Σαϊγκόν για να μας προσβάλει και να μας συκοφαντήσει), έφτασε στο Παρίσι το βιβλίο σου και το βρήκαμε πριν δέκα μέρες, όταν έπρεπε να επιστρέψουμε για να δουλέψουμε στην Ιονέσκο. Η Αουρόρα το διάβασε μονορούφι και δεν σου έχει γράψει ακόμη∙ εγώ το διάβασα χθες το βράδυ, αργά, με κονιάκ και μια πίπα, και τώρα σου γράφω. Εσύ θα ξέρεις να εκτιμήσεις τα αντίστοιχα προτερήματα αυτών των συμπεριφορών.

Είναι πολύ δύσκολο να μην είναι κανείς ηλίθιος σ’ ένα γράμμα, όταν ο ίδιος είναι αυτό που είναι και τίποτα περισσότερο. Πάνε χρόνια που μου σκάει να μετατρέψω ένα γράμμα σ’ ένα είδος ανασκόπησης για ιδιωτική χρήση του συγγραφέα. Ίσως όλα όσα μου δίνει το βιβλίο σου είναι καλύτερο να τα υπονοήσω με μεμονωμένες λέξεις ή με σχέδια. Σχέδια δεν ξέρω να κάνω∙ μεμονωμένες λέξεις, ναι:

Κατσαρίδα

Μανδραγόρας

Φανός

Μονόκερος

Κενό (τόσο γεμάτο, τόσο γεμάτο)

Με πόνεσε το βιβλίο σου, είναι τόσο δικό σου, είναι τόσο εσύ σε κάθε γραμμή, τόσο απρόθυμα ξεκάθαρη, τόσο από κάτω και από μέσα. Γνωρίζεις το σύστημα που έγκειται στο να φυλλομετράς ένα βιβλίο και να πηγαίνεις παραθέτοντας στίχους ή αποσπάσματα, με κάποιο σχολιασμό ή έπαινο ή λογοκρισία; Εμένα δεν μου αρέσει. Αλλά θα στο πω: Αυτό που νιώθω είναι το ίδιο με [αυτό που νιώθω] μπροστά σε κάποιους (πολύ λίγους) σουρεαλιστικούς πίνακες ή σχέδια: Πως βρίσκομαι από την άλλη πλευρά για ένα δευτερόλεπτο, πως με έχουν κάνει να περάσω, πως είμαι εσύ, πως κρέμομαι από την άκρη του υφάσματος όπως τούτες οι κόκκινες αράχνες που υπάρχουν στην Προβηγκία και που έχουν, φαίνεται, συμμαχήσει με το Σκότος. Τώρα ξέρω (ήδη το ήξερα) πως όλα ή σχεδόν όλα μπορούν να ειπωθούν με πολύ λίγες λέξεις. Κάθε δικό σου ποίημα είναι ο κύβος ενός τεράστιου τροχού. Άλλοι κάνουν ολόκληρο τον τροχό και πρέπει να δει κανείς πώς φράζει τις τάφρους∙ εσύ αφήνεις τον τροχό να είναι άλλο πράγμα, κάτι που κάποιοι λίγοι βλέπουν να σχεδιάζεται πολύ πιο πέρα από τη σελίδα. Και τότε ο Μπεν Χουρ κερδίζει με τους αέρινους τροχούς του, που αφήνουν πίσω τους τροχούς από βελανιδιά και από μπρούντζο. Τα ποιήματά σου μου μοιάζουν μικρούτσικα χαρακτικά ή ακόμα καλύτερα βαβυλωνιακοί κύλινδροι, και μια μέρα όταν θα έρθεις να καταλάβεις τούτη την καρέκλα που έβαλα για εσένα και που πάντα θα βάζω στο σπίτι και σε όλα τα σπίτια και μέχρι στα λεωφορεία και στα αλεξικέραυνα, τότε θα σε πάω στο Λούβρο για να σου δείξω έναν κύλινδρο που ανακάλυψα πριν λίγο καιρό, στην ετρουσκική αίθουσα, και που δεν είναι εξολοκλήρου ένας ετρουσκικός κύλινδρος ανάμεσα σε άλλους λόγους γιατί οι Ετρούσκοι ποτέ δεν είχαν κυλίνδρους, τούτοι οι καθυστερημένοι του κώλου, αλλά ο συντηρητής ή ο ριζοσπάστης του Λούβρου τον έχει βάλει στην αίθουσα των Ετρούσκων, σαν γνήσιος Κρονόπιο που είναι, γιατί δεν μένει χώρος ανάμεσα στους βαβυλωνιακούς κυλίνδρους. Και θα στον δείξω, και θα κάνεις μεγάλα άλματα.

Έλαβα εδώ και πολλές καλένδες ένα δικό σου γράμμα που έπειτα το έχασα χάρη σε μια υπέροχα αποτυχημένη πράξη, γιατί μου ζητούσες συνεργασία κι εγώ δεν ξέρω για ποια ορνιθολογική ή ιχθυολογική συλλογή (Cormorán y delfín; Tía Vicenta;)³. Επομένως δεν έχω τίποτα να σου στείλω, που να μην είναι ο λογαριασμός του χτίστη που μας προσέθεσε ένα δωμάτιο στο σπιτάκι της Σαϊγκόν και που μας άφησε να δακτυλογραφούμε για πολλούς μήνες, ο πολύ τεχνίτης. Αν μου πληρώσουν τούτο το λογαριασμό, θα στους αφήσω να τους δημοσιεύσεις∙ έχει κάποια πολύ διακοσμητικά ορθογραφικά λάθη, και σε ορισμένο βαθμό είναι μια λετριστική πράξη. Το καλύτερο σημείο είναι εκεί που λέει:

Sf.s.v.p., à raison de…45,67 fr., à valor sur ch.p.,

Soustarit de 54,25 fr. Pour des imp. Colmatés………….456,27 fr.

Πάει καιρός που δεν διάβασα ένα τόσο σφιχτό ποίημα. Ούτε τόσο ακριβό. Τι ωραία η έκδοση του βιβλίου σου. Το κάλυμμα με άφησε έκπληκτο. Το έκανες εσύ η ίδια; Δεν είναι καθόλου σύνηθες στο Μπουένος Άιρες να βγαίνουν τόσο προσεγμένα βιβλία και με τόσο καλό μελάνι και χαρτί. Το μπλε είναι πανέμορφο, και η ερωτική τρυγήτρια (ξέρω, ξέρω, αλλά έτσι είναι, ο καθένας βλέπει αυτό που μπορεί) μου φαίνεται τέλεια. Συζητάω λίγο τον τίτλο∙ εν τέλει δεν μου αρέσει. Θα είναι ίσως γιατί κάθε αναφορά στην εργασία με κάνει να τρέμω.

Λίγοι θα είναι οι εκλεκτοί για το βιβλίο σου, φοβάμαι. Λίγοι θα έχουν ζήσει στη διάσταση που επιτρέπει να βρει κανείς τόσα με τόσο λίγη -προφανώς- λεκτική συσχέτιση. Δεν είναι ότι έχω κάτι ενάντια στα μεγάλα ποιήματα (αυτά της Όλγας3 για παράδειγμα είναι θαυμάσια και πρέπει να της γράψω οπωσδήποτε έναν από αυτούς τους μήνες∙ θα το κάνω από τη Σαϊγκόν, πες της το αν τη δεις∙ άργησα πολύ να διαβάσω το βιβλίο της, λόγω τούτων των πραγμάτων, αλλά τώρα ναι, τώρα είναι δικό μου και μου έχει δώσει όλα όσα έχει, νομίζω, και με έχει κάνει πολύ ευτυχισμένο, και ο τρόπος της of course∙ καταλαβαινόμαστε). Συνεχίζω: δεν είναι ότι έχω κάτι εναντίον των μεγάλων ποιημάτων, αλλά πάντα υπάρχει κάτι σαν ένα θαύμα σ’ ένα σύντομο ποίημα (τούτα τα hai–kai, ενίοτε ή η Ναθάλια Κρέιν, ή ο Σαρ, ενίοτε ο Χουάρωθ).

Η Αουρόρα ψήνει μια μπριζολάρα και φτάνει το βάλσαμο ως το γραφείο μου. Δεν σου φαίνεται μια είδηση αισθησιακή; Η μαύρη γατούλα μόλις είδε ένα περιστέρι στην παουλόβνια κι έχει σκαρφαλώσει σαν τρελή να δει τη λαμαρίνα. Οφείλω να παραδεχτώ πως αυτή τη στιγμή δε φαίνεται τίποτα. Εγώ μπορώ να σε δω πολύ καλά να κυνηγάς περιστέρια αλλά σίγουρα θα έβαζες μια καλή σκάλα κόντρα στον κορμό και θα στερέωνες ένα αλεξίπτωτο. Το περιστέρι πέταξε∙ η γάτα είναι κάτι ανάμεσα σε θλιμμένη και κατσούφα. Πολύ σοκαρισμένη από το γεγονό,ς όπως λένε τώρα γύρω στα μέρη σου.

Μη μου κρατήσεις κακία (πώς θα μπορούσες; Αδύνατον!) και γράψε μου. Η σιωπή μου, έλεγε ο Μπινέττι, είναι τούτη η κοσμική επιχείρηση εξαιτίας της οποίας οι μπιγκόνιες μετατρέπονται σε μέλι. Αλλά τώρα που το σκέφτομαι ποτέ δεν είδα μια μέλισσα σε μια μπιγκόνια, σίγουρα τις απωθεί.

Σ’ αγαπώ πολύ.

                                                                                                                                      Χούλιο




¹ Club de las Pintadas: Έτσι αποκαλούσε ο Κορτάσαρ το τρίο φιλενάδων που αποτελείτο από τις Κλαριμπέλ Αλεγρία, Έσθερ Καλβίνο και Αουρόρα Μπερνάντες.

2 Cormorán y Delfín [Κορμοράνος και Δελφίνι]: περιοδικό για την ποίηση, Tía Vicenta [Θεία Βισέντα]: χιουμοριστικό περιοδικό

3 Αναφορά στην ποιήτρια Όλγα Ορόσκο.