Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2018

Διάφανα

Η ανάσα σου ήτανε η πρώτη μου πατρίδα
κι η μυρωδιά σου ήταν ο πρώτος μου εθισμός
Άραγε υπήρξαμε ποτέ; Στα όνειρα μας!

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

Τέκνα της ανάγκης

«Μια λαϊκή παράδοση διασώζεται μόνον εν αγνοία των σωτήρων της».
Αυτό σημαίνει ότι η ιστορία των λαών γράφεται από την Ανάγκη – και από τίποτε άλλο. Η γιαγιάκα που ύφαινε στον αργαλειό της μάλλινα κλινοσκεπάσματα δεν το έκανε για να διατηρήσει ζωντανή κάποια παράδοση˙ το έκανε γιατί, αφενός, είχε το μαλλί, είχε τον αργαλειό και ήξερε τη σχετική τέχνη και γιατί, αφετέρου, δεν είχε λεφτά να αγοράσει έτοιμο κλινοσκέπασμα. Εκείνο που την ένοιαζε ήταν να ζεστάνει τα παιδιά της και όχι να κρατήσει το έθιμο. Γινόταν έτσι φορέας μιας παμπάλαιας παράδοσης χωρίς απαραιτήτως να το ξέρει. Τα εκθέματα των λαογραφικών μουσείων δεν διασώζουν, στην πραγματικότητα, καμιά παράδοση. Τι κάνουν τότε; Ας απαντήσει ο Μίλτος Σαχτούρης: «Μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνουν»...
Κλαις σιωπηλά, δεν βγάζεις φωτογραφίες ούτε μαζεύεις ενθυμηματα, δεν έχεις ανάγκη αναμνηστικά για να θυμάσαι τον εαυτό σου.

Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

Κουτσό

Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά κι από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται με τα χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή. Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά. Κι όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μ΄ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονα ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος. Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω ν΄ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.

απόσπασμα από Το κουτσό - Χούλιο Κορτάσαρ

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Στην ακτή

Μια σκοτεινή, πανταχού παρούσα λίμνη.
Πιθανόν να ήταν πάντοτε εκεί, κρυμμένη κάπου. ΄Όταν όμως έρχεται η ώρα, αναδύεται αθόρυβα και παγώνει κάθε κύτταρο του σώματός σου. Βυθίζεσαι μέσα σ΄ αυτό το βασανιστικό κατακλυσμό και αγωνίζεσαι να πάρεις ανάσα. Κολλάς σ΄ ένα άνοιγμα κάπου στο ταβάνι, αγωνίζεσαι, αλλά ο αέρας που κατορθώνεις να ανασάνεις είναι καυτός και καίει το λαιμό σου. Νερό και δίψα, πάγος και λάβα: αυτά τα αντίθετα στοιχεία συνδυάζονται για να σε βασανίσουν. Ο κόσμος είναι απέραντος, αλλά το μέρος που είναι για σένα – και δε χρειάζεται να είναι πολύ μεγάλο – δεν υπάρχει πουθενά. Αναζητάς μια φωνή, αλλά τι είναι αυτό που σου απαντάει; Η σιωπή. Το μόνο που ακούς ξανά και ξανά και ξανά είναι τη φωνή αυτού του οιωνού. Υπάρχουν φορές που ετούτη η προφητική φωνή θέλει να ξεκλειδώσει το μυστικό που κρύβεται μέσα στον εγκέφαλό σου. Η καρδιά σου είναι σαν ένα μεγάλο ποτάμι ύστερα από μια μεγάλη βροχερή περίοδο, ένα ποτάμι που οι όχθες του ξεχειλίζουν. ΄Ολοι οι οδοδείκτες που κάποτε ορθώνονταν στο χώμα έχουν εξαφανιστεί, μούσκεψαν και παρασύρθηκαν από τα νερά. Η βροχή συνεχίζει να μαστιγώνει την επιφάνεια του νερού. Κάθε φορά που βλέπεις τέτοια πλημμύρα στις ειδήσεις, λες στον εαυτό σου:   Αυτή είναι.  Αυτή είναι η καρδιά μου.

Φαντάσου ένα τραίνο που κινείται πάνω στις ράγες. Το φορτίο σε κάποιο βαγόνι εξαφανίζεται. ΄Ένα βαγόνι που μένει άδειο εσωτερικά – αυτό είναι απώλεια. Όταν ολόκληρο το βαγόνι εξαφανιστεί, είναι έλλειψη. Υπάρχει επομένως σημαντική διαφορά ανάμεσα στην απώλεια μνήμης και στην έλλειψη μνήμης.

Τα περισσότερα γεγονότα ξεχνιούνται με το πέρασμα του χρόνου. Ακόμα και ο ίδιος ο πόλεμος, ο αδυσώπητος αγώνας που δώσαμε για να κρατηθούμε στη ζωή, τώρα μοιάζει με μακρινή ανάμνηση. Είμαστε τόσο παγιδευμένοι στην καθημερινότητά μας, ώστε τα γεγονότα του παρελθόντος, όπως τα άστρα που έχουν σβήσει, δεν ακολουθούν πλέον την τροχιά της σκέψης μας. Είναι τόσο πολλά αυτά που είμαστε αναγκασμένοι να σκεφτόμαστε καθημερινά, τόσο πολλά όσα πρέπει να μάθουμε… ΄Οσος χρόνος κι αν περάσει όμως, ανεξάρτητα του τι μεσολαβεί, υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν μπορούμε να τα πετάξουμε στη λήθη, μνήμες που αρνούνται να σβηστούν. Παραμένουν πάντα μέσα μας, σαν λυδία λίθος και για μένα ό,τι συνέβη στο δάσος εκείνη την ημέρα είναι ένα από αυτά.

Είναι όλα θέμα φαντασίας. Η ευθύνη μας αρχίζει μαζί με την ικανότητά μας να φανταζόμαστε. ΄Όπως είπε και ο Γέιτς: Στα όνειρα αρχίζει η ευθύνη. Αν το αντιστρέψεις, θα μπορούσες να πεις ότι αν δεν υπάρχει η ικανότητα της φαντασίας, δεν υπάρχει ευθύνη.

Φοβάσαι τη φαντασία. Και ακόμη περισσότερο τα όνειρα. Φοβάσαι την ευθύνη που αρχίζει από τα όνειρα. ΄Όταν είσαι ξύπνιος, μπορείς να καταπιέσεις τη φαντασία. Δεν μπορείς όμως να καταπιέσεις τα όνειρα.

Υπάρχει μονάχα ένα είδος ευτυχίας, αλλά η δυστυχία εισβάλλει με πολλές μορφές και μεγέθη. Είναι αυτό που είπε ο Τολστόι: η ευτυχία είναι μια αλληγορία, η δυστυχία είναι μια ιστορία.

-Οι αναμνήσεις σε ζεσταίνουν εσωτερικά, αλλά και σε διαλύουν επίσης.
-Το μόνο που καταλαβαίνω είναι το παρόν (Νακάτα)
-Εγώ ακριβώς το αντίθετο (μις Σαέκι)

Χαρούκι Μουρακάμι - Ο Κάφκα στην Ακτή αποσπάσματα

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

Ερωτικές σκηνές

Από ετούτη τη στιγμή εγώ, άσχετα με το αν αυτή πράγματι το διαβάζει στα κρυφά ή όχι, θα θεωρήσω πως το κάνει και θα γράφω αυτό το ημερολόγιο με την αίσθηση ότι της μιλάω.

Μπήκα μέσα ταραγμένος, φλεγόμενος ολόκληρος από τις προθέσεις. Πήγα κοντά της σιγά-σιγά, σαν να αποκάλυπτα ένα παράνομο μυστικό. Τότε γύρισε και στάθηκε απέναντί μου. Κοιταχτήκαμε, σαν να αναγνωρίζαμε ο ένας στην όψη του άλλου το μοναδικό πλάσμα στη γη. Όσο για μένα ήμουνα βέβαιος: δε μου έφτανε μια ολόκληρη ζωή για να ατενίζω εκείνα τα μάτια. Οι στάχτες που μισοκοιμόντουσαν στα μάτια της τώρα, άναβαν, γίνονταν πυρκαγιά. Το δάχτυλο μου άγγιξε την γωνία του στόματός της. Πρώτα άγγιξα τα δόντια της, μετά αισθάνθηκα το σάλιο της. Σάλιο καυτό, δεν ήταν μόνο το δάχτυλο μου, ήμουν εγώ ολόκληρος που εισέδυα σ' αυτή την υδάτινη σπηλιά. Άλλο ένα δάχτυλο εισχώρησε στο εσωτερικό της, νευρικό από την πολλή χαρά. Εκεί έξω η θάλασσα άφριζε, λυσσομανούσε. Ο άνεμος ξέσπασε με μεγαλύτερη μανία, τα κύματα άρχισαν να σαρώνουν τα πάντα χωρίς σεβασμό. Ακόμα κι εκεί στην ασφάλεια της κάμαράς μας, το νερό κυλούσε. Ούτε που το προσέχαμε καθόλου. Ο κόσμος είχε χαθεί και η θάλασσα δεν είχε καμιά σημασία. Τα βρεγμένα χέρια της Φαρίδα παραμέρισαν τα ρούχα, τα δάχτυλα της ήταν από νερό. Ξάπλωσε στο σιδερένιο πάτωμα. Βυθιστήκαμε με χειρονομίες πνιγμένων. Τα κύματα λίκνιζαν τα κορμιά μας σ' ένα γλυκό πηγαινέλα. Οι δυο μας είχαμε γίνει ένα, ένα νησί που αναδύεται από το απέραντο τίποτα.

Η νύχτα ήταν γαλήνια...Σιγά-σιγά χαλάρωσε ο κόμπος που έσφιγγε το μυαλό του Φρανσίσκο. Ένιωσε την ομορφιά του ουρανού, τη γλυκιά θαλπωρή της γης, την έντονη μυρωδιά της εξοχής, την επαφή της Ιρένε πάνω στο κορμί του...Εκείνη πρόσεξε την αλλαγή στο ρυθμό της ανάσας του, σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε.... Σε μιαν αστραπή σύνεσης ο Φρανσίσκο κατάλαβε πως δεν έπρεπε να υποκύψει στην παρόρμηση να κυλιστεί αμέσως μαζί της στο χώμα βγάζοντάς της βίαια τα ρούχα και σκίζοντας τις ραφές τους στο παραλήρημα της βιασύνης του....Έλυσε τα κορδόνια από τα σανδάλια της και φανερώθηκαν τα παιδικά της πόδια, που βάλθηκε να χαϊδεύει αναγνωρίζοντάς τα, γιατί τα είχε ονειρευτεί αθώα κι ανάλαφρα...(η Ιρένε) ποτέ δεν είχε χαρεί με τόση αγαλλίαση το πανηγύρι των αισθήσεων, πάρε με, κούρσεψέ με, δέξου με, γιατί με τον ίδιο τρόπο σε παίρνω, σε κουρσεύω, σε δέχομαι κι εγώ...Ξύπνησαν με τις πρώτες λάμψεις της αυγής και τη φασαρία των σπουργιτιών, έκθαμβοι από το σμίξιμο των κορμιών και τη συνενοχή του νου τους...

... Βλέποντας τον νεαρό, η Μπλάνκα κατακοκκίνησε απότομα. Όλους αυτούς τους μήνες που είχαν περάσει χώρια, εκείνος είχε ψηθεί μες στη σκληρή δουλειά για να γίνει άντρας και εκείνη, αντίθετα, ήταν κλεισμένη μες στους τοίχους του σπιτιού, και στις καλόγριες, προστατευμένη από τις δυσκολίες της ζωής... Ανέπνευσε την καινούργια του μυρουδιά, τρίφτηκε πάνω στο άγριο δέρμα του, έπιασε εκείνο το λιγνό και αδύνατο κορμί και ένιωσε μια μεγαλειώδη και ολοκληρωτική γαλήνη, που δεν έμοιαζε καθόλου με την αναστάτωση που είχε πιάσει εκείνον...κι έπεσαν γονατιστοί, καθώς φιλιόντουσαν απελπισμένα και ύστερα κύλησαν πάνω στο μαλακό κρεβάτι της μουσκεμένης γης. Ανακάλυπταν ο ένας τον άλλο για πρώτη φορά και δεν είχαν τίποτα να πουν... Το φεγγάρι διέσχισε όλο τον ορίζοντα, αλλά εκείνοι δεν το είδαν..

Χτες είχαμε Πανσέληνο. Το Φεγγάρι εδώ είναι τόσο εξωπραγματικά μεγάλο που τρομάζει τους ανθρώπους και τους κάνει να κρύβονται στα σπίτια τους. Πιάνει το μισό ουρανό και τα βάφει όλα κόκκινα. Εδώ το Φεγγάρι είναι και άντρας και γυναίκα - ανδρόγυνο. Είναι ο πραγματικός άντρας όλων των γυναικών, όπως πιστεύουν οι Μαορί, ο φαλλός του φεγγαρογέννητου Έρωτα, στις φαλλικές λατρείες της αρχαιότητας και ταυτόχρονα η "Σφαίρα", το σύμβολο των Ορφικών Μυστηρίων και η Dea Mea ... Αλλά όταν είναι γεμάτο, όπως τώρα, είναι κυρίως θηλυκό - έτσι πίστευαν οι αρχαίοι. Κάποια στιγμή, αντιλήφθηκα ότι οι άλλοι είχαν σκορπιστεί κι ότι ήμουν μόνος στη μέση της ταράτσας, όρθιος με τα χέρια ψηλά, να την καλώ: Έλα, έλα ... Την περίμενα σαν την πιο φανταστική γκόμενα. Και ήταν. Ήταν η μάνα μου, ήταν όλες οι γυναίκες μαζί, κι εγώ κι εσύ ... Φαλλός και Μήτρα. Το Σύμπαν. Και τότε άρχισε να ξεπροβάλλει πίσω από το σκοτεινό βουνό, πρώτα σαν μία λεπτή φέτα από φως που μεγάλωνε και στρογγύλευε και γέμιζε τον ουρανό σαν τεράστιος δίσκος ... Φλέρταρα μαζί της. Την προκαλούσα. Φως στο φως, αίμα στο αίμα, σάρκα στη σάρκα ... Παραληρούσα. Γελούσα, τραγουδούσα, χόρευα, ξεφώνιζα, μούγγριζα ... Τα ρούχα είχαν πέσει από πάνω μου και τρόμαξα βλέποντας τη φοβερή στύση μου. Ποτισμένος στον ιδρώτα, μέσα σ΄ένα πραγματικό ντελίριο που δεν είχα ξαναδοκιμάσει, έβλεπα εσένα κι εμένα στο πρόσωπο του Φεγγαριού, ένα θηλύμορφο αρσενικό Φεγγάρι, και καθώς χόρευα και τραγουδούσα και φώναζα, η μανία μου μεγάλωνε και φούντωνε ώσπου έπεσα πάνω στη στοίβα με τα ρούχα μου, στο πάτωμα, σφαδάζοντας. Ήταν ένας οργασμός που ποτέ δεν θα μπορέσω να σου περιγράψω την έντασή του. Να λοιπόν που κάναμε έρωτα, Χριστίνα. Όχι τον φτωχό έρωτα που θα κάναμε αν ανταποκρινόμουν στις κρυφές και φανερές μας επιθυμίες, αλλά έναν έρωτα που ήταν μοναδική κι ανεπανάληπτη εμπειρία. Ήταν κάτι που εσύ κι εγώ, σαν δυο ξεχωριστά κορμιά πάνω σ΄ένα κρεβάτι, δε θα μπορούσαμε να είχαμε πραγματοποιήσει ποτέ

Ξαναφιληθήκαμε. Κι αυτή την φορά το φιλί μας ήταν μακρόσυρτο και πεινασμένο και σκληρό κι οι μύες στην πλάτη της κινούνταν με έναν ζωώδη τρόπο....Δεν είχα αγκαλιάσει ποτέ κορμί που να ταιριάζει στο δικό μου όπως ταίριαζε το δικό της. Κάθε καμπύλη και κάθε κοίλωμα συνενωνόταν σχηματίζοντας ένα τέλειο σύνολο. Η γλώσσα της ήταν γλυκιά. Έγδερνε το εσωτερικό του στόματός μου, ώσπου το μόνο πράγμα που ήθελα στον κόσμο ήταν να ξαναμπώ στο αυτοκίνητο και να τελειώσω προτού εκραγώ πάνω της...Το φιλί ήταν μανιασμένο, συναρπαστικό και μ' έκανε να νιώσω μια δόση τρέλας ν' απλώνεται ανάμεσά μας σαν λεπτό πυρακτωμένο σύρμα.

Σ΄αγαπώ μ΄ένα τρόπο φοβερό. Φοβερό με την έννοια της αλλήθωρης αντίθεσης όλης της ηθικής, που κάνει πάλι όλη την ηθική προσωποποίηση των επτά θανάσιμων αρετών

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Ζαν Μισέλ Γκενασιά

Δεν γνώριζα ούτε τον τίτλο, ούτε τον συγγραφέα του μυθιστορήματος. Ξεφυλλίζοντάς το, στάθηκα τυχαία σε μια παράγραφο. Διάβασα τρία αποσπάσματα, τα οποία απείχαν μεταξύ τους γύρω στις πενήντα σελίδες. Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις το χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το που βλέπουμε έναν άνθρωπο, καταλαβαίνουμε αν θα γίνει φίλος μας ή όχι.

Αναβάλλουμε, περιμένοντας τη στιγμή που θα είμαστε καλύτερα, κι έτσι περνούν οι μέρες και τα χρόνια, με τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες ή και να ξεχνιούνται.

Αποφεύγουμε να λέμε στα παιδιά τι έγινε πριν γεννηθούν. Αρχικά είναι πολύ μικρά για να καταλάβουν, ύστερα είναι πολύ μεγάλα για ν’ ακούσουν, μετά δεν έχουν καιρό για τέτοια, ώσπου στο τέλος είναι πια πολύ αργά Αυτά έχουν οι οικογένειες. Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι. Ζητάμε θαύματα απ’ τους δεσμούς αίματος: μια αρμονική συνύπαρξη που είναι εντελώς ανέφικτη· απόλυτη εμπιστοσύνη· σχέσεις που μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Παραμυθιαζόμαστε με τα ψέμα της συγγένειας.

Η δημοκρατία δεν είναι παρά μια απάτη που επινόησε η αστική τάξη για να έχει τον μόνιμο έλεγχο του συστήματος. Πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συζήτηση. Οι ατομικές ελευθερίες είναι παγίδες και χίμαιρες. Τι να την κάνεις την ελευθερία έκφρασης, αν παίρνεις έναν μισθό της πείνας και ζεις σε συνθήκες εξαθλίωσης; Μπορεί να λες ελεύθερα τι σκέφτεσαι, ν’ απολαμβάνεις τις λεγόμενες θεμελιώδεις ελευθερίες της ψευτο-δημοκρατίας κι η ζωή σου να ’ναι κόλαση. Έγιναν επαναστάσεις και πόλεμοι. Κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Τίποτα δεν αλλάζει. Τα θύματα της εκμετάλλευσης είναι πάντοτε τα ίδια.

αποσπάσματα από το βιβλίο, Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων 

Σάββατο 23 Ιουνίου 2018

Μια ερωτική ιστορία

Τη σκιά σου σμιλεύω

Τη σκιά σου σμιλεύω.
Της έχω ήδη αφαιρέσει τα χείλη,
τα κόκκινα και σκληρά: έκαιγαν.
Θα σ' τα 'χα φιλήσει
πολύ περισσότερο.

Ύστερα σταματάω τα μπράτσα σου,
τα σβέλτα, τα μακριά, τα νευρώδη.
Μου πρόσφεραν τον δρόμο
για να σ' αγκαλιάσω.

Σου αφαιρώ το χρώμα, τον όγκο.
Σου κόβω το πέρασμα. Ερχόσουν
κατευθείαν σ' εμένα. Εκείνο που πιότερο
πόνο μου έδωσε, επειδή σώπασες,
είναι η φωνή σου. Πυκνή, τόσο θερμή,
περισσότερο χειροπιαστή απ' το σώμα σου.
Αλλά ήδη ετοιμαζόταν να μας προδώσει.

Έτσι
η αγάπη μου είναι ελεύθερη, λυτή
με την αποσαρκωμένη σκιά σου.
Και μπορώ να ζω μέσα σου
χωρίς να φοβάμαι
εκείνο που περισσότερο ποθώ,
το φιλί σου, την αγκαλιά σου.
Να υπάρχω με τη σκέψη πάντα
στα χείλη, στη φωνή,
στο σώμα
που εγώ ο ίδιος σου απέσπασα
για να μπορέσω, δίχως αυτά,
να σ' αγαπήσω.

Εγώ, που τ' αγαπούσα τόσο!
Και ν' αγκαλιάσω ατέλειωτα, χωρίς λύπη
-καθώς φεύγει ασύλληπτη,
με τη μεγάλη μου αγάπη ξοπίσω της
η σάρκα στον δρόμο της-
το μόνο δυνατό σου σώμα:
το γλυκό, ιδεατό σου κορμί.

Me Estoy Labrando Tu Sombra

Me estoy labrando tu sombra.
La tengo ya sin los labios,
rojos y duros: ardían.
Te los habría besado
aun mucho más.

Luego te paro los brazos,
rápidos, largos, nerviosos.
Me ofrecían el camino
para que yo te estrechara.

Te arranco el color, el bulto.
Te mato el paso. Venías
derecha a mí. Lo que más
pena me ha dado, al callártela,
e tu voz. Densa, tan cálida,
más palpable que tu cuerpo.
Pero ya iba a traicionarnos.

Así
mi amor está libre, suelto,
con tu sombra descarnada.
Y puedo vivir en ti
sin temor
a lo que  yo más deseo,
con tu sombra descarnada.
Y puedo vivir en ti
sin temor
a lo que yo mas deseo,
a tu beso, a tus abrazos.
Estar ya siempre pensando
en los labios, en la voz,
en el cuerpo,
que yo mismo te arranqué
para poder, ya sin ellos,
quererte.

¡Yo, que los quería tanto!
Y estrechar sin fin, sin pena
-mientras se va inasidera,
con mi gran amor dentrás,
la carne por su camino-
tu solo cuerpo posible:
tu dulce cuerpo pensado.

Το να σε σκέφτομαι απόψε

Το να σε σκέφτομαι απόψε
δεν σήμαινε να σε σκέφτομαι με τη σκέψη μου,
εγώ μόνο, μέσα μου. Σε σκεφτόμουν
διεξοδικά μ' εμένα, τον πλατύ κόσμο.

Το μεγάλο ονειροπόλημα του κάμπου, τ' αστέρια,
η θάλασσα σιωπηλή, τα χορτάρια αόρατα,
παρόντα μόνο με τα ξηρά τους αρώματα,
σε όλα αυτά,

απ' τον Αλδεβαράν ως τον γρύλλο σε σκεφτόμουν.

Πόσο ήρεμα
επικρατούσε η ομόνοια
ανάμεσα στις πέτρες, τα περίλαμπρα άστρα,
το μουγγό νερό, την τρεμουλιαστή συστάδα των δέντρων,
σ' όλα τ' άψυχα,
κι η δικιά μου ψυχή
τ' αφιέρωνε όλα σ' εσένα! 'Ολα να προστρέχουν
πειθήνια στο κάλεσμά μου, στην υπηρεσία σου,
ανυψωμένα σε πρόθεση και δύναμη αγάπης.
Εσμιγαν τα φώτα κι οι σκιές
στο φως της αγάπης μου, έσμιγε
η μεγάλη σιωπή πάνω στην επίπεδη γη,
φωνές απαλές απ' τα σύννεφα, από τον ουρανό,
στο τραγούδι προς εσένα που τραγουδούσε μέσα μου.
Μια συμφωνία κόσμου και ύπαρξης,
βιασύνης και χρόνου, μια εκεχειρία απίθανη
απλωνόταν μέσα μου, όπως μπαίνει η ευτυχία
όταν έρχεται αβίαστα, φιλί με φιλί.
Και σχεδόν
σταμάτησα να σ' αγαπώ για να σ' αγαπήσω
μ' άπειρη εμπιστοσύνη, περισσότερο απ' αυτήν που έχω σ' εμένα,
σ' αυτήν την πράξη αγάπης προς τη μεγάλη νύχτα
που πλανιέται στον χρόνο κι επιφορτισμένη ήδη
με ιερή αποστολή, ιεραπόστολος αποδείχτηκε
μιας αγάπης που έγινε αστέρια, γαλήνη, κόσμος,
που σώθηκε πια απ' τον φόβο
εκείνου του πτώματος που απομένει σαν ξεχαστεί.

Pensar En Ti Esta Noche

Pensar en ti esta noche
no era pensarte con mi pensamiento,
yo solo, desde mí. Te iba pensando
conmigo extensamente, el ancho mundo.

El gran sueño del campo, las estrellas,
callado el mar, las hierbas invisibles,
solo presentes en perfumes secos,
todo,
de Aldebarán al grillo te pensaba.

¡qué sosegadamente
se hacía la concordia
entre las piedras, los luceros,
el agua muda, la arboleda tremula,
todo lo inanimado,
y el alma mía
dedicándolo a ti! Todo acudia
dócil a mi Ilamada, a tu servicio,
ascendido a intención y a fuerza amante.

Concurrían las luces y las sombras
a la luz de quererte; concurrian
el gran silencio, por la tierra, plano,
suaves voces de nube, por el cielo,
al cántico hacia ti que en mi cantaba.
Una conformidad de mundo y ser,
de afán y tiempo, inverosímil tregua,
se entraba en mí, como la dicha entra
cuando llega sin prisa, beso a beso.
Y casi
dejé de amarte por amarte más,
en más que en mí, confiando inmensamente
ese empleo de amar a la gran noche
errante por el tiempo y ya cargaga
de misión, misionera
de un amor vuelto estrellas, calma, mundo,
salvado ya del miedo
al cadáver que queda si se olvida.

Μνήμη στα χέρια

Σήμερα είναι τα χέρια μνήμη.
Η ψυχή δεν θυμάται, πονάει
απ' την τόση ανάμνηση. Αλλά στα χέρια
μένει η ενθύμηση εκείνου που κράτησαν.

Ενθύμιο μιας πέτρας
που βρέθηκε δίπλα σ' ένα ρυάκι
και τη σηκώσαμε αφηρημένοι
χωρίς να καταλαβαίνουμε την ευτυχία μας.
Αλλά το τραχύ της βάρος
μας έκανε να αισθανθούμε πως επιτέλους κρατούσαμε
τον πιο ωραίο καρπό των καιρών.
Εύκολα γνωρίζει κανείς
το βάρος μιας πέτρας μέσα στα χέρια.
Σε μια πέτρα βρίσκεται
η υπομονή του κόσμου, που ωρίμασε αργά.
Αναρίθμητο άθροισμα
από μέρες και νύχτες, ήλιους και νερά
που της προσέδωσαν αυτή την αδέξια και σκληρή μορφή
που δεν ξέρει να συμπεριφέρεται τρυφερά και υπάρχει
αινιγματικά, μοναχά με το βάρος της.
'Ηταν πάντοτε ακίνητη,
χωρίς κάποιον να την αναζητά, περίκλειστη
σε μια βούληση πυκνή και σταθερή
για να μην πετάξει σαν πεταλούδα
για να μην είναι ωραία σαν τον κρίνο
για να περισώσει από ζήλιες την αγνότητά της.
Πόσοι ευλύγιστοι κρίνοι, πόσες εύθραυστες
λιβελούλες δεν έχουν πεθάνει, εκεί, στο πλάι της,
επειδή έτρεξαν τόσο προς την άνοιξη!
Εκείνη ήξερε να περιμένει χωρίς να ζητάει τίποτα
πέρα απ' την αιωνιότητα της καθαρής ύπαρξής της.
Επειδή αρνήθηκε τα πέταλα και την πτήση
είναι ζωντανή και μου μαθαίνει
πως μια αγάπη πρέπει ίσως να στέκει ακίνητη, πολύ ακίνητη,
ν' αφήνει τα ψεύτικα φτερά της βιασύνης
και να κατανικά έτσι τον δικό της τον θάνατο.

Θυμούνται ακόμα εκείνα, τα χέρια μου,
πως κράτησαν ένα αγαπημένο κεφάλι στις παλάμες τους.
Τίποτα πιο μυστηριώδες σ' αυτόν τον κόσμο.
Τα δάχτυλα αναγνωρίζουν τις τρίχες των μαλλιών,
αργά, μία μία, σαν φύλλα
ημερολογίου: είναι ενθυμήματα
από άλλες τόσες, εξίσου αμέτρητες,
ευτυχισμένες μέρες
πειθήνιες στην αγάπη που τις αναζωογονεί.
'Ομως, ψαύοντας την αδυσώπητη μορφή
που πίσω απ' τη σάρκα μάς αντιστέκεται
οι παλάμες απομένουν τυφλές.
Δεν είναι χάδια, όχι, αυτό που επαναλαμβάνουν
περνώντας και ξαναπερνώντας πάνω απ' τα κόκκαλα:
είναι ερωτήσεις δίχως τέλος, είναι αγωνίες
ατελείωτες που έγιναν φλογερές αφές.
Και τίποτα δεν τους αποκρίνεται: μια υποψία
πως όλα μας ξεγλιστρούν και μας διαφεύγουν
όταν ανάμεσα στα χέρια μας τα πιέζουμε
μεγεθύνοντάς τα στη ζέστη του μετώπου εκείνου.
Το κεφάλι παραδίδεται. Είναι η παράδοσή του απόλυτη;
Το βάρος στα χέρια μας αυτό υπαινίσσεται,
τα δάχτυλα το πιστεύουν
και θέλουν να πειστούν: ψαύουν, ψαύουν.
Αλλά μια σκοτεινή φωνή πίσω απ' το μέτωπο
-το μέτωπό μας ή το δικό της;-
μας λέει πως το πιο μακρινό μυστήριο,
επειδή βρίσκεται τόσο κοντά μας, είναι ανέγγιχτο
απ' αυτό το θνησιμαίο σαρκίο με το οποίο ψάχνουμε,
εκεί, στην άκρη των δαχτύλων μας, 
την αόρατη παρουσία.
Έτσι κρατώντας στα χέρια ένα κεφάλι
τίποτα δεν γνωρίζεις, τίποτα,
μόνο πως είναι το μέλλον που αποφασίζει
είτε για τη ζωή είτε για τον θάνατό μας
πίσω από τούτα τα δύστυνα χέρια, τα ξεγελασμένα
από την ομορφιά που κράτησαν.
Μέσα σε χέρια τυφλά
που δεν μπορούν να ξέρουν. Που μόνη τους πίστη είναι
να 'ναι καλοσυνάτα, να δίνουν χάδια
χωρίς να παντρεύονται, μονάχα για να δουν αν έτσι κερδίζουν
-όταν το αγαπημένο κεφάλι θα έχει ξαναβρεθεί
στους ώμους του επάνω
και θα μοιάζει να μην έχει μείνει τίποτα μες στις παλάμες-
τον θρίαμβο να μην είναι ποτέ πια άδεια.

La Memoria En Las Manos

Hoy son las manos la memoria.
El alma no se acuerda, está dolida
de tanto recordar. Pero en las manos
queda el recuerdo de lo que han tenido.

Recuerdo de un piedra
que hubo junto a un arroyo
y que cogimos distraídamente
sin darnos cuenta de nuestra ventura.
Pero su peso áspero,
sentir nos hace que por fin cogimos
el fruto más hermoso de los tiempos.
A tiempo sabe
el peso de una piedra entre las manos.
En una piedra está
la paciencia del mundo, madurada despacio.
Incalculable suma
de dias y de noches, sol y agua
la que costó esta forma torpe y dura
que acariciar no sabe y acompaña
tan sólo con su peso, oscuramente.
Se estuvo siempre quieta,
sin buscar, encerrada,
en una voluntad densa y constante
de no volar como la mariposa,
de no ser bella, como el lirio,
para salvar de envidias su pureza.
Cuántos esbeltos lirios, cuántas gráciles
libélulas se han muerto, allí, a su lado
por correr tanto hacia la primavera!
Ella supo esperar sin pedir nada
más que la eternidad de su ser puro.
Por renunciar al pétalo, y al vuelo,
está viva y me enseña
que un amor debe estarse quizá quieto, muy quieto,
soltar la falsas alas de la prisa,
y derrotar así su propria muerte.

También recuerdan ellas, mis manos,
Haber tenido un cabeza amada entre sus palmas.
Nada más misterioso en este mundo.
Los dedos reconocen los cabellos
lentamente, uno a uno, como hojas
de calendario: son recuerdos
de otros tantos, también innumerables
días felices,
dóciles al amor que los revive.
Pero al palpar la forma inexorable
que detrás de la carne nos resiste
las palmas ya se quedan ciegas.
No son caricias, no, lo que repiten
pasando y repasando sobre el hueso:
son preguntas sin fin, son infinitas
angustias hechas tactos ardorosos.
Y nada les contesta: una sospecha
de que todo se escapa y se nos huye
cuando entre nuestras manos lo oprimimos
nos sube del calor de aquella frente.
La cabeza se entrega. įEs la entrega absoluta?
El peso en nuestras manos lo insinúa,
los dedos se lo creen,
y quieren convencerse: palpan, palpan.
Pero una voz oscura tras la frente,
-įnuestra frente o la suya?-
nos dice que el misterio más lejano,
porque está allí tan cerca, no se toca
con la carne mortal con que buscamos
allí, en la punta de los dedos,
la presencia invisible.
Teniendo una cabeza asi cogida
nada se sabe, nada,
sino que está el futuro decidiendo
o nuestra vida o nuestra muerte,
tras esas pobres manos engañadas
por la hermosura de lo que sostienen.
Entre unas manos ciegas
que no pueden saber. Cuya fe única
está en ser buenas, en hacer caricias
sin casarse, por ver si así se ganan
cuando ya la cabeza amada vuelva
a vivir otra vez sobre sus hombros,
y parezca que nada les queda entre las palmas
el triunfo de no estar nunca vacías.

Πέδρο Σαλίνας, Τρία ερωτικά ποιήματα