Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Η απεικόνιση των βαρβάρων

«Αυτό που μας έμαθε η νεώτερη ιστορία είναι ότι ο πολιτισμός όχι μόνο δεν εμποδίζει τη βαρβαρότητα, αλλά μπορεί και να τη διασπείρει. Τα χειρότερα παραδείγματα είναι οι ολοκληρωτισμοί του 20ού αιώνα». Ροζέ-Πωλ Ντρουά

Αρχικά, η λέξη «βάρβαρος» δεν σήμαινε κατ΄ ανάγκη κάτι κακό ή υποτιμητικό. Βάρβαρος ήταν απλώς ο ξένος, πας μη Έλλην. Οι βάρβαροι- ξένοι μπορούσε να είναι άνθρωποι κακοί και μοχθηροί («ατάσθαλοι», κατά τον Ηρόδοτο), αλλά και άνθρωποι με υψηλό πνευματικό ή επιστημονικό επίπεδο, όπως για παράδειγμα οι Αιγύπτιοι στον Πλάτωνα. Στην ελληνική σκέψη, η βαρβαρότητα δεν ήταν πάντα συνδεδεμένη με απάνθρωπες πράξεις ή με την αναισθησία απέναντι στον πόνο του άλλου. Όταν ο Όμηρος αναφέρει για πρώτη φορά τη λέξη «βαρβαρόφωνοι» στην Ιλιάδα (Β 867), το κάνει για να περιγράψει την ακατανόητη γλώσσα που μιλούν οι Κάρες, σύμμαχοι των Τρώων. Η σημερινή εικόνα της βαρβαρότητας πρωτοεμφανίστηκε στη Ρώμη, στην αρχή της Αυτοκρατορίας, όταν ο Κικέρων και άλλοι διανοητές μίλησαν για την humanitas (τη φυσική αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων) σε αντίθεση με τη feritas (μια καταστροφική κτηνωδία που μπορεί να ξεπηδήσει τόσο από το εσωτερικό μιας κοινωνίας όσο και από κάθε μεμονωμένο άτομο).

Φιλόσοφος, ερευνητής και δημοσιογράφος, ο Ροζέ-Πωλ Ντρουά αφιέρωσε δέκα χρόνια στη μελέτη της απεικόνισης των βαρβάρων στη Δύση. Προϊόν αυτής της μελέτης είναι το βιβλίο «Γενεαλογία των βαρβάρων». Οι βάρβαροι της αρχαιότητας- λέει σε συνέντευξή του στο περιοδικό Λε Πουάν - προσδιορίζονταν από τον τόπο της γέννησής τους. Οι σύγχρονοι βάρβαροι προσδιορίζονται από τις πράξεις τους. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση έπαιξε η εμφάνιση του χριστιανισμού, όταν η σεμνότητα και η ταπεινότητα κυριάρχησαν επί της σκληρότητας και της βίας. Η αδυναμία έγινε μια νέα μορφή υπεροχής, ενώ η βία εξοστρακίστηκε και ταυτίστηκε με αυτό που αρνούμαστε. Δεδομένου ότι την ίδια εποχή οι Γότθοι, οι Βάνδαλοι και στη συνέχεια οι Ούννοι δεν συμπεριφέρονταν ακριβώς σαν άγγελοι, ο απάνθρωπος ταυτίστηκε εύκολα με τον βάρβαρο.

Η ανακάλυψη της Αμερικής συνέπεσε με την εμφάνιση της έννοιας του «καλού άγριου», του ανθρώπου που τοποθετείται έξω από τον οργανωμένο πολιτισμό αλλά δεν τον απειλεί. Πριν ακόμη από τον Ρουσώ, ο Μονταίν επέκρινε την έννοια της βαρβαρότητας, λέγοντας πως «ο καθένας χαρακτηρίζει βάρβαρο αυτό που δεν καταλαβαίνει». Αλλά η επέκταση αυτής της ερμηνείας ενέχει έναν σημαντικό κίνδυνο, επισημαίνει ο Ντρουά: να επικρατήσει ένας σχετικισμός όπου θα έχει διαλυθεί η ίδια η έννοια της βαρβαρότητας. Η παλιά εικόνα του βαρβάρου είχε το μειονέκτημα ότι αποτελούσε μια αποτυχημένη απεικόνιση του Άλλου, αλλά τουλάχιστον ο Άλλος υπήρχε! Αν αφαιρεθεί ο Άλλος, βρισκόμαστε εκτεθειμένοι στον κίνδυνο της απώλειας ταυτότητας, στην εμφάνιση μιας διάχυτης βίας, άρα μιας καινούργιας μορφής βαρβαρότητας. Με άλλα λόγια: ισότητα ναι, τελειότητα όχι!

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Κάτω οι βεβαιότητες!

Πωλ Ώστερ: «Το ερώτημα αν πιστεύω στον Θεό μού δημιουργούσε πάντα σύγχυση. Ιδιαίτερα όταν υπονοεί ότι ανήκω σε κάποια θρησκεία. Απ΄ ό,τι ξέρω, πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Κι ύστερα, τι είναι ο Θεός; Πώς μπορούμε να ορίσουμε τον Θεό; Ένα πράγμα είναι σίγουρο: δεν δημιουργήσαμε εμείς τον κόσμο. Κι έτσι βρισκόμαστε μπροστά σ΄ ένα μεγάλο μυστήριο: πώς γεννήθηκαν τα πράγματα; Ίσως αυτό να είναι το βασικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε. Ορισμένοι απαντούν με μια λέξη: ο Θεός. Αλλά εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να πιστέψω σε αυτήν την ιδέα. Από θεολογικής πλευράς, οι άνθρωποι που ανέκαθεν με συγκινούσαν ήταν εκείνοι που αμφέβαλλαν, όπως ο Πασκάλ και ο Κίρκεγκωρ. Αντίθετα, δεν σέβομαι εκείνους που θεωρούν ότι είναι ιδιοκτήτες της αλήθειας. Τεράστιες καταστροφές στην ιστορία της ανθρωπότητας έγιναν στο όνομα της αλήθειας».

Νέηθαν ΄Ηνγκλαντερ: «Αναρωτιέμαι κατά πόσον η θρησκεία διαθέτει έναν μηχανισμό αυτοδιόρθωσης χάρις στον οποίο καταφέρνει πάντα να τα βγάλει πέρα. Το αγαπημένο μου παράδειγμα, που μου προκαλεί ανησυχία και με φέρνει σε σύγκρουση με πολύ κόσμο, είναι η ιστορία του Γιγκάλ Αμίρ, του δολοφόνου του Ράμπιν. Λένε πως έδρασε έξω από το πλαίσιο της θρησκείας. Η αλήθεια όμως είναι πως ένας ραβίνος- ξέρω πώς μεγάλωσε, θα μπορούσα κι εγώ να είμαι στη θέση του- του είπε πως η δολοφονία του Ράμπιν ήταν μια θρησκευτική πράξη, πως έπρεπε να το κάνει για χάρη του Θεού. Η πράξη αυτή ήταν μέρος της εκπαίδευσής του, ο Αμίρ ήταν προγραμματισμένος να δολοφονήσει τον Ράμπιν».

Πωλ Ώστερ: «Θέλω να επιμείνω σε μια λέξη-κλειδί: ηθική. Πιστεύω πως μπορείς να έχεις έναν ηθικό κώδικα χωρίς να πιστεύεις στον Θεό. Θυμάμαι πάντα τη φράση του Ντοστογιέφσκι στους “Αδελφούς Καραμαζώφ”: “Αν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε όλα επιτρέπονται”. Αυτός είναι ο μεγάλος φόβος, ένας φόβος θεμιτός, κατανοητός, αλλά ένας φόβος που δεν με αφορά, γιατί εγώ πιστεύω πως το ανθρώπινο είδος μπορεί να δημιουργήσει μια δική του ηθική χωρίς κάποιον υπερβατικό νόμο: εμείς την εφηύραμε, εμείς θα υπακούσουμε σ΄ αυτή. Ο μεγάλος Ιταλός ποιητής Τζουζέπε Ουνγκαρέτι γράφει κάπου: θέλουμε βεβαιότητες. Για πολλούς από εμάς, όμως, αυτό δεν είναι απαραίτητο. Εγώ αναζητώ την αλήθεια και δεν φοβάμαι την αλήθεια. Δεν έχω ανάγκη από ένα δόγμα που θα μου πει πώς να σκέφτομαι, πώς να συμπεριφέρομαι».

Νέηθαν ΄Ηνγκλαντερ: «Υπάρχουν πάντως και πράγματα που μ΄ αρέσουν στη θρησκεία: η ιδέα του ιερού χρόνου, του ιερού χώρου. Και το γράψιμο κάπως έτσι λειτουργεί...». 


από συζήτηση των δύο συγγραφέων στη Νέα Υόρκη 

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Η επιλογή της σιωπής

Ο Μαρσέλ Μαρσώ ήταν ένας αισιόδοξος άνθρωπος. «Το μαχητικό πνεύμα του ανθρώπου είναι ατελεύτητο», έλεγε. «Ο θάνατος είναι παράλογος, αλλά η ανθρωπιά δεν μπορεί παρά να είναι αιώνια».

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ. «Γεννήθηκα στο Στρασβούργο, αλλά πρωτοείδα μια ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν στη Λίλλη, όπου είχαμε μετακομίσει για ένα διάστημα. Ούτε γέλασα ούτε έκλαψα. Πρέπει να ήταν ο Χρυσοθήρας. Ύστερα γυρίσαμε στο Στρασβούργο. Ο πατέρας μου εξέτρεφε περιστέρια στις σκεπές, και οι νύχτες μου ήταν γεμάτες με κελαηδίσματα. Ήταν κρεοπώλης, είχαμε απλή και λαϊκή καταγωγή, αλλά υπήρχε μια ισχυρή θέληση για εκπαίδευση. Με πήγαινε στο μποξ και την όπερα, είχε ωραία φωνή, στο σόι του είχε αρκετούς μουσικούς. Το σόι της μητέρας μου, πάλι, είχε περισσότερους φιλοσόφους».

Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ. «Το 1942-43, ο πόλεμος έγινε πραγματικά τραγικός. Μπήκα νωρίς στην Αντίσταση, είκοσι ετών. Ο πατέρας μου εκτοπίστηκε τον Φεβρουάριο του 1944.
Ένας ξάδελφός μου με έκρυψε σ΄ ένα οικοτροφείο στη Σεβρ. Ήμασταν ενενήντα παιδιά, χριστιανοί και εβραίοι, και στο σπίτι υπήρχε μια επιγραφή που έλεγε “Κοινωνική υπηρεσία του στρατάρχη Πεταίν”. Επρόκειτο για σοσιαλιστές που έσωζαν παιδιά και κρύβονταν πίσω από αυτή την ταυτότητα. Στο σπίτι εκείνο δίδαξα δραματική τέχνη. Αργότερα συνάντησα τον μίμο Ντεκρού. Με ρώτησε πώς με λένε. Του είπα “Μαρσώ”. Του εξήγησα ότι είχα πάρει το όνομά μου από ένα στίχο του Ουγκώ, κι ότι ήθελα να διώξω τους Γερμανούς από τη Γαλλία. Του έπαιξα την παντομίμα του δολοφόνου, που την είχα εμπνευστεί από το Έγκλημα και Τιμωρία. Μου είπε τότε ότι είμαι γεννημένος μίμος».

ΤΟ ΚΟΙΝΟ. «Μετά την Άνοιξη της Πράγας, έπαιξα στην πόλη αυτή το Κλουβί, μια ιδέα του Αλεχάντρο Χοντορόφσκι. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που είναι κλεισμένος σ΄ ένα κλουβί, κι όταν δραπετεύει βρίσκεται σ΄ ένα μεγαλύτερο κλουβί. Το κοινό ήταν ενθουσιασμένο. Όταν πήγα στην Αργεντινή, μετά τη δικτατορία, έπαιξα το “Ο Μπιπ θυμάται”. Κάθε βράδυ, οι θεατές σηκώνονταν όρθιοι και τραγουδούσαν».

Ο ΣΑΡΛΩ. «Συνάντησα τον Τσάρλι Τσάπλιν μία και μοναδική φορά το 1967 στο Ορλύ, ενώ περίμενα το αεροπλάνο για τη Ρώμη. Με κοίταξε. Τον πλησίασα, και του είπα: “Είστε ένας θεός για μένα”. Του έσφιξα το χέρι. Είχε δάκρυα στα μάτια. Κανείς δεν αναγνώριζε πια τον Τσάπλιν το 1967. Ο Ροζέ Βαντίμ, που ήταν παρών, μου είπε ότι την ίδια αντίδραση είχε στα 77 του ο Μιχαήλ Άγγελος, όταν κάποιος ονόματι Ραφαήλ έσκυψε και φίλησε το παπούτσι του. Είναι ένας φόρος τιμής, είναι και η αναγγελία του θανάτου».

Η ΣΙΩΠΗ. «Οι άνθρωποι που επέστρεφαν από τα στρατόπεδα δεν μπορούσαν να μιλήσουν γι΄ αυτά, δεν ήξεραν πώς να διηγηθούν αυτά που είχαν ζήσει. Ονομάζομαι Μανζέλ, έχω εβραϊκές ρίζες. Ίσως αυτό, υποσυνείδητα, να μέτρησε στην επιλογή της σιωπής».

(Απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Μαρσέλ Μαρσώ στη Μοντ την 1η Δεκεμβρίου του 1997.)

Το τραμπολίνο της Ιστορίας

«Ο Μεσαίωνας ήταν φεμινιστικός. Μια γυναίκα, η Παρθένος Μαρία, θεωρούνταν για παράδειγμα το τέταρτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Κάτι σαν τους τρεις σωματοφύλακες που ήταν τέσσερις».

Ο Ζακ Λε Γκοφ έχει γράψει πολλά βιβλία, τα περισσότερα για τον Μεσαίωνα: «Ο Πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης», «Οι διανοούμενοι στον Μεσαίωνα» κ.λπ. Όσο περνούσαν τα χρόνια, όμως, τόσο συνειδητοποιούσε πως το θέμα αυτό πρέπει να το αναλύσει και στα παιδιά, κυρίως στα παιδιά, γιατί η Ιστορία που μαθαίνουν στο σχολείο είναι κατά βάση η σύγχρονη Ιστορία, που δεν είναι ακριβώς Ιστορία, αφού πολλές από τις πηγές που χρειάζεται ο ιστορικός για να κάνει τη δουλειά του δεν είναι διαθέσιμες. Τα παιδιά πρέπει να καταλάβουν από πού προέρχονται, πρέπει να μάθουν ότι η ανθρωπότητα προοδεύει εδώ και αιώνες, κι όταν λέμε πρόοδο δεν εννοούμε κατ' ανάγκην βελτίωση, αλλά αλλαγή. Στα 82 του χρόνια, ο Γάλλος ιστορικός αποφάσισε έτσι να αφιερώσει ένα βιβλίο του σ' αυτά. Στόχος του βιβλίου «Εξηγώντας τον Μεσαίωνα στα παιδιά», που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Seuil, είναι να εξηγήσει μια περίοδο που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του σημερινού κόσμου. Μια περίοδο παρεξηγημένη, που χαρακτηρίστηκε από δημιουργικό πνεύμα σε όλα τα επίπεδα και προώθησε έναν ανθρωπισμό της ίδιας ποιότητας μ' εκείνον της Αναγέννησης.

Ο Γάλλος ιστορικός πιστεύει ότι ο ρόλος της Ιστορίας είναι να βοηθά τους άνδρες και τις γυναίκες να ζουν καλύτερα. Η Ιστορία δεν πρέπει να είναι βαρίδι, αλλά τραμπολίνο, λέει σε συνέντευξή του στην Κοριέρε ντέλα Σέρα. Κι επειδή υπάρχουν πολλά πράγματα που έγιναν στο παρελθόν και βαραίνουν στο παρόν, ο Χριστιανισμός μάς διδάσκει κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο: τη συγγνώμη. Κακώς το γαλλικό κοινοβούλιο αποφάσισε να ποινικοποιήσει την άρνηση της γενοκτονίας των Αρμενίων. Όμως οι Τούρκοι πρέπει να αναγνωρίσουν ότι οι πρόγονοί τους διέπραξαν εκείνη τη γενοκτονία και να ζητήσουν συγγνώμη γι' αυτό. Με τη συγγνώμη δεν ακυρώνεις το παρελθόν: το αναγνωρίζεις.

Ιδιαίτερα μεγάλο, αφόρητο σχεδόν, είναι επίσης στον σημερινό κόσμο το βάρος των θρησκειών. Ο Λε Γκοφ θα ήθελε να καταλάβουν τα παιδιά ότι, για καλή τους τύχη, στην Ευρώπη έχει γίνει με σαφήνεια η διάκριση ανάμεσα σ' αυτό που αφορά τον Θεό και σ' αυτό που αφορά τον Καίσαρα. Ο ίδιος είναι αγνωστικιστής, σέβεται τους πιστούς και τις θρησκείες στον βαθμό που σέβονται κι εκείνες τους άλλους. Αυτό που έχει σημασία είναι οι θρησκείες να μην αποτελούν βάρος για όσους δεν θέλουν να τις ακολουθήσουν. Θα έρθει μια μέρα που ο Θεός θα μετατραπεί σε κάτι που δεν θα επιβάλλεται σε κανέναν και ο φανατισμός θα εξαφανιστεί από τον ισλαμικό κόσμο όπου είναι ιδιαίτερα ισχυρός, αλλά ο δρόμος είναι μακρύς και τα εμπόδια μεγάλα, ο ιστορικός φοβάται πως αυτή τη λαμπρή μέρα δεν θα προλάβει να τη δει.

Οι τέσσερις αριστερές

Τέσσερις τύπους Αριστεράς ξεχωρίζει ο Γερμανός φιλόσοφος Ούλριχ Μπεκ. Η πρώτη είναι η προστατευτική Αριστερά, με την οποία συγκλίνουν όλο και περισσότερο οι κομμουνιστές και οι οικολόγοι. Οι οπαδοί της Αριστεράς αυτής πιστεύουν ότι το προστατευτικό κοινωνικό κράτος έχει απάντηση για όλα και αρνούνται να καταλάβουν ότι η κρίση των κοινωνικών συστημάτων δεν είναι συγκυριακή. Σε μια εποχή όπου ο πληθυσμός γερνά και η ζήτηση των μισθωτών θέσεων εργασίας αυξάνεται αντιστρόφως ανάλογα με τον αριθμό τους, το να θεωρείς ιερό τον αριθμό και το ύψος των κοινωνικών επιδοτήσεων θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη την κοινωνία.

Η δεύτερη Αριστερά, που αυτοπροσδιορίζεται σε αντίθεση με την πρώτη, είναι η νεοφιλελεύθερη. Χαρακτηριστικός της εκπρόσωπος, οι Νέοι Εργατικοί του Τόνυ Μπλαιρ. Αν και η Αριστερά αυτή αναζητεί μια νέα σχέση ανάμεσα στο εθνικό κράτος και την παγκοσμιοποιημένη αγορά, παραμένει προσκολλημένη σε μια εθνική προσέγγιση της πολιτικής. Και είναι παγιδευμένη στο εξής δίλημμα: υψηλή ανεργία για τον περιορισμό της φτώχειας (όπως στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες) ή τεράστιες ανισότητες για να διατηρείται χαμηλά η ανεργία (όπως στις ΗΠΑ);

Ο τρίτος τύπος Αριστεράς δεν έχει μεγάλες διαφορές από την αντίστοιχη Δεξιά: πρόκειται για την Αριστερά-φρούριο, που δείχνει τα δόντια της στους μετανάστες και επιδιώκει την οικοδόμηση μιας Ευρώπης με ανάλογες αρχές. Η μόνη Αριστερά που αξίζει, γράφει ο Μπεκ, είναι η τέταρτη, η κοσμοπολίτικη. Οι βασικές της αρχές είναι ο καλύτερος διεθνής συντονισμός των πολιτικών στρατηγικών, ο αποτελεσματικότερος έλεγχος των τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, η μείωση του φορολογικού ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών και η στενότερη συνεργασία στους κόλπους των διεθνών οργανισμών. Ο κοσμοπολιτισμός δεν είναι μονάχα ένας ιδεαλισμός, αλλά και μια στρατηγική για την κατάκτηση της εξουσίας. Γιατί, όσο στενότερες αντιλήψεις διακρίνουν την πολιτική, τόσο αισθάνεται περισσότερο αιχμάλωτη της ανάγκης της να προσαρμόζεται στους λεγόμενους «νόμους της αγοράς». Και τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την εξουσία.

Οι Φεστ δεν ήταν απλοί άνθρωποι

Ένα πολύ σημαντικό βιβλίο κυκλοφόρησε πριν μερικά χρόνια στη Γερμανία. Πρόκειται για μια βιογραφία με τίτλο «Όχι Εγώ», που δεν έχει συζητηθεί όσο εκείνη του Γκύντερ Γκρας. Ίσως επειδή ο συγγραφέας της δεν ήταν ένας κοσμογυρισμένος αριστερός, αλλά ένας μοναχικός συντηρητικός.

Πριν από εβδομήντα και πλέον χρόνια χρόνια, όταν ο Γιόακιμ Φεστ ήταν μικρός, ο πατέρας του γύριζε συχνά τα βράδια στο σπίτι με ματωμένους επιδέσμους στο κεφάλι. Τσακωνόταν στον δρόμο με τους ναζί και τον πλάκωναν στο ξύλο. Ένα βράδυ, ο Γιόακιμ και τα αδέλφια του άκουσαν τους γονείς τους να τσακώνονται. Η μητέρα τους παρακαλούσε τον πατέρα τους να δεχθεί επιτέλους να γραφτεί στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, ώστε να τον αφήσουν να επιστρέψει στο σχολείο απ'όπου είχε απολυθεί το 1933 επειδή είχε επικρίνει το ναζιστικό καθεστώς. Τα ψέματα ­ αναρωτήθηκε η μητέρα τους ­ δεν αποτελούν το μόνο όπλο που έχουν οι απλοί άνθρωποι όταν πρέπει να πολεμήσουν τους ισχυρούς; «Σε αυτά τα ζητήματα», απάντησε εκείνος, «εμείς δεν είμαστε απλοί άνθρωποι».

Αυτό θυμόταν ο Γιόακιμ Φεστ από την παιδική του ηλικία: τον πατέρα του να εμποδίζει τον ίδιο και τα αδέλφια του να γίνουν ναζί. Αν ο Γκύντερ Γκρας εντάχθηκε στα SS για να φύγει από τους γονείς του, ο Φεστ αντιστάθηκε στα SS για τον ακριβώς αντίθετο λόγο. Κι αν ο πρώτος σώπασε για τόσες δεκαετίες από ντροπή, ο δεύτερος σώπασε από σεβασμό. Αντίθετα με τον λογοτέχνη, που ηδονιζόταν να κάνει κηρύγματα ενώπιον ακροατηρίου, ο ιστορικός ήταν ένας μοναχικός άνθρωπος. Τη δεκαετία του '60 διηύθυνε τον ραδιοφωνικό σταθμό NDR. Τα επόμενα είκοσι χρόνια εξέδιδε την εφημερίδα Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ. Ήλθε επανειλημμένα σε αντιπαράθεση με την Ούλρικε Μάινχοφ, τη δημοσιογράφο που στράφηκε αργότερα στο αντάρτικο πόλεων. Παρακολούθησε την πορεία της Χάνα Άρεντ, του Σεμπάστιαν Χάφνερ και άλλων Γερμανών συγγραφέων, περιγράφοντας τη σχέση του μαζί τους στο βιβλίο του «Συναντήσεις». Συνεργάστηκε με τον ναζί αρχιτέκτονα Άλμπερτ Σπέερ, πιστεύοντας (εσφαλμένα) ότι ήταν λιγότερο ένοχος απ' όσο έλεγαν. Έγινε διάσημος με τη βιογραφία του Χίτλερ, που εκδόθηκε το 1973. Αλλά το βιβλίο που ήθελε πάντα να γράψει ήταν η αυτοβιογραφία του ­ που αποδείχθηκε πως ήταν και η διαθήκη του. Ο Φεστ πέθανε ένα βράδυ στο σπίτι του στο Κρόνμπεργκ, έξω από τη Φρανκφούρτη. Ήταν 79 ετών.

Μια από τις θύελλες που προκάλεσε στη ζωή του ήταν το 1986, όταν δημοσίευσε στην εφημερίδα του άρθρο του αναθεωρητή ιστορικού Ερνστ Νόλτε, που προκάλεσε την περίφημη «διαμάχη των ιστορικών» για τον ναζισμό. Διαφωνούσε πλήρως με το περιεχόμενό του. Όπως είχε δηλώσει όμως τότε, «σε μια χώρα που θέλει να είναι ή να γίνει μια ομαλή φιλελεύθερη κοινωνία, οι απόψεις των μελετητών δεν λογοκρίνονται». Γιατί άραγε το αυτονόητο να πρέπει να το πει ένας συντηρητικός;

Η οργή του Γκύντερ Γκρας

Το κείμενο το είχαν ήδη υπογράψει πολλές προσωπικότητες, όπως ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Ραφαέλ Αλμπέρτι και ο Χάινριχ Μπελ. Αλλά το όνομα του Γκρας ήταν βαρύ, χρειαζόταν κι αυτό.

Τον Μάρτιο του 1975, ο Χιλιανός αντιστασιακός συγγραφέας Άριελ Ντόρφμαν επισκέφθηκε τον Γκύντερ Γκρας στο σπίτι του, κοντά στο Αμβούργο. Η δικτατορία του Πινοσέτ μέτραγε ήδη δύο χρόνια ζωής και ο Ντόρφμαν, που ζούσε εξόριστος στο Παρίσι, συγκέντρωνε υπογραφές υπέρ των διωκόμενων Χιλιανών διανοουμένων. Αφού λοιπόν άφησε τον οικοδεσπότη, γνωστό για τις μαγειρικές του ικανότητες, να ετοιμάσει μια παραδοσιακή γερμανική ψαρόσουπα, άρχισε να εξηγεί τον λόγο του ταξιδιού του.

Όταν τελείωσε, επικράτησε αμήχανη σιωπή. Ο Γκρας χαμήλωσε τη φωτιά και βάλθηκε να κοιτάζει κάτι σκίτσα που έφτιαχνε εκείνη την εποχή. Ξαφνικά σήκωσε το βλέμμα του και, εμφανώς οργισμένος, ρώτησε τον συνομιλητή του: «Γιατί δεν θέλουν οι σοσιαλιστές σύντροφοι της Χιλής να παραστούν στις εκδηλώσεις υπέρ των Τσέχων πατριωτών που θα πραγματοποιηθούν το καλοκαίρι στη Γαλλία;». Ο Ντόρφμαν τού εξήγησε πως όση συμπάθεια κι αν έτρεφαν πολλοί Χιλιανοί δημοκράτες για την Άνοιξη της Πράγας και τον αγώνα των Τσέχων διαφωνούντων, ήταν πολιτικά αδύνατον να εκφράσουν δημοσίως την αλληλεγγύη τους. Μια τέτοια πράξη θα προκαλούσε τη διάλυση του κοινού μετώπου με τους κομμουνιστές που είχε συγκροτηθεί εκείνη την εποχή στη Χιλή κατά της δικτατορίας.

Οι εξηγήσεις αυτές δεν έπεισαν τον Γκρας, για τον οποίο η σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία ήταν εξίσου καταδικαστέα με την αμερικανική παρέμβαση στη Χιλή. Και όταν ο Ντόρφμαν επέμεινε ότι για να πέσει ο Πινοσέτ ήταν απαραίτητη η στήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και των συμμάχων της, ο συγγραφέας του Ταμπούρλου έπαψε να ασχολείται μαζί του και στράφηκε στη γοητευτική σύζυγό του, την Ανχέλικα. Του απηύθυνε ξανά τον λόγο μόνο όταν τον ξεπροβόδισε: «Όταν κάτι είναι ηθικά ορθό», του είπε, «πρέπει να το υπερασπιζόμαστε ανεξάρτητα από το πολιτικό ή προσωπικό κόστος».

Μετά τις αποκαλύψεις για το παρελθόν του Γκρας στα SS, γράφει ο Ντόρφμαν στην Ελ Παΐς, θα ήταν εύκολο να χλευάσει κανείς την προ τριακονταετίας οργή του. Ακόμη κι αν είχε δίκιο - και είχε δίκιο - με ποιο δικαίωμα έδινε μαθήματα ηθικής ακεραιότητας ένας άνθρωπος που έκρυβε το ναζιστικό του παρελθόν; Κι όμως, ίσως εκείνη ακριβώς η αντίφαση να εξηγεί και να δικαιώνει τη βίαιη αντίδρασή του. Ίσως ακριβώς εκείνος ο νεαρός ναζιστής, εκείνο ακριβώς το ένοχο alter ego της εφηβείας του, να ζητούσε από την ενήλικη ενσάρκωσή του να μην επιτρέψει ξανά μια θέση που να μην είναι διάφανη, ηθικά άμεμπτη και αποφασιστική. Οι άνθρωποι είναι σύνθετα και αντιφατικά όντα. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.