O Χέγκελ δεν είχε καμιά αμφιβολία: η μονομαχία του σκλάβου με τον αφέντη θα έληγε μοιραία με τη νίκη του πρώτου. Αυτό που ξέχασε να πει όμως ο Γερμανός φιλόσοφος ήταν πού εκτυλισσόταν αυτή η μάχη. Ένας ζωγράφος σαν τον Γκόγια δεν θα μπορούσε ασφαλώς να επιτρέψει μια τέτοια παράλειψη. Κι αν στον πίνακά του «Μονομαχία με ρόπαλα» δεν είναι σαφές ποιος από τους δύο άνδρες θα νικήσει, το σίγουρο είναι πως όσο περισσότερο πολεμούν τόσο περισσότερο θα βυθίζονται. Ο λόγος είναι απλός: η μονομαχία γίνεται σε κινούμενη άμμο.
Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013
Κινούμενη άμμος
O Χέγκελ δεν είχε καμιά αμφιβολία: η μονομαχία του σκλάβου με τον αφέντη θα έληγε μοιραία με τη νίκη του πρώτου. Αυτό που ξέχασε να πει όμως ο Γερμανός φιλόσοφος ήταν πού εκτυλισσόταν αυτή η μάχη. Ένας ζωγράφος σαν τον Γκόγια δεν θα μπορούσε ασφαλώς να επιτρέψει μια τέτοια παράλειψη. Κι αν στον πίνακά του «Μονομαχία με ρόπαλα» δεν είναι σαφές ποιος από τους δύο άνδρες θα νικήσει, το σίγουρο είναι πως όσο περισσότερο πολεμούν τόσο περισσότερο θα βυθίζονται. Ο λόγος είναι απλός: η μονομαχία γίνεται σε κινούμενη άμμο.
Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013
Να καταλαβαίνεις
Να μη γελάς, να μην θρηνείς, να μην απεχθάνεσαι, αλλά να καταλαβαίνεις!
λέει ο Σπινόζα, όσο απλά και θεία του αρμόζει. Όμως, σε τελική ανάλυση,
τι είναι αυτό το "να καταλαβαίνεις" εκτός από την μορφή με την οποία
νιώθουμε τα άλλα τρία ταυτόχρονα; Ένα αποτέλεσμα των διαφορετικών και
αμοιβαία αντίθετων επιθυμιών να γελάσουμε, να θρηνήσουμε και να δείξουμε
αποστροφή; [...] Προϋποθέτουμε ότι η κατανόηση πρέπει να είναι κάτι
συμφιλιωτικό, δίκαιο, και καλό --κάτι που στέκεται ουσιαστικά ενάντια
στα ένστικτα-- ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια κάποια
συμπεριφορά των ενστίκτων του ενός απέναντι στο άλλο.
Φρ. Νίτσε, Η χαρούμενη επιστήμη
Φρ. Νίτσε, Η χαρούμενη επιστήμη
Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013
Παγκόσμια βιβλιοθήκη
Προσφέροντας σε όλους ένα συνεχώς
αυξανόμενο αριθμό γνώσεων, το Διαδίκτυο πραγματοποιεί, άραγε, το όνειρο
του Διαφωτισμού ή μήπως προετοιμάζει τον εφιάλτη μίας γνώσης για το
κοινό παραδομένης στις ιδιωτικές επιθυμίες ; Χάρη στο Google, ή μάλλον
εξαιτίας του, αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι πια καθόλου αφηρημένες. Τα
τέσσερα τελευταία χρόνια, η διάσημη μηχανή αναζήτησης ψηφιοποίησε και
ανέβασε στο Διαδίκτυο εκατομμύρια έργα από τον πλούτο των μεγαλύτερων
πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών.
Για τους συγγραφείς και τους εκδότες, το εγχείρημα
αποτέλεσε κατάφορη παραβίαση της πνευματικής ιδιοκτησίας. Μετά από
μακρές διαπραγματεύσεις οι δύο πλευρές κατέληξαν σε μία συμφωνία η οποία
θ’ αλλάξει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο τα βιβλία φτάνουν στους
αναγνώστες τους. Παρόλο που τα οικονομικά καθώς και τα όρια νομιμότητας
του καινούργιου χώρου, που εγκαινιάζεται από τη συμφωνία, παραμένουν
αβέβαια, ο σκοπός των διευθυντών των βιβλιοθηκών παραμένει σαφής : να
ανοίξουν τις συλλογές τους και να τις καταστήσουν διαθέσιμες σε
οποιοδήποτε αναγνώστη και τόπο. Σχέδιο φαινομενικά απλό, που όμως
παρεμποδίζεται ακατάπαυστα από κοινωνικούς περιορισμούς και οικονομικά
συμφέροντα. Με τον ίδιο τρόπο όπως και η παγκόσμια Δημοκρατία των
Γραμμάτων, πριν από δύο αιώνες.
Κατά τη διάρκεια αυτής της χρυσής εποχής του γραπτού
λόγου, οι λέξεις κυκλοφορούσαν επίσης και μέσω της επιστολικής οδού.
Ξεφυλλίζοντας τη μεγάλη αλληλογραφία του Βολτέρου, του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ,
του Μπένζαμιν Φρανκλίν και του Τόμας Τζέφερσον, δηλαδή πενήντα τόμοι για
τον καθένα τους, βυθιζόμαστε στην καρδιά της Δημοκρατίας των Γραμμάτων.
Οι τέσσερεις συγγραφείς διαπραγματεύονταν σημαντικά ζητήματα της εποχής
τους σε ασταμάτητη ροή αλληλογραφίας, η οποία, ενώνοντας την Ευρώπη και
την Αμερική, παρουσίαζε ήδη τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός
υπερατλαντικού δικτύου πληροφοριών.
Θα σταθώ ιδιαίτερα στην αλληλογραφία του Τόμας Τζέφερσον (1743-1826) και
του Τζέιμς Μάντισον (1751-1836). Τους άρεσε να μιλάνε για τα πάντα,
κυρίως για το Αμερικάνικο Σύνταγμα κατά τη περίοδο της σύνταξής του,
στην οποία ο Μάντισον συμμετέχει από τη Φιλαδέλφεια ενώ ο Τζέφερσον
εκπροσωπεύει την καινούργια Δημοκρατία στο Παρίσι. Μιλούν επίσης για
βιβλία, διότι ο Τζέφερσον λατρεύει να ανατρέχει στις βιβλιοθήκες της
πρωτεύουσας και αγοράζει, συχνά, έργα για το φίλο του. Η
« εγκυκλοπαίδεια » του Ντενί Ντιντερό είναι μέρος των αγορών του. Ο
Τζέφερσον θεωρεί πώς βρήκε μια καταπληκτική ευκαιρία, συγχέει, όμως, μια
ανατύπωση με την πρώτη έκδοση…
Τι συναρπαστική που είναι η εικόνα δύο μελλοντικών
προέδρων των Ηνωμένων Πολιτειών να συζητάνε για βιβλία στο Δίκτυο του
Διαφωτισμού. Αλλά προτού να εγκαταλειφθούμε σε αυτήν, αξίζει να
υπογραμμίσουμε ότι η Δημοκρατία των Γραμμάτων ήταν δημοκρατική μόνο στις
αρχές της. Στη πραγματικότητα, ανήκε στους πλούσιους και τους
αριστοκράτες. Πράγματι, αδυνατώντας να ζήσουν από τη γραφή τους, η
πλειονότητα των συγγραφέων ήταν εξαναγκασμένοι να κολακεύουν τους
ισχυρούς, να ζητούν αργομισθίες, να διακονεύουν μία θέση σε κάποια
ελεγχόμενη από το κράτος εφημερίδα, να ξεγελούν τη λογοκρισία και να
ανοίγουν δρόμο μέσα από τα σαλόνια και τις Ακαδημίες, εκεί οπού η φήμη
του καθενός φτιάχνονταν και χαλούσε. Ανίκανοι να γλυτώσουν από την
ταπείνωση που τους επέβαλαν οι προστάτες τους, τσακώνονταν οι μεν με
τους δε, όπως το μαρτυρά η διένεξη μεταξύ Βολτέρου και Ρουσσώ.
Αφού διάβασε το έργο του Ρουσσώ « Πραγματεία περί της
καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους », ο
συγγραφέας του « Καντίντ » του έγραψε το 1755 : « Έλαβα, κύριε, το νέο
σας βιβλίο κατά του ανθρώπινου είδους (…) Κανείς ποτέ δεν χρησιμοποίησε
τέτοιο πνεύμα για να μας καταστήσει ανόητους Μας έρχεται η επιθυμία να
μπουσουλίσουμε κάθε φορά που διαβάζουμε το έργο σας ». Ο Ρουσσώ θα του
απαντήσει πέντε χρόνια αργότερα : « Κύριε, (…) σας μισώ ».
Οι κοινωνικές διαφορές όξυναν τις προσωπικές διαμάχες.
Όχι μόνο δε λειτούργησε ως Αγορά ισότιμων, αλλά η Δημοκρατία των
Γραμμάτων υπέφερε από ένα κακό, που ροκάνιζε όλες τις κοινωνίες του 18ου
αιώνα : τα προνόμια. Και δεν περιορίζονταν στην αριστοκρατική σφαίρα,
αλλά στη Γαλλία, εφαρμόζονταν επιπλέον στον κόσμο των ιδεών, κυρίως
στους τυπογράφους και τους βιβλιοπώλες, υποτελείς των μονοπωλιακών
σωματείων, καθώς και στα βιβλία, τα οποία δεν μπορούσαν να εκδοθούν
χωρίς τη συγκατάθεση του βασιλιά και της λογοκρισίας.
Μπορούμε να αναλύσουμε το σύστημα, με βάση την
κοινωνιολογία της γνώσης και ιδιαίτερα την έννοια, την οποία ανέπτυξε ο
Πιέρ Μπουρντιέ, της λογοτεχνίας, ως πεδίου στο οποίο οι αντιτιθέμενες
θέσεις ακολουθούν τους κανόνες ενός παιχνιδιού λιγότερο ή περισσότερο
αυτόνομου απέναντι στις δεσπόζουσες δυνάμεις της κοινωνίας.
Ωστόσο, δεν είναι ανάγκη να γίνουμε οπαδοί της Σχολής του Μπουρντιέ για
να διαπιστώσουμε ότι η λογοτεχνική ζωή απέχει πολύ από τα ιδανικά του
Διαφωτισμού. Παρά τις γενικές της αρχές, η Δημοκρατία των Γραμμάτων
αποτελούσε έναν κλειστό κόσμο, απροσπέλαστο στους μη προνομιούχους. Κι
όμως, πάντα θεωρούσα το Διαφωτισμό ως τον καλύτερο συνήγορο υπέρ του
ανοίγματος γενικότερα και συγκεκριμένα της ελεύθερης πρόσβασης στα
βιβλία.
Σήμερα, στον κόσμο των ερευνητικών και εικονικών
βιβλιοθηκών, οι αρχές και η πραγματικότητα αντιτίθενται, άραγε, όπως
γινόταν και στον 18ο αιώνα ; Μία συναδέλφους μου, διηγείται ότι συχνά
ακούει ένα συγκαταβατικό σχόλιο σε κοινωνικές συναθροίσεις : « μια
βιβλιοθηκονόμος, τι ωραία… Πείτε μου, με τι μοιάζει η δουλειά του
βιβλιοθηκονόμου ; » Κι εκείνη δίνει πάντα την ίδια απάντηση : « Είναι
προπάντων μία υπόθεση χρημάτων και εξουσίας ».
Κι όμως, οι πιο πολλοί από μας δε ζητούν παρά να
συνυπογράψουν τις θεμελιώδεις αρχές των μεγάλων δημόσιων βιβλιοθηκών.
« Ελεύθερη πρόσβαση », μπορούμε να διαβάσουμε πάνω από την είσοδο της
βιβλιοθήκης της Βοστόνης. Στο μάρμαρο της βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης τα
λόγια του Τζέφερσον είναι χαραγμένα με χρυσά γράμματα « θεωρώ την
εκπαίδευση ως το καλύτερο μέσο βελτίωσης της ανθρώπινης υπόστασης,
προώθησης της αρετής και εξασφάλισης της ευτυχίας των ανθρώπων ».
Η δημοκρατία μας, χτίστηκε στην ίδια βάση με τη
Δημοκρατία των Γραμμάτων : την εκπαίδευση. Για τον Τζέφερσον, ο
Διαφωτισμός αντλούσε την αίγλη του από τους συγγραφείς και τους
αναγνώστες, από τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες κυρίως αυτές του
Κογκρέσου, του Μοντιτσέλο (όπου διέμενε ο Τζέφερσον) και του
πανεπιστημίου της Βιρτζίνια. Η εμπιστοσύνη στη δύναμη χειραφέτησης των
λέξεων είναι καταχωρημένη στο πρώτο κεφάλαιο του Αμερικάνικου
Συντάγματος, το οποίο υπάγει τα πνευματικά δικαιώματα -αναγνωρισμένα
μόνο « για περιορισμένη διάρκεια »- στην ανώτατη αρχή της « προόδου της
επιστήμης και των ωφέλιμων τεχνών ». Οι πατέρες θεμελιωτές αναγνώριζαν
το συγγραφικό δικαίωμα της δίκαιης ανταμοιβή της πνευματικής εργασίας,
αλλά υπογράμμιζαν την υπεροχή του γενικού συμφέροντος προς όφελος του
ατομικού.
Πώς να αξιολογήσουμε το αντίστοιχο κύρος των δύο αξιών ;
Οι συντάκτες του Συντάγματος δεν αγνόησαν ότι ο όρος της πνευματικής
ιδιοκτησίας (copyright) επινοήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία το 1710, στα
πλαίσια του νόμου επονομαζόμενου « Statute of Anne ». Η νομοθεσία
αποσκοπούσε στο να περιορίσει την παντοδυναμία των εκδοτών και « να
ενθαρρύνει την εκπαίδευση ». Παραχωρούσε στους συγγραφείς την πλήρη
κυριότητα των έργων τους για μία περίοδο 14 ετών, ανανεώσιμη μία φορά
μόνο. Οι εκδότες επιχείρησαν να υπερασπιστούν το μονοπώλιο τους,
προβάλλοντας το δικαίωμα αποκλειστικής και συνεχούς δημοσίευσης,
εγγυημένο κατά την άποψη τους από το εθιμικό δίκαιο. Μετά από
επανειλημμένες προσφυγές στα δικαστήρια, έχασαν οριστικά, στην υπόθεση
Ντόναλντσον κατά Μπέκετ, το 1774.
Όταν, δεκατρία χρόνια αργότερα, οι Αμερικάνοι συνέταξαν
το Σύνταγμά τους, δανείστηκαν την ως τότε επικρατούσα άποψη στην Αγγλία.
Μία περίοδος 28 ετών, φαίνονταν αρκετά μεγάλη για να διαφυλάξει τα
συμφέροντα συγγραφέων και εκδοτών. Πέρα από αυτό, πρέπει να υπερισχύσει
το κοινό συμφέρον. Το 1790, ο πρώτος νόμος πνευματικής ιδιοκτησίας,
προορισμένος κι αυτός για την « ενθάρρυνση της εκπαίδευσης »,
εμπνεύστηκε από το Βρετανικό μοντέλο, υιοθετώντας μία περίοδο
δεκατεσσάρων ετών ανανεώσιμων μία φορά μόνο.
Ποια είναι η διάρκεια της πνευματικής ιδιοκτησία στις μέρες μας ;
Σύμφωνα με το νόμο του 1998, το « Sonny Bono Copyright Term Extension
Act » (o οποίος ονομάζεται επίσης « Νόμος Μίκυ » διότι η φιγούρα του
Ντίσνεϋ παραλίγο να εκπέσει τότε στο Δημόσιο Τομέα), το συγγραφικό
δικαίωμα εφαρμόζεται σε ένα έργο για όσο καιρό ο συγγραφέας του
βρίσκεται στη ζωή και στη συνέχεια για άλλα εβδομήντα χρόνια μετά το
θάνατό του. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το συμφέρον του συγγραφέα και των
δικαιούχων προέχει κάθε άλλου συμφέροντος για περισσότερο από ένα
αιώνα. Το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανικών βιβλίων, τα οποία εκδόθηκαν
κατά τον εικοστό αιώνα, δεν έχουν ακόμα περιέλθει στο δημόσιο τομέα. Στο
Διαδίκτυο, η ελεύθερη πρόσβαση στη πολιτισμική μας κληρονομιά,
ασκείται, γενικά μόνο για τα προγενέστερα της 1ης Ιανουαρίου 1923 έργα,
ημερομηνία από την οποία και μετά η πλειονότητα των εκδοτών κατοχύρωσε
τα πνευματικά τους δικαιώματα. Θα παραμείνει έτσι για πολύ καιρό ακόμη,
εκτός, βέβαια, κι αν ιδιωτικές εταιρείες αναλάβουν την ψηφιοποίηση των
εμπορευμάτων, τη διαμόρφωσή τους και τη διάθεσή τους στο εμπόριο προς
όφελος των μετόχων τους. Για την ώρα, βρισκόμαστε σε μια παράλογη
κατάσταση, όπου το « Μπάμπιτ », το μυθιστόρημα του Σινκλέρ Λιούις, το
οποίο εκδόθηκε το 1922 έχει περιέλθει στο Δημόσιο Τομέα ενώ για το
« Ελμερ Γκάντρι », το οποίο εκδόθηκε το 1927, ισχύει το δικαίωμα
πνευματικής ιδιοκτησίας μέχρι το 2022.
Το να περάσουμε από τις θεμελιώδεις αρχές που διακήρυξαν
οι πατέρες θεμελιωτές στα ήθη της σημερινής πολιτισμικής βιομηχανίας,
σημαίνει να πέσουμε από τον ουρανό του Διαφωτισμού στο μικρό ρυάκι της
του παγκόσμιου καπιταλισμού. Παρόλο που χρησιμοποιήσαμε την
κοινωνιολογία της γνώσης -σύμφωνα με τον Μπουρντιέ- για να εξετάσουμε τη
σημερινή εποχή, διαπιστώνουμε ότι ζούμε σε ένα κόσμο κατευθυνόμενο από
το Μίκυ.
Η Δημοκρατία των Γραμμάτων μετατράπηκε σε επαγγελματική
Δημοκρατία της Γνώσης και να τη που προσφέρεται στους ερασιτέχνες, με
την καλύτερη έννοια του όρου, εκείνους ανάμεσα στους απλούς πολίτες που
είναι ερωτευμένοι με τη γνώση. Το άνοιγμα επιχειρείται παντού μέσω της
πρόσβασης σε ψηφιοποιημένα άρθρα τα οποία δημοσιεύονται δωρεάν στο
Διαδίκτυο σε ιστοσελίδες όπως το Open Content Alliance, το Open Knowledge Commons, το OpenCourse Ware ή το Internet Archive, ή σε ιστοσελίδες φανερά ερασιτεχνικές όπως η Βικιπεδία.
Ο εκδημοκρατισμός της γνώσης βρίσκεται στα χέρια μας,
τουλάχιστον όσον αφορά στις πηγές. Το ιδεώδες του Διαφωτισμού δεν θα
μπορούσε, άραγε, να πραγματοποιηθεί ;
Σε αυτό το στάδιο, ο αναγνώστης δικαιούται να αναρωτηθεί
μήπως περνάω από μία τυπικά αμερικάνικη άσκηση, την ιερεμιάδα, σε μία
άλλη, εξίσου αμερικανική, τον αφελή ενθουσιασμό. Υποθέτω ότι θα υπήρχε
αναμφίβολα τρόπος συνδυασμού των δύο σε ένα διαλεκτικό διάβημα, εάν ο
κίνδυνος εμπορευματοποίησης δεν μας απειλούσε πια. Όταν επιχειρήσεις,
όπως το Google, κρίνουν μία βιβλιοθήκη, δεν βλέπουν αναγκαστικά σε αυτή
ένα ναό γνώσης, αλλά περισσότερο ένα κοίτασμα « περιεχομένου » για
εκμετάλλευση. Δημιουργημένες κατά τη διάρκεια των αιώνων μετά από
πολυέξοδες και μεγάλες προσπάθειες, οι συλλογές των βιβλιοθηκών μπορούν
να ψηφιοποιήθουν σε ευρεία κλίμακα, έναντι ενός ευτελούς ποσού, μερικά
εκατομμύρια δολάρια ίσως, ποσό εξευτελιστικό, εάν το συγκρίνουμε με την
επένδυση που χρειάστηκε για τη δημιουργία των βιβλιοθηκών.
Οι βιβλιοθήκες υπάρχουν για την προώθηση του κοινού
καλού : « την ενθάρρυνση της εκμάθησης », μίας εκμάθησης « ανοιχτής για
όλους ». Οι επιχειρήσεις δημιουργήθηκαν για να φέρουν χρήματα στους
μετόχους τους, τόσο το καλύτερο αν λάβουμε υπόψη μας ότι από μία
οικονομία με κέρδη, επωφελείται και το γενικό συμφέρον. Ωστόσο, εάν
επιτρέψουμε την εμπορευματοποίηση των πόρων μίας βιβλιοθήκης, υπάρχει ο
κίνδυνος να μην μπορέσουμε να ξεπεράσουμε μία θεμελιώδη αντίθεση. Το να
ψηφιοποιούμε τις συλλογές και να τις πουλάμε στο Διαδίκτυο χωρίς να μας
ενδιαφέρει η ελεύθερη πρόσβαση σε όλους, θα επαναλάμβανε το λάθος, το
οποίο διαπράχθηκε με τα επιστημονικά περιοδικά, τα οποία αφέθηκαν στα
χέρια των ιδιωτικών εκδοτών αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Κάτι τέτοιο
θα μετέτρεπε το Διαδίκτυο σε εργαλείο ιδιωτικοποίησης της δημόσιας
γνώσης. Κανένα αόρατο χέρι δεν υπάρχει για να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα
στο γενικό και το ιδιωτικό συμφέρον. Μόνο το κοινό θα είχε την
δικαιοδοσία να το κάνει αλλά ποιος θα το αντιπροσωπεύσει ; Σίγουρα όχι
οι νομοθέτες που ενέκριναν τον « νόμο Μίκυ ».
Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για όσα έγιναν στο
Διαφωτισμό αλλά μπορούμε να ορίσουμε κανόνες του παιχνιδιού που να
προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον. Και οι βιβλιοθήκες αντιπροσωπεύουν
αυτό το συμφέρον. Δεν είναι επιχειρήσεις, αλλά πρέπει να αποσβέσουν το
κόστος τους, χρειάζονται ένα πλάνο δράσης. Η στρατηγική τους δεν μπορεί
παρά να επικαλεστεί το ρητό που χρησιμοποιούσε ο πάροχος ηλεκτρικού
ρεύματος Κον Έντισον όταν έσκαβε τους δρόμους της Νέας Υόρκης για να
ηλεκτροδοτήσει τα κτήρια : « Να σκάψουμε, πρέπει ». Ή προσαρμοσμένο
στους βιβλιοθηκονόμους « να ψηφιοποιήσουμε, πρέπει ». Αλλά όχι με
οποιοδήποτε τρόπο. Οφείλουμε να το κάνουμε με γνώμονα το δημόσιο
συμφέρον, δηλαδή διατηρώντας την υπευθυνότητα του περιεχομένου απέναντι
στους πολίτες.
Θα ήταν αφελής η ταύτιση του διαδικτύου με τον
Διαφωτισμό. Σίγουρα προσφέρει ένα μέσο μετάδοσης της γνώσης πιο ευρύ από
αυτό, που ήλπιζε ο Τζέφερσον. Αλλά ενώ το Διαδίκτυο κατασκευάζονταν
σιγά-σιγά, δεσμό με δεσμό οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν παρέμεναν άεργες
στο τέλος της διαδρομής.. Θέλουν να ελέγξουν το παιχνίδι, να κυριευτούν
από αυτό, να το κατακτήσουν. Συναγωνίζονται η μία την άλλη με τέτοια
αγριότητα που οι πιο αδύναμοι εξαφανίζονται. Η μάχη τους για επιβίωση
γέννησε μία ολιγαρχία με υπέρμετρη εξουσία, της οποίας τα συμφέροντα,
διαφοροποιούνται αισθητά σε σχέση με αυτά του κοινού.
Δεν μπορούμε να παραμείνουμε με σταυρωμένα χέρια και να
περιμένουμε τις ιδιωτικές εταιρείες να διακινδυνεύσουν το κοινό καλό.
Σίγουρα, πρέπει να ψηφιοποιήσουμε αλλά πρέπει κυρίως να
εκδημοκρατίσουμε, δηλαδή να γενικεύσουμε την πρόσβαση στη πολιτισμική
μας κληρονομιά. Πως ; Επαναδιατυπώνοντας τους κανόνες του παιχνιδιού,
υπάγοντας το ιδιωτικό συμφέρον στο δημόσιο, εμπνεόμενοι από τους πρώτους
δημοκράτες για την εγκαθίδρυση μίας ψηφιακής δημοκρατίας της γνώσης.
Από πού προέρχεται αυτή η ουτοπιστική ορμή ; Από το
Google. Εδώ και τέσσερα χρόνια, η συγκεκριμένη επιχείρηση ξεκίνησε να
ψηφιοποιεί τα έργα που βρίσκονταν στους καταλόγους των πανεπιστημιακών
βιβλιοθηκών, ανεβάζοντας στο Διαδίκτυο πλήρεις ερευνητικές εργασίες και
καθιστώντας διαθέσιμους τους τίτλους, οι οποίοι κατέληγαν στο δημόσιο
τομέα, χωρίς το κοινό να πληρώσει ούτε λεπτό. Είναι, πλέον, δυνατό, για
παράδειγμα, να συμβουλευτούμε και να κατεβάσουμε δωρεάν ένα ψηφιακό
αντίγραφο της αυθεντικής έκδοσης του « Μiddlemarch », του
αριστουργήματος του Τζόρτζ Έλιοτ, το οποίο εκδόθηκε το 1871, και το
οποίο υπάρχει στη Μποντλιανή βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
Όλος ο κόσμος επωφελήθηκε, συμπεριλαμβανομένου του Google, το οποίο
καρπώθηκε τα έσοδα από τη διαφήμιση, σχετικά διακριτικής άλλωστε, στη
σελίδα Google Book Search.
Η εταιρία ψηφιοποίησε, επίσης, συνεχώς αυξανόμενο αριθμό
βιβλίων τα οποία προστατεύονταν από τη πνευματική ιδιοκτησία και των
οποίων αποσπάσματα έθεσε στο διαδίκτυο για τη διευκόλυνση των χρηστών.
Ομως, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2005, η ένωση συγγραφέων και
εκδοτών, τρομαγμένη από την έλλειψη κέρδους, άσκησε συλλογική αγωγή
(class action) κατά του Google εν ονόματι της υπεράσπισης των
δικαιωμάτων τους. Στις 28 Οκτωβρίου 2008, μετά από ατελείωτες
διαπραγματεύσεις, οι δύο πλευρές σύναψαν συμφωνία, η οποία αναμένει την
έγκριση δικαστηρίου της Νέας Υόρκης.
Η συμφωνία προβλέπει τη δημιουργία μίας επιχείρησης η
οποία ονομάστηκε Αρχείο εκδοτικών δικαιωμάτων (Book Rights Registry)
επιφορτισμένη με την αντιπροσώπευση των συγγραφικών και εκδοτικών
συμφερόντων για τους κατόχους του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.
Το Google θα καταστήσει επί πληρωμή, την πρόσβαση στη γιγαντιαία βάση
δεδομένων του, η οποία θ’ αποτελείται, κατ’ αρχήν, από εξαντλημένα
βιβλία από τα οποία θα χορηγήσουν πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες. Λύκεια,
πανεπιστήμια και διάφορες δημόσιες αρχές θα μπορούν να συνδέονται σε
αυτό αγοράζοντας μια « θεσμική άδεια ». Μία άλλη άδεια, ονομαζόμενη
« δημόσιας πρόσβασης », θα χορηγείται στις δημόσιες βιβλιοθήκες και θα
προσφέρει δωρεάν πρόσβαση στη βάση αλλά από έναν μόνο υπολογιστή. Σε
περίπτωση που ένας δυσαρεστημένος χρήστης αρνηθεί να κάτσει στην ουρά
ελπίζοντας ότι ο μοναδικός αυτός υπολογιστής κάποτε θ’ απελευθερωθεί,
υπάρχει πρόβλεψη, βεβαίως για μία υπηρεσία επί πληρωμή κατά παραγγελία,
« την καταναλωτική άδεια ». Το Google δεσμεύεται, εξάλλου, να
συνεργαστεί με το Αρχείο εκδοτικών δικαιωμάτων, για να μοιράσει τα
εισοδήματα, αντικειμενικά. Δηλαδή 37% για το Google και 63% για τους
κατόχους της πνευματικής ιδιοκτησίας.
Παράλληλα, η επιχείρηση θα συνεχίσει το ανέβασμα στο Διαδίκτυο έργων του
δημόσιου τομέα, τα οποία θα μπορούμε να τα κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο
δωρεάν.
Στους επτά εκατομμύρια τίτλους, που ο όμιλος δήλωσε ότι
ψηφιοποίησε πριν από τον Νοέμβριο του 2008, πρέπει να υπολογίσουμε ένα
εκατομμύριο « δημόσιων » βιβλίων, άλλο ένα που διέπεται από δικαιώματα
πνευματικής ιδιοκτησίας και είναι διαθέσιμο στα βιβλιοπωλεία και πέντε
εκατομμύρια τίτλοι που διέπονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας
αλλά έχουν εξαντληθεί ή είναι δύσκολο να βρεθούν. Η τελευταία κατηγορία
θα τροφοδοτήσει την κύρια μάζα των εμπορεύσιμων τίτλων διαμέσου της
« άδειας ».
Πολλά έργα που διέπονται από δικαιώματα πνευματικής
ιδιοκτησίας, θα αποκλειστούν, έτσι, από τη βάση δεδομένων, εκτός κι αν
οι συγγραφείς τους, οι δικαιούχοι ή οι εκδότες αποφασίσουν διαφορετικά.
Θα συνεχίσουν, λοιπόν, να πωλούνται υπό τη μορφή του παραδοσιακού
χαρτιού ή θα γίνουν αντικείμενο εμπορευματοποίησης σε ψηφιακή μορφή,
είτε για να μπορούμε να τα κατεβάσουμε μέσω « της καταναλωτικής άδειας »
είτε για να διατεθούν με μορφή ηλεκτρονικών βιβλίων (e-books).
Εν συντομία, αφού διαβάσουμε την συμφωνία ανάμεσα στο
Google, τους συγγραφείς και τους εκδότες, και αφού αφομοιώσαμε τη
φιλοσοφία της, γεγονός που δεν είναι εύκολο εφόσον το κείμενο εκτείνεται
σε 134 σελίδες και 15 παραρτήματα, μένουμε με το στόμα ανοιχτό : εδώ
βρίσκεται η θεμελίωση μιας βιβλιοθήκης που θα μπορούσε να γίνει η
μεγαλύτερη του κόσμου. Μία ψηφιακή βιβλιοθήκη η οποία θα νικούσε κατά
κράτος τα πιο γνωστά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ευρώπης και των Ηνωμένων
Πολιτειών. Επιπλέον, το Google θα γίνονταν το μεγαλύτερο εμπορικό
βιβλιοπωλείο του πλανήτη, η ψηφιακή αυτοκρατορία του θα υποβίβαζε το
amazon.com σε συνοικιακό μαγαζί.
Πώς να μείνουμε αδιάφοροι στην προοπτική να δούμε τον πλούτο των
μεγαλύτερων αμερικάνικων πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών διαθέσιμο σε όλους
τους χρήστες στου Διαδικτύου του κόσμου ; Όχι μόνο η τεχνολογική μαγεία
του Google θα επέτρεπε σε κάθε αναγνώστη να χει πρόσβαση στα βιβλία που
επιθυμεί, αλλά ακόμη θα έδινε δυνατότητες ανεξάντλητης έρευνας. Υπό
ορισμένες συνθήκες, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που συνεργάζονται με το
σχέδιο, θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα ψηφιακά αντίγραφα των έργων που
έχουν χαθεί ή καταστραφεί για να ανανεώσουν τα αποθέματα τους. Εξάλλου,
το Google δεσμεύεται να προτείνει κείμενα με τρόπο ώστε να τα
καταστήσει προσιτά και σε άτομα με ειδικές ανάγκες.
Δυστυχώς, η υπόσχεση της επιχείρησης να εγγυηθεί την
ελεύθερη πρόσβαση στα αρχεία της οθόνης ενός μόνο υπολογιστή σε κάθε
δημόσια βιβλιοθήκη έχει λίγες πιθανότητες να ικανοποιήσει τη ζήτηση,
κυρίως στα πιο πολυσύχναστα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Εξάλλου, υπάρχει κι
ένας περιορισμός : οι αναγνώστες που επιθυμούν να εκτυπώσουν ένα κείμενο
με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, θα μπορούν να το κάνουν μόνο επί
πληρωμή. Παρ’ όλα αυτά, οι μικρές δημοτικές βιβλιοθήκες θα διαθέτουν
ψηφιακό περιεχόμενο πιο σημαντικό από εκείνο της κεντρικής βιβλιοθήκης
της Νέας Υόρκης σήμερα. Ναι, το Google θα μπορούσε ούτε λίγο ούτε πολύ
να πραγματοποιήσει το όνειρο του Διαφωτισμού.
Θα το κάνει, όμως ; Οι φιλόσοφοι του 18ου αιώνα θεωρούσαν το μονοπώλιο
ως το κατ εξοχήν εμπόδιο στη διάδοση της γνώσης, τα είχαν βάλει κυρίως
με το συνδικάτο τυπογράφων του Λονδίνου και το σωματείο βιβλιοπωλών του
Παρισιού, οι οποίοι συντάσσονταν κατά της ελεύθερης κυκλοφορίας βιβλίων.
Το Google δεν είναι συνδικάτο και δεν αντιλαμβάνεται τον
εαυτό του ως μονοπώλιο. Η εταιρεία έχει μάλιστα συγκεκριμένο στόχο, να
προωθήσει την πρόσβαση στη πληροφόρηση. Αλλά η συμφωνία που υπογράφηκε
την καθιστά άτρωτη απέναντι σε κάθε μορφή ανταγωνισμού. Η πλειονότητα
των συγγραφέων και εκδοτών που διαθέτουν δικαιώματα πνευματικής
ιδιοκτησίας στις ΗΠΑ, καλύπτονται αυτόματα από το κείμενο. Μπορούν,
προφανώς, να επιλέξουν την εξαίρεσή τους από τη συμφωνία, αλλά ό,τι και
να κάνουν, κανένα άλλο σχέδιο ψηφιοποίησης δεν θα μπορεί να δει το φως
χωρίς έγκριση από καθέναν από τους δικαιούχους, μία αποστολή, σαν να
λέμε, αδύνατη. Εάν η λειτουργία του Google γίνει αποδεκτή από το
δικαστήριο, διαδικασία που θα μπορούσε να διαρκέσει άλλα δύο χρόνια, ο
καλιφορνέζος γίγαντας θα αποκτήσει ψηφιακό έλεγχο σε όλα σχεδόν τα
βιβλία που εκδόθηκαν στις ΗΠΑ.
Αυτή η κατάληξη δεν είναι αναπόφευκτη. Θα μπορούσαμε να
δημιουργήσουμε μια εθνική ψηφιακή βιβλιοθήκη, το σύγχρονο ανάλογο της
βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Την ώρα που η πολιτεία αγρόν αγόραζε, το
Google αναλάμβανε πρωτοβουλίες. Σκανάρισε, απλά, τα βιβλία και το έκανε
τόσο αποτελεσματικά που σε κάποιους άρχισαν να τρέχουν τα σάλια για τα
κέρδη που θ’ αποκτούσαν. Θα ήταν λάθος να διαμαρτυρόμαστε για τις
προσδοκίες των συγγραφέων και των εκδοτών να προσλάβουν τα δικαιώματά
τους και θα πρέπει να μην κρίνουμε βιαστικά τα επιχειρήματα της
συλλογικής αγωγής. Ωστόσο, περιμένοντας τους δικαστές της Νέας Υόρκης να
αποφασίσουν, είναι αναμφισβήτητο ότι η εν λόγω συμφωνία αποσκοπεί στην
κατανομή των κερδών και όχι στην υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος.
Ένα από τα απρόβλεπτα αποτελέσματα της υπόθεσης είναι
ότι το Google θα βρεθεί, όντως, σε μονοπωλιακή θέση ενός νέου είδους
εμπορίου, όχι αυτό του ατσαλιού ή της μπανάνας, αλλά της πρόσβασης στη
πληροφόρηση. Η επιχείρηση δεν είναι αντιμέτωπη με κανένα σοβαρό
αντίπαλο. Η Μicrosoft παραιτήθηκε, εδώ και πολλούς μήνες, από το δικό
της σχέδιο ψηφιοποίησης των βιβλίων, ενώ οι άλλες εταιρίες της αγοράς
όπως η Open Knowledge Commons (πρώην Open Content Alliance) ή η Internet
Archive, είναι ασήμαντες μπροστά της. Μόνο το Google διαθέτει τα
αναγκαία μέσα ψηφιοποίησης σε τόσο μεγάλη κλίμακα. Χάρη στη συμφωνία που
διαπραγματεύτηκε με συγγραφείς και εκδότες μπορεί να έχει την
παντοδυναμία, παραμένοντας στα όρια της νομιμότητας.
Όσα έχει κάνει το Google ως τώρα υποδεικνύουν ότι δεν θα καταχραστεί την
εξουσία του. Αλλά τι θα συμβεί όταν οι σημερινοί ιθύνοντες πουλήσουν το
μερίδιό τους ή συνταξιοδοτηθούν ; Οι προβλεπόμενες τιμολογήσεις για την
πρόσβαση στη μελλοντική βάση δεδομένων αποτελούν ένα πρώτο στοιχείο
απάντησης σε αυτή την ερώτηση. Η συμφωνία, έτσι όπως κατέληξε, άφηνε,
πράγματι, ελευθερία κινήσεων στην εταιρία για αναδιαπραγμάτευση του
κόστους των αδειών με καθέναν από τους πελάτες της, παρ’ όλο που
δεσμεύεται στη τήρηση δύο γενικών αρχών : « 1. την προσαρμογή των
κατατιθέμενων στους δικαιούχους εισοδημάτων για κάθε έργο και κάθε άδεια
ανάλογα με το δείκτη της αγοράς •και 2. την εξασφάλιση της ευρείας
πρόσβασης στο κοινό, κυρίως στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ».
Τι θα συμβεί αν το Google επιλέξει το κέρδος εις βάρος
του κοινού του ; Τίποτα, αν λάβουμε υπόψη μας τις διατάξεις της
συμφωνίας. Μόνο το Αρχείο εκδοτικών δικαιωμάτων δρώντας εν ονόματι των
δικαιούχων, θα μπορούσε να επιβάλλει νέες τιμές στην εταιρία, αλλά
μοιάζει σχεδόν απίθανο να έχει αντίρρηση σε υψηλότερες τιμές. Το Google
μπορεί να επιλέξει τη χαμηλή τιμολόγηση. Αλλά τίποτα δεν θα το εμπόδιζε
να δανειστεί μία στρατηγική όμοια με αυτή των εκδοτών επιστημονικών
περιοδικών : δελεάζουν αρχικά τον πελάτη με μία ελκυστική προσφορά, στη
συνέχεια, όμως, όταν αυτός « τσιμπήσει », ανεβάζουν όσο το δυνατόν
περισσότερο τις τιμές.
Οι υποστηρικτές της οικονομίας της αγοράς ανταπαντούν
ότι η αγορά θα ρυθμιστεί από μόνη της. Εάν το Google γίνει πολύ ακριβό,
οι καταναλωτές θα ακυρώσουν τις συνδρομές τους και οι τιμές, κατά
συνέπεια, θα πέσουν. Αλλά δεν υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στη προσφορά
και τη ζήτηση στους μηχανισμούς που διέπουν τη χορήγηση « θεσμικών »
αδειών, τουλάχιστον όπως προβλέπουν οι υπογράφοντες τη συμφωνία.
Φοιτητές, καθηγητές και βιβλιοθηκονόμοι δεν θα βάλουν οι ίδιοι το χέρι
στην τσέπη.
Είναι οι βιβλιοθήκες που θα πληρώνουν και δεν μπορέσουν
να εξασφαλίσουν κονδύλια για την ανανέωση της συνδρομής τους, πιθανόν να
προκαλέσουν διαμαρτυρίες από τους « εθισμένους » στις υπηρεσίες του
Google αναγνώστες. Θα προτιμήσουν, λοιπόν, να ελαχιστοποιήσουν τα άλλα
τους έξοδα, μειώνοντας για παράδειγμα, την αγορά βιβλίων, όπως το έκαναν
ήδη, όταν οι εκδότες ανέβασαν υπερβολικά τις τιμές των επιστημονικών
περιοδικών.
Παρόλο που δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον,
μπορούμε μόνο να διαβάσουμε προσεκτικά τους όρους της συμφωνίας και να
διατυπώσουμε κάποιες υποθέσεις. Εάν το Google καταστήσει προσιτό, σε
λογικές τιμές, τον πλούτο όλων των μεγαλύτερων αμερικανικών βιβλιοθηκών,
τότε δεν θα πρέπει να τσιγκουνευτούμε τα συγχαρητήριά μας. Μήπως,
άλλωστε, δεν είναι καλύτερα να διαθέτουμε ένα τεράστιο αρχείο τίτλων,
ακόμα και σε ακριβή τιμή, από το να μην έχουμε τίποτα ; Αναμφίβολα,
όμως, η συμφωνία του φθινοπώρου 2008 θα μετασχηματίσει ριζικά τον
ψηφιακό κόσμο συγκεντρώνοντας όλες τις δυνάμεις στα χέρια μιας μόνο
επιχείρησης.
Με την εξαίρεση της Βικιπαίδεια, το Google ελέγχει ήδη
τη πρόσβαση στη πληροφόρηση του Διαδικτύου της πλειονότητας των
αμερικάνων, οι οποίοι ψάχνουν για ένα άρθρο, μία φωτογραφία, ένα
πλυντήριο ή ένα εισιτήριο κινηματογράφου. Χωρίς να προσμετρήσουμε τις
πρόσθετες υπηρεσίες της διάσημης μηχανής αναζήτησης : Google Earth,
Google Maps, Google Images, Google Labs, Google Finance, Google Arts,
Google Food, Google Sports, Google Health, Google Checkout, Google
Alerts και άλλα παράγωγα που ετοιμάζονται. Τώρα, το Google Book Search
είναι έτοιμο να εγκαινιάσει τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη και το πιο
σημαντικό βιβλιοπωλείο στην ιστορία.
Όποιος κι αν είναι ο τρόπος ερμηνείας της συμφωνίας, οι
διατάξεις της εμπλέκονται τόσο που επιβάλλονται ως σύνολο. Σήμερα, ούτε
το Google, ούτε οι συγγραφείς, ούτε οι εκδότες, ούτε το δικαστήριο της
Νέας Υόρκης δεν είναι σε θέση να επιφέρουν αξιοσημείωτες αλλαγές. Είναι
μία κρίσιμη καμπή στην ανάπτυξη αυτού που ονομάζουμε κοινωνία της
πληροφόρησης. Εάν δεν αποκαταστήσουμε την ισορροπία το ιδιωτικό συμφέρον
μπορεί ν’ αναδειχθεί σε σημαντικότερο από το δημόσιο, μια και καλή. Το
όνειρο του Διαφωτισμού θα γίνει, τότε, πιο απρόσιτο από ποτέ.
The New York Review of Books
Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013
Νεκρές γλώσσες
Συμπαθής ή αντιπαθής, η κυρία Ρεπούση είχε δίκιο όταν χαρακτήρισε "νεκρές γλώσσες" τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Τα
αρχαία ελληνικά καθαυτά είναι νεκρή γλώσσα, επειδή δεν έχει φυσικούς
ομιλητές (δηλ. που να την έχουν μητρική γλώσσα). Το ίδιο άλλωστε ισχύει
και με τα λατινικά, κι αυτά νεκρή γλώσσα θεωρούνται.
"Μα εγώ τα χρησιμοποιώ και σήμερα",
λέει κάποιος. Όχι όμως σε παραγωγή καινούργιου λόγου, και όχι σε κάτι
σοβαρότερο από λεκτικά παιχνίδια, όπως είναι το δελτίο ειδήσεων στα
αρχαία ελληνικά, που συντάσσει ένας συμπαθής Ισπανός (αν το συνεχίζει
ακόμα). Βέβαια, από την άποψη αυτή τα λατινικά έχουν πολύ σοβαρότερες
αξιώσεις, αφού στα λατινικά βγαίνουν κάμποσες κανονικές εφημερίδες,
μεταξύ των οποίων η επίσημη εφημερίδα του Βατικανού (Acta Sanctae
Sedis).
"Ναι, αλλά τα αρχαία ελληνικά ζουν μέσα από τη νέα ελληνική γλώσσα",
παρατηρεί κάποιος άλλος. Φοβάμαι πως το αν η ελληνική (νέα και αρχαία)
είναι "μία και ενιαία" γλώσσα ή όχι, αυτό δεν μπορούμε να το κρίνουμε με
αποκλειστικά γλωσσικά κριτήρια, είναι απόφαση πολιτική, όπως πολιτική
απόφαση είναι γενικά το αν δυο "διάλεκτοι" ανήκουν στην ίδια γλώσσα ή
είναι ξεχωριστές γλώσσες, για παράδειγμα αν η σλαβομακεδονική είναι
χωριστή γλώσσα από τη βουλγαρική. Αυτό φάνηκε καθαρά στην περίπτωση των
σερβοκροατικών, που θεωριόνταν μία γλώσσα και σήμερα υπολογίζονται για
δύο: σερβικά και κροατικά. Αφού οι γλώσσες δεν άλλαξαν τα τελευταία 20
χρόνια και τα κριτήρια της γλωσσολογίας επίσης δεν μεταβλήθηκαν,
ολοφάνερα τα κριτήρια της ανακήρυξης της κροατικής σε γλώσσα είναι
πολιτικά.
"Ναι, αλλά η διδασκαλία αρχαίων κειμένων από το πρωτότυπο είναι πολύ χρήσιμη για την γλωσσική κατάρτιση στα νέα ελληνικά",
λένε πολλοί. Αυτό είναι ένα σοβαρό επιχείρημα, που μπορεί και να
ισχύει. Πρέπει πάντως να επισημάνω ότι έγκριτοι γλωσσολόγοι όπως ο
σεβαστός Εμμανουήλ Κριαράς ή ο Φαν. Βώρος υποστηρίζουν ότι η διδασκαλία
της αρχαίας από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο πιθανόν να αποβαίνει σε βάρος
της κατάρτισης στη νέα ελληνική αφού οι μαθητές βρίσκονται αντιμέτωποι
με δυο πολύ διαφορετικές γραμματικές.
Πρότειναν λοιπόν αρχαία να διδάσκονται μόνο στο Λύκειο, και να υπάρχουν
γερά κλασικά γυμνάσια-λύκεια που να βγάζουν γερούς κλασικούς
φιλολόγους.
Εκτός αυτού, δείγμα
έχουμε. Από το 1977 ως το 1992 δεν διδάχτηκαν αρχαία από το πρωτότυπο
στο γυμνάσιο -και δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς σοβαρά να υποστηρίξει ότι
η ελληνομάθεια αυτών των παιδιών υστερεί από των νεότερων, όταν
επικράτησε η δεξιά αντιμεταρρύθμιση επί κυβέρνησης Μητσοτάκη και
ξανάρχισαν να διδάσκονται τα αρχαία από το πρωτότυπο.
Βέβαια, η κυρία Ρεπούση
προτείνει να γίνουν προαιρετικά τα αρχαία όχι στο γυμνάσιο αλλά στο
λύκειο. Κι αυτό λογικό είναι, αφού τα παιδιά έχουν ήδη διδαχτεί το
σύνολο της αρχαίας γραμματικής (της αττικής βέβαια διαλέκτου) στο
γυμνάσιο. Και, έτσι κι αλλιώς, στο σημερινό εξετασιοκεντρικό λύκειο όπου
όλα υποτάσσονται στο βωμό των πανελλαδικών και τα λύκεια μετατρέπονται
σε ιδιότυπα φροντιστήρια, είναι ουτοπικό να ελπίζουμε πως οι μαθητές θα
διδαχτούν, δηλ. θα εμπεδώσουν, οποιοδήποτε μάθημα πέρα από τα τέσσερα
επιλεγμένα.
Δεν θα πρότεινα σήμερα
τον ριζικό περιορισμό της διδασκαλίας των αρχαίων, αν μη τι άλλο επειδή
δεν θα έχουμε τι να κάνουμε τους φιλολόγους (και τους θεολόγους για τα
θρησκευτικά). Ωστόσο, η μεταρρύθμιση μπορεί να γίνει σε ορίζοντα
δεκαετίας, με σταδιακό περιορισμό των εισακτέων στις φιλοσοφικές.
"Μα, με τα αρχαία ελληνικά γνωρίζεις την άφταστη ελληνική παιδεία". Σύμφωνοι, αλλά ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται εξίσου αν διδάσκονται τα κείμενα από μετάφραση.
"Μα, όποιος διδάσκεται τα αρχαία μαθαίνει τις αλλαγές της γλώσσας, την ετυμολογία, τη διαμόρφωση της σημερινής ελληνικής". Όχι
ακριβώς. Όποιος διδάσκεται αρχαία κείμενα της κλασικής περιόδου (ή
κείμενα γραμμένα σε αττική γλώσσα), δεν βοηθιέται και πολύ στο να μάθει
τα νέα ελληνικά. Μπορεί ο Σοφοκλής κι ο Πλάτων να είναι αξεπέραστοι,
αλλά η γλώσσα τους απέχει πάρα πολύ από τη δική μας, λείπουν δυο ή τρεις
ενδιάμεσοι κρίκοι. Τα κείμενα τα γραμμένα στην ελληνιστική κοινή
υστερούν σε λογοτεχνική αξία (εκτός από τα θεόπνευστα, μη βρούμε κανένα
μπελά) αλλά είναι πολύ πιο χρήσιμα για την παρακολούθηση της ιστορίας
της γλώσσας, το ίδιο και μεταγενέστερα κείμενα, ιδιωτικοί πάπυροι ας
πούμε ή δημώδη βυζαντινά. Αν μείνεις στον Σοφοκλή, ποτέ δεν θα δεις πως
"ο πατήρ, τον πατέρα" έγινε "ο πατέρας, του πατέρα". Στον Ιωάννη Μαλάλα
θα το δεις (νομίζω). Μα, αυτά είναι κείμενα μικρής αξίας, θα πείτε. Ναι,
είναι. Αλλά κατά παράδοξο τρόπο όσο λιγότερο λογοτεχνικό είναι ένα
κείμενο τόσο πιο πολύ βοηθάει στη μελέτη της ιστορίας της γλώσσας. Το
λιγότερο, αυτά τα ταπεινά κείμενα θα μπορούσαν να διδάσκονται σε ένα
απάνθισμα στο μάθημα της Ιστορίας της γλώσσας. Κι έτσι θα μας έφευγε και
ο κάλος από το συλλογικό μας μυαλό, που τον καλλιεργούν κάμποσοι
φιλόλογοι, κάποιοι καλοπροαίρετα, ότι η νέα ελληνική είναι γλώσσα
"χαμηλότερης ποιότητας" από την αρχαία.
Ξαναλέω όμως: προς
το παρόν, κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων δεν νομίζω ότι τίθεται.
Οπότε, ας περάσουμε στο τελευταίο θέμα: μήπως η άποψή μου για τη
συνέχεια ή όχι της γλώσσας είναι υπεκφυγή; Πιθανόν να βρίσκομαι μετέωρος
ανάμεσα στις δύο θέσεις -"η ελληνική είναι μία και ενιαία" - "τα νέα
ελληνικά είναι άλλη γλώσσα από τα αρχαία". Ότι
η ελληνική είναι μία και ενιαία δεν αντέχει αν σκεφτούμε ότι τα αρχαία
κείμενα τα διαβάζουμε σε μετάφραση, τα θεατρικά έργα τα βλέπουμε σε
μετάφραση κτλ. Ότι είναι άλλη γλώσσα, βάζει άλλου είδους προβλήματα:
πόσες γλώσσες είναι;
Οπότε, έχω καταλήξει ότι
η ελληνική γλώσσα (πιθανώς και άλλες γλώσσες) είναι το πλοίο του Θησέα.
Οι Αθηναίοι είχαν χτίσει, λέει το φιλοσοφικό πρόβλημα, έναν ωραίο
νεώσοικο όπου το τιμημένο πλοίο αναπαυόταν με δόξα και τιμή. Κάθε που
σάπιζε ένα σανίδι το άλλαζαν. Τελικά άλλαξαν όλα τα σανίδια. Οπότε, ήταν
ακόμα το πλοίο του Θησέα ή όχι; Η απόφαση (αν είναι ή όχι το ίδιο
πλοίο) είναι πολιτική.
του Νίκου Σαραντάκου
Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013
Ζωρζ Μπατάιγ - Θεωρία της θρησκείας
Η στιγμή της αλλαγής προσφέρεται σε
ένα πέρασμα: η νοητή σφαίρα αποκαλύπτεται σε μια έκσταση, σε μια ξαφνική
κίνηση της υπέρβασης, όπου ξεπερνιέται η απτή ύλη. Ο νους ή η έννοια,
τοποθετημένα εκτός χρόνου, ορίζονται ως κυρίαρχη τάξη, στην οποία
υποτάσσεται ο κόσμος των πραγμάτων, όπως ακριβώς υπέτασσε κάποτε τους
Θεούς της μυθολογίας. Με τον τρόπο αυτό, ο νοητός κόσμος αποκτά την
εμφάνιση του Θείου.
Αλλά η υπέρβασή του είναι διαφορετικής
φύσης από την ατελή υπέρβαση του Θείου στις αρχαϊκές θρησκείες. Το Θείο
αρχικά μπορούσε να αδραχτεί σε στιγμές οικειότητας (της βίας, του
ουρλιαχτού, του είναι σε έκρηξη, τυφλού και ακατανόητου, του σκοτεινού
και κακοπροαίρετου ιερού)· αν ήταν υπερβατικό, αυτό συνέβαινε με
τρόπο δοκιμαστικό για τον άνθρωπο που δρούσε στη σφαίρα της
πραγματικότητας αλλά αποκαθίστατο σε αυτή της οικειότητας. Αυτή η
δευτερεύουσα υπέρβαση ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνη του νοητού
κόσμου, η οποία παραμένει εσαεί χωρισμένη από τον κόσμο των
αισθήσεων. Η υπέρβαση ενός πιο ριζικού δυϊσμού είναι το πέρασμα από ένα
κόσμο σε έναν άλλο. Πιο συγκεκριμένα, είναι η αναχώρηση από αυτό τον
κόσμο, η αναχώρηση από τον κόσμο, τελεία --γιατί, απέναντι στον αισθητό
κόσμο, ο νοητός κόσμος δεν είναι τόσο ένας διαφορετικός κόσμος όσο κάτι
έξω από τον κόσμο.
Αλλά ο άνθρωπος τον οποίο
εννοούμε δυϊκά είναι ασύμβατος με τον αρχαϊκό άνθρωπο γιατί δεν υπάρχει
πλέον καμμία οικειότητα ανάμεσα σε αυτόν και τον κόσμο τούτο. Αυτός ο
κόσμος στην πραγματικότητα είναι εμμενής μέσα του αλλά αυτό συμβαίνει
στον βαθμό που ο ίδιος δεν χαρακτηρίζεται από οικειότητα· στο βαθμό που
καθορίζεται από πράγματα, και που είναι και ο ίδιος πράγμα, εφόσον είναι
ένα ξεχωριστό άτομο. Φυσικά, ο αρχαϊκός άνθρωπος δεν συμμετείχε διαρκώς
στην μεταδοτική βία της οικειότητας, αλλά αν απομακρυνόταν από αυτή,
οι τελετές διατηρούσαν την δύναμη να τον ξαναφέρουν πίσω σ' αυτή την
κατάλληλη στιγμή. Στο επίπεδο της δυϊκής αντίληψης κανένα απομεινάρι των
αρχαίων τελετών δεν μπορεί να αποτρέψει τον αναστοχαστικό άνθρωπο, τον
οποίο συγκροτεί ο στοχασμός, απ' το να είναι, τη στιγμή της εκπλήρωσής
του, ο άνθρωπος της χαμένης οικειότητας. Χωρίς αμφιβολία η οικειότητα
δεν είναι ξένη για αυτόν· δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν γνωρίζει τίποτε
για αυτή, εφόσον διατηρεί την ανάμνησή της. Αλλά η ανάμνηση αυτή τον
στέλνει εκτός ενός κόσμου στον οποίο δεν υπάρχει τίποτε που να
ανταποκρίνεται στην επιθυμία που έχει για αυτόν. Σ' αυτόν τον κόσμο
ακόμα και τα πράγματα, στα οποία εναποθέτει τον στοχασμό του, χωρίζονται
βαθιά από τον ίδιο, και τα ίδια τα όντα συντηρούνται στην αμετάφραστη
ατομικότητά τους. Για αυτό και η υπέρβαση για αυτόν τον άνθρωπο δεν έχει
καθόλου την έννοια του χωρισμού αλλά μάλλον της επιστροφής. Χωρίς
αμφιβολία είναι απροσπέλαστη, εφόσον είναι υπέρβαση: λειτουργώντας,
θεμελιώνει το αδύνατο, για τον λειτουργό της, του να είναι εμμενής ως
προς το αποτέλεσμα της λειτουργίας. Αλλά ενώ το άτομο που είναι δεν
μπορεί να εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο ή να συνδεθεί με ό,τι υφίσταται
πέρα από τα δικά του όρια, διακρίνει στα κλεφτά, στην ξαφνική έγερση,
αυτό που δεν μπορεί να αδραχτεί αλλά που γλιστράει από τα δάχτυλά του
ακριβώς ως déjà vu. Για αυτόν, τούτο το déjà vu είναι εντελώς
διαφορετικό από αυτό που βλέπει, και το οποίο είναι πάντα χωρισμένο από
τον ίδιο --και για τον ίδιο λόγο, και από τον εαυτό του. Είναι αυτό που
είναι νοητό από τον ίδιο, που ξυπνά την ανάμνηση μέσα του, αλλά που
χάνεται αμέσως με την εισβολή των σιθητηριακών πληροφοριών, οι οποίες
επανεγκαθιδρύουν τον χωρισμό από κάθε πλευρά. Αυτό το ξεχωριστό ον είναι
ακριβώς ένα πράγμα γιατί είναι χωρισμένο από τον ε-αυτό του: αυτό είναι το πράγμα και ο χωρισμός, αλλά ο εαυτός,
αντίθετα, είναι μια οικειότητα που δεν χωρίζεται από τίποτε (εκτός από
αυτό που χωρίζεται από την οικειότητα, δηλαδή "αυτό", και μαζί με αυτό,
από όλο τον κόσμο των ξεχωριστών πραγμάτων).
Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013
Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013
Ανθρωπισμός και πολιτική
Ο
ανθρωπισμός εξελίσσεται σε θεμελιώδη πολιτική ιδεολογία του 21ου αιώνα.
Ο ακτιβισμός για τα ανθρώπινα δικαιώματα μετατρέπεται σε αντι-πολιτική,
άμυνα των «αθώων» έναντι της εξουσίας χωρίς καμία κατανόηση της
λειτουργίας της εξουσίας και χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για συλλογική
δράση που θα μπορούσε να αλλάξει τα αίτια της φτώχειας, της αρρώστιας ή
του πολέμου.
«Ευχαριστούμε που ήρθατε να
υποστηρίξετε το σπουδαιότερο πράγμα στην ιστορία του κόσμου», είπε ο
Κρις Μάρτιν, ο πρώτος τραγουδιστής του ποπ συγκροτήματος Coldplay, στο
πλήθος, στη συναυλία Live8 στο Χάιντ Παρκ, στο Λονδίνο. «Δεν ζητάμε
φιλανθρωπία, ζητάμε ειρήνη». Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο πρώτος τραγουδιστής
των U2 και συνδιοργανωτής της εκδήλωσης, ο Μπόνο, εξέφρασε το σκοπό της
σειράς των συναυλιών που οργανώθηκαν με αφορμή τη συνάντηση των ηγετών
της G8 στη Σκωτία. Με αλλεπάλληλες εκκλήσεις στους ηγέτες των οκτώ
πλουσιότερων εθνών του κόσμου, η Live8 ζήτησε τη διαγραφή του
αφρικανικού χρέους και μια σημαντική αύξηση του επιπέδου της βοήθειας.
Τα ανθρώπινα δικαιώματα έπρεπε να τεθούν στο επίκεντρο της ατζέντας των
ηγετών της Δύσης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι
πολλές εκατοντάδες χιλιάδες που παρακολούθησαν τις οκτώ συναυλίες ανά
τον κόσμο συμφωνούσαν με αυτά τα συναισθήματα. Τα δάκρυα και η συμπάθεια
για τη δυστυχία και τον πόνο στην Αφρική κυριαρχούσαν στον εκτεταμένο
χώρο που αφιέρωσαν στη συναυλία οι βρετανικές εφημερίδες. Τα πλήθη
πέρασαν υπέροχα ακούγοντας τη Μαντόνα, τους Πινκ Φλόιντ και τον Πολ
ΜακΚάρτνει, συμμετέχοντας στο «μεγαλύτερο γεγονός που οργανώθηκε ποτέ»,
διαμαρτυρόμενα για τη φτώχεια και την αρρώστια στην Αφρική. Η δικαιοσύνη
«ήταν το απλούστερο και πιο διαδεδομένο θέμα. Όλοι έγιναν ξαφνικά,
παγκόσμια, πολιτικοποιημένοι» (Euan Ferguson, The Observer,
2005). Ως συνδυασμός ηδονισμού και καλής συνείδησης, το Live8 δεν θα
ξεπεραστεί εύκολα σε μέγεθος ή υπερβολή. Με πάρτι ως πολιτική, με ποτό
και χορό ως ηθική έκκληση.
Η δημόσια διαμαρτυρία ενέχει ένα
στοιχείο δημοσιότητας που αναγνωρίζεται από το νόμο για τη δημόσια
τάξη. Οι δραστηριότητες διαμαρτυρίας, οι πορείες, οι διαδηλώσεις, οι
πικετοφορίες και οι καθιστικές διαμαρτυρίες εμπεριείχαν πάντα ένα
στοιχείο βίας ή τουλάχιστον ενόχλησης γι’ αυτούς που διαμαρτύρονται και
για το κοινό γενικά. Οι πορείες και οι διαδηλώσεις γίνονται δημόσια,
αλλά φέρνουν επίσης τους ανθρώπους κοντά και από ξεχωριστές μονάδες
δημιουργούν ένα κοινό, είτε στο δημόσιο πεδίο των εφημερίδων και των
δημοσίων συζητήσεων των αρχών του καπιταλισμού είτε στους δρόμους,
πλατείες και άλλους δημόσιους χώρους της σύγχρονης ζωής. Αλλά η πολιτική
των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν ασχολείται τόσο με τη δημοσιότητα, τις
κοινές ιδέες ή πράξεις, τις πορείες. Στην παγκόσμια πολιτική
διαμαρτυρίας, την ενόχληση έχει αντικαταστήσει ο ηδονισμός και η
δημοσιότητα από τις τηλεοπτικές εκστρατείες, τις ιδιωτικές δωρεές και τα
πάρτι. Καθόλου παράξενο που οι «στόχοι» της Live8 θα ήταν ευτυχείς αν
μπορούσαν να συμμετέχουν στη εναντίον τους «δράση», σύμφωνα με τον
υπουργό Γκόρντον Μπράουν.
Η Πολιτική ως Εκστρατεία Δικαιωμάτων
Τα ανθρώπινα δικαιώματα
εξελίχτηκαν σε θεμελιώδη πολιτική ιδεολογία φέρνοντας κοντά την ευημερία
της Δύσης με τις κακουχίες του παγκόσμιου Νότου. Τι σημαίνει όμως για
την πολιτική η μετάλλαξή της σε εκστρατεία δικαιωμάτων; Ποιο είναι το
«ανθρώπινο» των εκστρατειών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ποια είναι η
ανθρωπιά του ανθρωπισμού; Η ιδέα της ανθρωπιάς που οι επιστολικές
εκστρατείες της Band Aid, της Live8 και της Διεθνούς Αμνηστίας
προτείνουν και προωθούν κυριαρχεί στη φαντασία μας και τους θεσμούς μας
και καθορίζει πώς βλέπουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους. Στη θεωρία,
το ανθρώπινο υποκείμενο φέρνει κοντά και υπερβαίνει όλα τα περιφερειακά
χαρακτηριστικά όπως η εθνικότητα, η υπηκοότητα, η τάξη, το φύλο, η φυλή
ή η σεξουαλικότητα. Ο φιλελεύθερος ιδεολόγος Michael Ignatieff πατάει
σε σίγουρο έδαφος όταν ισχυρίζεται πως τα ανθρώπινα δικαιώματα
ενσωματώνουν την ιδέα ότι «το είδος μας είναι ένα» ( Human Rights as Politics and Idolatry,
2004). Θα έπρεπε να μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον άνθρωπο, παρά τις
εμπειρικές διαφορές ανά τον κόσμο, στο Σίτυ του Λονδίνου και τις
παράγκες της Βομβάης, στα εξοχικά σπίτια του Μπερκσάιρ και τα αστικά
σπίτια της Βαγδάτης. Το ανθρώπινο πλάσμα έχει παντού τις ίδιες ανάγκες,
επιθυμίες και χαρακτηριστικά και αυτά (θα έπρεπε να) καθορίζουν τα
δικαιώματα που έχουμε. Τα δικαιώματα ακολουθούν τη φύση μας. Ως φυσικά,
είναι εμφανή, συμφωνούν όλοι γι’ αυτά, δεν υπάρχει άνθρωπος καλής πίστης
που να μην αποδέχεται την οικουμενικότητά τους ή την πολιτική
δραστικότητά τους. Είναι οι τίτλοι της κοινής ανθρωπιάς, κάτι που ανήκει
σε όλους μας λόγω του βασικού γεγονότος ότι είμαστε άνθρωποι.
Στο σημείο αυτό αρχίζουν όμως να
μας ζώνουν οι αμφιβολίες. Δεν θα χρειαζόμασταν νομική ενίσχυση αυτών
των «εμφανών» τίτλων αν ήταν τόσο εμφανείς. Η θεσμική διακήρυξη και
προστασία τους δείχνει πως δεν υπάρχει μία ανθρωπιά, πως η ανθρώπινη
φύση δεν είναι κοινή σε όλους, πως η φύση δεν μπορεί να προστατεύσει
τους δικούς της. Η Live8 αποτελεί μέρος της θλιβερής διαπίστωσης πως,
παρά τις διακηρύξεις για ανθρωπισμό, δεν υπάρχει μία ανθρωπιά, το
«ανθρώπινο» σπάει σε διαφορετικά μέρη. Ένα μέρος είναι η ανθρωπότητα που
υποφέρει, το ανθρώπινο ως θύμα. Άλλο μέρος είναι η ανθρωπότητα που
σώζει, το ανθρώπινο ως διασώστης. Η καλοσύνη της ανθρωπότητας εξαρτάται
από τη δυστυχία της και χωρίς καλοσύνη η δυστυχία δεν θα αναγνωριζόταν.
Τα δύο μέρη εξαρτώνται το ένα απ’ το άλλο για να συνυπάρξουν, όπως οι
πλευρές ενός νομίσματος. Υπάρχει όμως ένας δεύτερος διαχωρισμός. Η
ανθρωπότητα υποφέρει επειδή κάποια μέρη της είναι κακά, εκφυλισμένα,
βάναυσα και επιβάλουν απερίγραπτες φρικαλεότητες στα υπόλοιπα. Δεν
μπορεί να υπάρξει λύτρωση χωρίς αμάρτημα, δώρο χωρίς στέρηση, Band Aid
χωρίς πείνα.
Αυτός ο δεύτερος διαχωρισμός
αναγνωρίζεται επισήμως στη σημαντική έννοια των «εγκλημάτων κατά της
ανθρωπότητας». Η δίκη της Νυρεμβέργης, που νομοθέτησε πρώτη αυτή τη
νομική καινοτομία, θεωρείται συμβολική στιγμή στη δημιουργία του
κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα
εμφανίστηκαν όταν η ανθρωπότητα αναγνώρισε πως ένα μέρος της διαπράττει
αξιοκαταφρόνητες φρικαλεότητες έναντι ενός άλλου, ενώ ένα τρίτο μέρος
είναι ο σωτήρας και λυτρωτής που χρησιμοποιεί το νόμο, τη λογική και
μερικές φορές τη βία για να τιμωρήσει τους δράστες και να θεραπεύσει τον
πόνο και το κακό. Η ανθρωπότητα υποφέρει από το κακό και το έγκλημα ή
από τις επιδράσεις του ανθρώπινου σφάλματος που μπορεί να αποφευχθεί ή
της κακής τύχης που δεν μπορεί να αποφευχθεί. Εάν η ανθρωπότητα υποφέρει
από το δικό της κακό και πρέπει να σωθεί, το κακό και οι συνέπειές του,
η ευπάθεια, η δυστυχία και ο πόνος, είναι το οικουμενικό χαρακτηριστικό
της.
Θύματα, θύματα, παντού
Τόσο οι θρησκευτικές όσο και οι
πολιτικές παραδόσεις αποδίδουν τη δυστυχία στο κακό. Στη χριστιανική,
και ειδικότερα στην προτεσταντική θεολογία, ο πόνος είναι ένα μόνιμο
υπαρξιακό χαρακτηριστικό, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του αρχέγονου
αμαρτήματος. Η δυστυχία είναι αποτέλεσμα της παράβασης, της έλλειψης ή
στέρησης του καλού. Ο Michael Ignatieff συμφωνεί. Οι στόχοι των
ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι «να βάζουν πρώτη την
απανθρωπιά, να δίνουν τέλος στην ‘άδικη δυστυχία και τη μεγάλη φυσική
σκληρότητα’». Το κακό έρχεται πρώτο, το καλό ορίζεται αρνητικά ως
στέρηση κακού, ως εξάλειψη, θεραπεία ή απουσία του κακού. Τα ανθρώπινα
δικαιώματα και ο ανθρωπισμός φέρνουν τα διάφορα μέρη της ανθρωπότητας
κοντά, προσπαθούν να συρράψουν μια κοινή ανθρώπινη ουσία μέσα από το
βαθιά τραυματισμένο σώμα.
Ο μετα-κομμουνιστικός
ανθρωπισμός, φοβισμένος από τις φρικαλεότητες της ιδεολογίας του 20ού
αιώνα, προτιμά μια ανθρωπότητα που υποφέρει και αντικαθιστά τα μεγάλα
αφηγήματα της ιστορίας με την ατυχία του είδους. Η ανθρωπότητα δεν
ενώνεται μέσα απ’ τα σχέδια των επαναστατών, αλλά μέσα από τον
οικουμενικό πόνο και οίκτο. Τα πολιτικά γεγονότα δεν χαίρουν
συγκεκριμένης ανάλυσης, δεν εξετάζονται για τις ιστορικές ρίζες τους,
κρίνονται από τις ποσότητες πόνου που προκαλούν. Είναι μια παρήγορη
θεώρηση. Καθοδηγούμαστε αποκλειστικά από ηθικά συναισθήματα. Ενωμένοι
στον οίκτο μας, αναζητούμε ανακουφιστικές παρεμβάσεις και νοιαζόμαστε
ελάχιστα για την κατάσταση πριν ή μετά την παρέμβαση, απ’ τη στιγμή που
μειώνει την ποσότητα του πόνου. Το αποτέλεσμα είναι η πολυπλοκότητα της
ιστορίας, το περιεκτικό πολιτικό πλαίσιο και η πολλαπλότητα των πιθανών
απαντήσεων σε κάθε νέα «ανθρωπιστική τραγωδία» να χάνονται.
Οι ιδεολογίες θυσίασαν άτομα για
το μέλλον της ανθρωπότητας, γιατί οι ανθρωπιστές δεν χρησιμεύουν παρά
ως αποκρυπτογράφοι για την ανθρωπότητα που υποφέρει. Γιατί το ειδικό
βάρος κάθε ατόμου και η μοναδικότητα κάθε κατάστασης αντικαθίστανται από
μια γκρίζα, μονολιθική ανθρωπότητα, το ακριβώς αντίθετο από την
απεριόριστη ποικιλία της ανθρώπινης εμπειρίας. Όπως λέει ο Alain
Finkielkraut, «η ανθρωπιστική γενιά δεν αγαπάει τους ανθρώπους-
αναστατώνουν υπερβολικά- χαίρεται όμως να τους φροντίζει. Οι ελεύθεροι
άνθρωποι την τρομάζουν. Έτοιμη να εκφράσει πλήρως την τρυφερότητά της
όταν είναι βέβαιη πως δεν θα φύγουν, προτιμά τους ανθρώπους με αναπηρία»
(In the Name of Humanity, 2000). Επιπλέον, καθώς η αξία του
οίκτου και της παρέμβασης που ακολουθεί ορίζονται σε ένα εικονικό
χρηματιστήριο πόνου, η «τιμή» των συμφορών σπρώχνεται ασταμάτητα προς τα
πάνω. Το Ολοκαύτωμα έχει γίνει το οικουμενικό κριτήριο σύγκρισης και το
μέτρο του κακού για κάθε νέα πραγματική ή φανταστική φρικαλεότητα, κάθε
Ρουάντα Βοσνία, Κόσοβο κρίνεται σε σχέση με αυτό. Όπως είπε ο Paul
Ricoeur, «τα θύματα του Άουσβιτς είναι στη μνήμη όλων μας οι κατεξοχήν
εκπρόσωποι όλων των θυμάτων της ιστορίας. Η θυματοποίηση είναι η άλλη
πλευρά της ιστορίας που κανένα λογικό τέχνασμα δεν μπορεί ποτέ να
δικαιολογήσει» (Time and Narrative, 1998). O οίκτος έχει
υποκαταστήσει την πολιτική, τη λογική της ηθικής, την πρόοδο της
δυστυχίας. Η οικουμενική ανταλλαγή δυστυχίας και ο καπιταλισμός της
αγοράς κατάφεραν τελικά να ενώσουν το ανθρώπινο είδος».
Η Αποικιοκρατική Λογική των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων
Παρά τις διαφορές περιεχομένου, η
αποικιοκρατία και το κίνημα των ανθρώπινων δικαιωμάτων σχηματίζουν μια
συνέχεια, είναι επεισόδια του ίδιου δράματος, που ξεκίνησε με τις
μεγάλες ανακαλύψεις του νέου κόσμου και συνεχίζεται τώρα στους δρόμους
του Ιράκ, φέρνοντας τον πολιτισμό στους βαρβάρους. Ο ισχυρισμός για
διάδοση της Λογικής και της Χριστιανοσύνης έδωσε στις δυτικές
αυτοκρατορίες την αίσθηση ανωτερότητάς τους και την κινητήρια δύναμή
τους σε οικουμενικό επίπεδο. Η παρόρμηση είναι πάντα εκεί. Οι ιδέες
επαναπροσδιορίστηκαν αλλά η πίστη στην οικουμενικότητα της κοσμοθεωρίας
μας παραμένει τόσο ισχυρή όσο αυτή των αποικιοκρατών. Υπάρχει μικρή
διαφορά ανάμεσα στην επιβολή της λογικής και της καλής διακυβέρνησης και
στον προσηλυτισμό για τη Χριστιανοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Αποτελούν και τα δυο μέρος του, επιθετικού και λυτρωτικού ταυτόχρονα,
πολιτισμικού πακέτου της Δύσης.
Η θρησκεία είναι εγγενώς λόγος
της αλήθειας. Πρέπει να διακηρύττει την ανωτερότητα των δογμάτων της. Η
οικουμενική ηθική ακολουθεί την ίδια οδό. Είναι αδύνατο να αξιώνεις την
οικουμενικότητα ενός ηθικού κώδικα ή αρχής και να δέχεσαι ότι άλλοι
μπορεί νομίμως να διαφωνούν με αυτόν. Εάν υπάρχουν πολλές απόψεις αλλά
μια σωστή απάντηση, εναπόκειται στο άτομο, το κράτος ή τη συμμαχία που
την έχει, να την περάσει και τελικά να την επιβάλει σε άλλους. Η ηθική,
όπως και η θρησκεία, τακτοποιεί τους ανθρώπους σε θέσεις ανωτερότητας
και υποβίβασης. Η «παγκοσμιοποίηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων ταιριάζει
σε ένα ιστορικό πρότυπο στο οποίο η υψηλή ηθική προέρχεται από τη Δύση
ως πολιτισμένος αντιπρόσωπος έναντι κατώτερων μορφών πολιτισμού στον
υπόλοιπο κόσμο».Ο δυτικός συνήθιζε να κουβαλάει το φορτίο του λευκού
άντρα, την υποχρέωση να διαδώσει τον πολιτισμό, τη λογική, τη θρησκεία
και το νόμο στο βάρβαρο μέρος του κόσμου. Εάν τα αποικιοκρατικά πρότυπα
ήταν ο ιεραπόστολος και ο αποικιοκράτης διοικητής, τα μετα-αποικιακά
πρότυπα είναι ο εκστρατεύων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο λειτουργός
της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Η ανθρωπότητα μετέθεσε την
αποικιοκρατική εξουσία. Ο μεταμοντέρνος φιλάνθρωπος δεν έχει ανάγκη να
πάει σε μακρινά μέρη για να χτίσει νοσοκομεία και αποστολές. Η
παγκοσμιοποίηση εξασφάλισε ότι μπορεί να το κάνει αυτό από το μπροστινό
του δωμάτιο, βλέποντας τηλεοπτικές εικόνες εγκατάλειψης και αγριότητας
και πληρώνοντας με την πιστωτική του κάρτα.
Παρά τις δομικές διαφορές μεταξύ
θύματος και εκστρατεύοντος, η θεώρηση της πολιτικής όπως προβάλλεται
στις εκστρατείες για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι κοινή και στους δυο. Ο
χορηγός όπως και το θύμα είναι παθητικός αποδέκτης μηνυμάτων και λύσεων
ως βοηθητικός αποδέκτης. Η συμβολή του περιορίζεται στην αποδοχή των
εναλλακτικών λύσεων που προσφέρονται από τις κυβερνήσεις και τα μέσα
ενημέρωσης. Εάν το θύμα είναι το ανόητο παιχνίδι εξουσιών που ξεπερνούν
τις δυνάμεις του, ο χορηγός αποδέχεται εξίσου πως αυτό το μέρος του
κόσμου βρίσκεται πέρα από κάθε λύτρωση και η φιλανθρωπία αποτελεί
προσωρινή ανακούφιση.
Σε αντίθεση με τον ιεραπόστολο, ο
ανθρωπιστής δεν χρειάζεται να πιστεύει σε κάποια συγκεκριμένη θρησκεία ή
ιδεολογία, εκτός από την παγκόσμια ιδεολογία ότι οι άνθρωποι υποφέρουν
και έχουμε χρέος να ανακουφίζουμε τις πληγές τους. Ο πόνος και η
δυστυχία έχουν υποκαταστήσει την ιδεολογία και τα ηθικά συναισθήματα
έχουν υποκαταστήσει την πολιτική, όπως ο Richard Rorty μας συμβούλευσε
να κάνουμε. Αυτό όμως το είδος ακτιβισμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων
μετατρέπεται σε αντι-πολιτική, άμυνα των «αθώων» έναντι της εξουσίας
χωρίς καμία κατανόηση της λειτουργίας της εξουσίας και χωρίς το
παραμικρό ενδιαφέρον για συλλογική δράση που θα μπορούσε να αλλάξει τα
αίτια της φτώχειας, της αρρώστιας ή του πολέμου.
Κάνοντας το Καλό
Τα στοιχήματα των ανθρωπιστικών
εκστρατειών είναι μεγάλα. Προϋποθέτοντας το θύμα και/ή σώζοντας τον
άλλον από ανθρωπισμό δημιουργούμε ανθρωπιά. Ο δράστης/θύμα αποτελεί
υπενθύμιση, στοιχειό από το αποκηρυγμένο παρελθόν μας. Είναι το
φαντασιακό αντίγραφο της Δύσης, κάποιος που φέρει τα δικά μας
χαρακτηριστικά και φοβάται, αν και με την αντίστροφη, φτωχότερη έννοια.
Απ’ τη στιγμή που το ηθικό σύμπαν περιστρέφεται γύρω από την αναγνώριση
του κακού, κάθε σχέδιο ένωσης των ανθρώπων στο όνομα του καλού
καταδικάζεται ως κακό. Ο καντιανός ηθικολόγος καταγγέλλει κάθε
ριζοσπαστικό πολιτικό σχέδιο, κάθε πράξη που στοχεύει στη δικαιοσύνη ή
τη ριζοσπαστική ισότητα. Η βούληση για καλό θα μετατραπεί σίγουρα σε
εφιάλτη και ολοκληρωτισμό. Γι’ αυτό, το αντίτιμο της πολιτικής των
ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι ο συντηρητισμός.
Η ηθικολογική αντίληψη καθιστά
αδύνατες και ταυτόχρονα εμποδίζει τις θετικές πολιτικές θεωρήσεις και
δυνατότητες. Η ηθική των ανθρώπινων δικαιωμάτων νομιμοποιεί αυτό που η
Δύση ήδη κατέχει. Το κακό είναι αυτό που ούτε κατέχουμε ούτε
απολαμβάνουμε. Αλλά όπως λέει ο Alain Badiou, ενώ το ανθρώπινο είναι εν
μέρει απάνθρωπο, είναι επίσης περισσότερο από ανθρώπινο. Υπάρχει μια
‘υπεράνθρωπη ή αθάνατη διάσταση στο ανθρώπινο’ (Badiou, A subject to Truth,
2003). Γινόμαστε ανθρώπινοι στο βαθμό που επιβεβαιώνουμε μια φύση που
ενώ είναι εντελώς θνητή δεν είναι έτοιμη να θυσιαστεί και δεν
συμμορφώνεται με τους κανόνες του παιχνιδιού. Η κατάσταση του θύματος,
από την άλλη πλευρά, ‘του ζώου που υποφέρει, του σκελετωμένου ατόμου που
πεθαίνει, συρρικνώνει τον άνθρωπο στη ζωώδη υποδομή του, στην καθαρή
και απλή θνητή ιδιότητά του…ούτε η θνησιμότητα ούτε η σκληρότητα μπορούν
να ορίσουν τη μοναδικότητα του ανθρώπινου στον κόσμο των ζωντανών.
Θα έπρεπε να αντιστρέψουμε την
ηθική μας προσέγγιση: δεν είναι η δυστυχία και το κακό που ορίζουν το
καλό ως την άμυνα που προβάλλει η ανθρωπότητα έναντι της κακής πλευράς
της. Είναι η θετική ικανότητά μας να κάνουμε το καλό, η αποδοχή της
δυνατότητάς μας να ενεργήσουμε και να αλλάξουμε τον κόσμο, που πρέπει να
καταγγείλουν το κακό ως ανοχή ή προώθηση του υπαρκτού και όχι
αντίστροφα. Με αυτή την έννοια, τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μας
προστατεύουν από την απανθρωπιά, αλλά θα μπορούσαν να κάνουν το
ανθρώπινο περισσότερο από ανθρώπινο. Ίσως πρέπει να παραμερίσουμε τα
δικαιώματα προς όφελος του δίκαιου.
του Κώστα Δουζίνα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
