Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Αγωνία

Η έννοια αγωνία κατέχει κεντρική θέση στη σύγχρονη φιλοσοφία. Στην υπαρξιστική φιλοσοφία χρησιμοποιείται η χωρίς αιτία αγωνία για να χαρακτηριστεί η ηθική και μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου. Πρώτος και κύριος εισηγητής του όρου α. στη φιλοσοφία είναι ο Δανός φιλόσοφος Σέρεν Κίρκεγκορ, συγγραφέας του έργου Επί της ιδέας της α. (1844), που πρέσβευε ότι η αγωνία γεννήθηκε από τον ίλιγγο της ελευθερίας που συνεπάγεται η γνώση του καλού και του κακού. Ο Κίρκεγκαρντ θέτει τον όρο της δυνατότητας ως τυπικό στοιχείο της ύπαρξης, και η αγωνία είναι το αίσθημα του ανθρώπου μπροστά στην ύπαρξη ως δυνατότητα.

Κατά τον Γερμανό φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, η αγωνία επαναφέρει την ύπαρξη από την κατάπτωση στο είναι. Το είναι παρουσιάζεται στο ανθρώπινο πεπερασμένο ως ένα αγωνιώδες μηδέν που καταβροχθίζει και εκμηδενίζει όλους τους θεσμούς και τις πραγματικότητες του κοινωνικού και φυσικού κόσμου. Για τον Χάιντεγκερ, αγωνία είναι το αίσθημα που έχει ο άνθρωπος για το αδύνατο, καθώς προέρχεται από το μηδέν, και συνειδητοποιεί το είναι του προς θάνατο.


Κατά τον Ζαν Πολ Σαρτρ, ο άνθρωπος μαθαίνει με την αγωνία ότι δεν τον προσδιορίζουν ούτε εξωτερικά ούτε εσωτερικά αίτια, αλλά ότι o ίδιος προσδιορίζει ελεύθερα τον εαυτό του. Για τον Γερμανό φιλόσοφο Καρλ Γιάσπερς, το συναίσθημα της αγωνία γεννιέται στο τέλος της αποτυχημένης μας αναζήτησης του είναι. Η αποτυχία όμως αυτή δεν είναι μόνο η βασική εμπειρία της ύπαρξης, αλλά και η προϋπόθεση προς την υπέρβαση.

Η αγωνία συγκαταλέγεται στα λεγόμενα αρνητικά συναισθήματα, δηλαδή στα πιο δυσάρεστα και οδυνηρά. Υποκειμενικά την αισθάνεται κανείς ως εσωτερική ψυχική ένταση, ανησυχία, αδημονία, στενοχώρια, απόγνωση. Η αγωνία εμφανίζεται όταν η ύπαρξη του ανθρώπου, μπαίνει με κάποιο τρόπο σε κίνδυνο. Η διαφορά της από τον φόβο είναι ότι o φόβος αναφέρεται σε μια σαφή και συγκεκριμένη αιτία, ενώ το άτομο που αγωνιά δεν έχει πάντοτε επίγνωση της αιτίας.

Συνήθως μιλάμε για αγωνία όταν εμφανίζεται αυτή σε υγιή άτομα, ενώ όταν παρουσιάζεται σε παθολογικές καταστάσεις, ψυχικές ή σωματικές, τότε μιλάμε για άγχος. Η αγωνία συνοδεύεται από διάφορες σωματικές διαταραχές, όπως δυνατό σφίξιμο στην καρδιά, ξηρότητα του στόματος, δύσπνοια, εφίδρωση, αύξηση της αρτηριακής πίεσης, τρόμος των άκρων κ.ά.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Υπαρξισμός

Σύγχρονο φιλοσοφικό ρεύμα, που παίρνει το όνομά του από την αντίληψη ότι η φιλοσοφία δεν είναι αντικειμενική ή θεωρητική επιστήμη, αδιάφορη για την ύπαρξη του ανθρώπου που τη δημιουργεί, αλλά αντίθετα συνδέεται αδιάσπαστα με την πραγματική και συγκεκριμένη ύπαρξη του ανθρώπου: του ανθρώπου που νοείται στην ανεπανάληπτη πρωτοτυπία του ως ατόμου που προορίζεται να πεθάνει και όχι ως είδους ή καθολικής ουσίας. Η «ύπαρξη», με την έννοια αυτή, δεν είναι κάτι που μπορεί να εξεταστεί γενικά και θεωρητικά.

Οι έννοιες ή οι αξίες, στις οποίες η κατά παράδοση φιλοσοφία πίστεψε πως θα μπορούσε να πλαισιώσει και να αναγάγει το νόημα της ανθρώπινης ζωής, έχουν όρο αναφοράς τους, κατά τον υ., ένα απρόσωπο και αφηρημένο ανθρώπινο υποκείμενο, το «μέσο» άνθρωπο ή το μέσο όρο των ανθρώπων και όχι τον πραγματικό άνθρωπο. Αλλά η αυθεντική «ύπαρξη» είναι, αντίθετα, πάντα «προσωπική» ύπαρξη, εξαίρεση που ξεφεύγει από κάθε κανόνα και ταξινόμηση. Είναι, με λίγα λόγια, απόλυτη ελευθερία. Επειδή δεν στηρίζεται a priori σε καμιά καθολική αξία, η «ύπαρξη» είναι ελευθερία τόσο με την έννοια ότι είναι «δυνατότητα» να δημιουργεί και να κατακτά για τον εαυτό της μια σημασία, όσο και με την έννοια ότι είναι όρος ριζικής αβεβαιότητας και προβληματικής.


Ο άνθρωπος είναι μια «δυνατότητα» που «μπορεί» σε κάθε στιγμή, να μην είναι και να καταστραφεί. Για να πραγματοποιηθεί, οφείλει να αντιληφθεί την «ευθύνη» ότι η έννοια της ζωής του βρίσκεται απόλυτα στα χέρια του: ότι η έννοια αυτή είναι το να «εκλέξει» και να δημιουργήσει από το μηδέν. Αλλά η απεριόριστη αυτή ελευθερία θέτει, ταυτόχρονα, τον άνθρωπο μπροστά στην εμπειρία που δεν προσφέρει καμιά εγγύηση και που είναι καταδικασμένη στο ναυάγιο και στον θάνατο. Από το δράμα αυτό της «ύπαρξης», που δεν έχει κάθαρση και λύτρωση, δεν μπορούμε ωστόσο να ξεφύγουμε χωρίς να αρνηθούμε τον εαυτό μας. Ο άνθρωπος που, μέσα στην προσπάθεια να ξεφύγει από το άγχος και την εμπειρία του Μηδενός, αναζητά καταφύγιο στον «ασφαλή» και φαινομενικά «εξασφαλισμένο» κόσμο του συμβιβασμού και της καθημερινότητας, χάνει στην πραγματικότητα τον εαυτό του και την προσωπικότητα του, γιατί γίνεται ο ανώνυμος άνθρωπος ή ο άνθρωπος της «μάζας», που παραιτήθηκε από την ελευθερία του για χάρη των συμβάσεων και των αξιών της χυδαίας «καθημερινότητας».

Η «αυθεντική» ύπαρξη είναι καταδικασμένη στην αποτυχία και στη συντριβή, αλλά, σε αντάλλαγμα, είναι «ηρωική» ύπαρξη, προσωπική, μόνη, που ζει με την ευθύνη και τον κίνδυνο. Η «μη αυθεντική» προσωπικότητα του κοινού ανθρώπου είναι, αντίθετα, μια ύπαρξη απρόσωπη και αυτοματική, όπου ο άνθρωπος δεν είναι πια ελεύθερο άτομο, αλλά μόνο μέλος του είδους. Η εμπειρία της ελευθερίας και του άγχους είναι μια εμπειρία τρομερή, αλλά και ζήτημα τιμής. Η καθημερινή ύπαρξη, αντίθετα, είναι μια ύπαρξη εξωπραγματική, πλασματική, μια «βιωμένη ύπαρξη», αντί να είναι ένα «ζην», όπου προσπαθεί κανείς να ξεφύγει από το κενό του άγχους με το σεβασμό και την αφοσίωση στις αξίες της πρακτικής και της κατεστημένης κοσμικότητας. Τα θέματα αυτά, που είναι κοινά σε όλες τις ποικίλες μορφές και ρεύματα του σύγχρονου υ., ανάγονται κυρίως στον Πασκάλ, στον Κίρκεγκαρντ και στον Νίτσε, από τους νεότερους φιλόσοφους.

Σε αυτούς όμως και ιδιαίτερα στον Κίρκεγκαρντ, ο υ. παρουσιάστηκε στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας με τη μορφή μιας «κιρκεγκαρντικής αναγέννησης», με την ανακάλυψη δηλαδή και πάλι του μοναχικού αυτού Δανού φιλόσοφου, που είχε μείνει σχεδόν άγνωστος ή ξεχασμένος όλο το δεύτερο μισό του 19ου αι., όταν ανθούσαν τα μεγάλα ιδεαλιστικά και θετικιστικά κινήματα. Η περίοδος όμως κατά την οποία ο υ. βγήκε από τους φιλοσοφικούς και λογοτεχνικούς κύκλους, για να γίνει ένα πνευματικό φαινόμενο με ευρύτερη σημασία, με επίδραση ακόμα και πάνω στα ήθη, ήταν η περίοδος μετά τον A΄ Παγκόσμιο πόλεμο, κυρίως στη Γερμανία. Εκεί, η στρατιωτική συντριβή, η κατάρρευση όλων των καθιερωμένων αξιών, ο τρομερός πληθωρισμός που ήταν συνέπεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929, η γενική παράλυση της ζωής, φαίνονταν να βρίσκουναπήχηση και αντανάκλαση μόνο στον υ.

Την ίδια όμως αυτή περίοδο της μεγαλύτερης διάδοσης και ανάπτυξης του υ. εκδηλώνεται και η διάσπαση του σε δύο βασικά ρεύματα: το θρησκευτικό και χριστιανικό (Μπερντιάγεφ, Σεστώφ, Μαρσέλ κλπ.) που, μολονότι τόνιζε τη χαώδη απόσταση μεταξύ θεού και ανθρώπου, επαναλάμβανε τα θέματα της παραδοσιακής πνευματοκρατίας, με τα συναφή μοτίβα της απολύτρωσης και της σωτηρίας και το αθεϊστικό ρεύμα, βαθύτατα διαποτισμένο από τα θέματα του Μηδενός και της τελικής ήττας του θανάτου, που βρήκε την ανώτερη φιλοσοφική έκφρασή του στο Eίvαι και Χρόνος του Χάιντεγκερ, που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1926.

Μετά το B΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ο υ., που στο μεταξύ είχε παρουσιάσει καθαρά τη φιλοσοφική φυσιογνωμία του κυρίως με τον Χάιντεγκερ και τον Γιάσπερς στη Γερμανία και με το Το Είναι και το Μηδέν του Σαρτρ στη Γαλλία, έγινε φαινόμενο κυρίως λογοτεχνικό και των ηθών, που παρουσίασε τα πιο ενδιαφέροντα κείμενά του σε μυθιστορήματα και σε θεατρικά έργα (Σαρτρ, Καμύ, Ανούιγ) και λιγότερο σε καθαρά φιλοσοφικές πραγματείες. Η λογοτεχνική αυτή κατάληξη είναι σύμφυτη με τον υ., εξαιτίας ακριβώς του αντισυστηματικού χαρακτήρα του, που απεχθάνεται την αφαίρεση και τη γενίκευση και είναι εχθρός της απρόσωπης αντικειμενικότητας και του επιστημονικού λόγου.

Έτσι, από την αρχή, κατέταξε μεταξύ των μεγαλύτερων ερμηνευτών και εμπνευστών του, εκτός από φιλόσοφους όπως ο Πασκάλ και ο Νίτσε, και μη φιλόσοφους συγγραφείς, όπως ο Ντοστογέφσκι και ο Κάφκα, των οποίων το έργο εκφράζει, στη συγκεκριμένη μορφή της αφήγησης, την ανησυχία και την προβληματική της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής των Αδελφών Καραμαζώφ, που θέλει να δώσει στους ανθρώπους την ευτυχία, κάνοντάς τους όμως σκλάβους, υποκύπτει στη σιωπή του Χριστού που συμβολίζει, με το νικητήριο φως του βλέμματός του, την έμφυτη ελευθερία του ανθρώπου, πηγή κάθε δυνατού καλού και κακού. Κατά τον ίδιο τρόπο, η αυτοκατάφαση με την ανθρωποκτονία, στο Έγκλημα και τιμωρία, καταλήγει, ακριβώς με το χαρακτήρα της ελεύθερης «εκλογής» στην οποία ο άνθρωπος απέθεσε ολόκληρη την ευθύνη του, στην εκούσια αποδοχή της τελικής ανταπόδοσης.

Όσο αφορά τον Κάφκα, αυτός συνέλαβε στο έργο του την έννοια της καταδίκης που αιωρούνταν πάνω στην ανθρώπινη ζωή, μολονότι φαινομενικά χωρίς λόγο, στη Δίκη όπως επίσης εξέφρασε το θέμα της απόλυτης ανασφάλειας του «ζην», από την οποία δεν μπορούν να μας προφυλάξουν ούτε προμαχώνες ούτε καταφύγια, στη Φωλιά ή, αντίθετα, εξέφρασε την επίμονη, αλλά πάντα φευγαλέα, αναζήτηση μιας σταθερής, ασφαλούς, φωτεινής πραγματικότητας, που συνεχώς την υπόσχονται στον άνθρωπο και συνεχώς του ξεφεύγει, στον Πύργο και στην Κατασκευή του σινικού τείχους.

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Χαρούκι Μουρακάμι

"Ανάμεσα σ΄ έναν ψηλό, συμπαγή τοίχο και σ΄ ένα αυγό που σπάει πάνω του, θα είμαι πάντα από την πλευρά του αυγού. 
Ανεξάρτητα από το πόσο δίκιο έχει ο τοίχος και πόσο άδικο το αυγό, εγώ θα είμαι με το αυγό. Κάποιος άλλος θα πρέπει να αποφασίσει ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο: ίσως ο χρόνος ή η Ιστορία. Αν υπήρχε ένας συγγραφέας που, για οποιονδήποτε λόγο, έγραφε βιβλία που είναι από την πλευρά του τοίχου, τι αξία θα είχαν αυτά τα βιβλία; 
Ποιο είναι το νόημα αυτής της μεταφοράς; Μερικές φορές είναι απλό και καθαρό. Οι άνθρωποι που βάζουν βόμβες και τα τανκς και οι ρουκέτες και οι οβίδες λευκού φωσφόρου είναι αυτός ο ψηλός, συμπαγής τοίχος. Τα αυγά είναι οι άοπλοι πολίτες που συντρίβονται και καίγονται και πυροβολούνται από τα παραπάνω. Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο νόημα. Καθένας από μας, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, είναι ένα αυγό. Καθένας από μας είναι μια μοναδική, αναντικατάστατη ψυχή, κλεισμένη σε ένα εύθραυστο καβούκι. Και καθένας από μας, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν ψηλό, συμπαγή τοίχο. Ο τοίχος έχει ένα όνομα: είναι «το Σύστημα». Υποτίθεται ότι το Σύστημα μας προστατεύει, αλλά μερικές φορές αποκτά μια δική του ζωή, και τότε αρχίζει να μας σκοτώνει και να μας βάζει να σκοτώνουμε άλλους- ψυχρά, αποτελεσματικά, συστηματικά. 
Ένα πράγμα θέλω να σας πω σήμερα. Είμαστε όλοι ανθρώπινα όντα, άτομα όλων των εθνικοτήτων και των φυλών και των θρησκειών, εύθραυστα αυγά απέναντι σ΄ έναν συμπαγή τοίχο που λέγεται το Σύστημα. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, δεν έχουμε καμιά ελπίδα να νικήσουμε. Ο τοίχος είναι πολύ ψηλός, πολύ δυνατός- και πολύ κρύος. Αν έχουμε οποιαδήποτε ελπίδα, προέρχεται από την πίστη μας στη μοναδικότητα της δικής μας ψυχής και των ψυχών των άλλων, και από τη ζεστασιά που αισθανόμαστε όταν ενώνουμε τις ψυχές μας. 
Δεν πρέπει να αφήσουμε το Σύστημα να μας εκμεταλλευτεί. Δεν πρέπει να το αφήσουμε να αποκτήσει τη δική του ζωή. Δεν μας έφτιαξε το Σύστημα: εμείς το φτιάξαμε. Αυτό είχα να σας πω".

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Ύπαρξη

O υπαρξισμός είναι ένα σύγχρονο φιλοσοφικό ρεύμα, που παίρνει το όνομά του από την αντίληψη ότι η φιλοσοφία δεν είναι αντικειμενική ή θεωρητική επιστήμη, αδιάφορη για την ύπαρξη του ανθρώπου που τη δημιουργεί, αλλά αντίθετα συνδέεται αδιάσπαστα με την πραγματική και συγκεκριμένη ύπαρξη του ανθρώπου: του ανθρώπου που νοείται στην ανεπανάληπτη πρωτοτυπία του ως ατόμου που προορίζεται να πεθάνει και όχι ως είδους ή καθολικής ουσίας.

Η «ύπαρξη», με την έννοια αυτή, δεν είναι κάτι που μπορεί να εξεταστεί γενικά και θεωρητικά. Οι έννοιες ή οι αξίες, στις οποίες η κατά παράδοση φιλοσοφία πίστεψε πως θα μπορούσε να πλαισιώσει και να αναγάγει το νόημα της ανθρώπινης ζωής, έχουν όρο αναφοράς τους, κατά τον υ., ένα απρόσωπο και αφηρημένο ανθρώπινο υποκείμενο, το «μέσο» άνθρωπο ή το μέσο όρο των ανθρώπων και όχι τον πραγματικό άνθρωπο.


Αλλά η αυθεντική «ύπαρξη» είναι, αντίθετα, πάντα «προσωπική» ύπαρξη, εξαίρεση που ξεφεύγει από κάθε κανόνα και ταξινόμηση. Είναι, με λίγα λόγια, απόλυτη ελευθερία. Επειδή δεν στηρίζεται a priori σε καμιά καθολική αξία, η «ύπαρξη» είναι ελευθερία τόσο με την έννοια ότι είναι «δυνατότητα» να δημιουργεί και να κατακτά για τον εαυτό της μια σημασία, όσο και με την έννοια ότι είναι όρος ριζικής αβεβαιότητας και προβληματικής. Ο άνθρωπος είναι μια «δυνατότητα» που «μπορεί» σε κάθε στιγμή, να μην είναι και να καταστραφεί.

Για να πραγματοποιηθεί, οφείλει να αντιληφθεί την «ευθύνη» ότι η έννοια της ζωής του βρίσκεται απόλυτα στα χέρια του: ότι η έννοια αυτή είναι το να «εκλέξει» και να δημιουργήσει από το μηδέν. Αλλά η απεριόριστη αυτή ελευθερία θέτει, ταυτόχρονα, τον άνθρωπο μπροστά στην εμπειρία που δεν προσφέρει καμιά εγγύηση και που είναι καταδικασμένη στο ναυάγιο και στον θάνατο. Από το δράμα αυτό της «ύπαρξης», που δεν έχει κάθαρση και λύτρωση, δεν μπορούμε ωστόσο να ξεφύγουμε χωρίς να αρνηθούμε τον εαυτό μας.

Ο άνθρωπος που, μέσα στην προσπάθεια να ξεφύγει από το άγχος και την εμπειρία του Μηδενός, αναζητά καταφύγιο στον «ασφαλή» και φαινομενικά «εξασφαλισμένο» κόσμο του συμβιβασμού και της καθημερινότητας, χάνει στην πραγματικότητα τον εαυτό του και την προσωπικότητα του, γιατί γίνεται ο ανώνυμος άνθρωπος ή ο άνθρωπος της «μάζας», που παραιτήθηκε από την ελευθερία του για χάρη των συμβάσεων και των αξιών της χυδαίας «καθημερινότητας». Η «αυθεντική» ύπαρξη είναι καταδικασμένη στην αποτυχία και στη συντριβή, αλλά, σε αντάλλαγμα, είναι «ηρωική» ύπαρξη, προσωπική, μόνη, που ζει με την ευθύνη και τον κίνδυνο.

Η «μη αυθεντική» προσωπικότητα του κοινού ανθρώπου είναι, αντίθετα, μια ύπαρξη απρόσωπη και αυτοματική, όπου ο άνθρωπος δεν είναι πια ελεύθερο άτομο, αλλά μόνο μέλος του είδους. Η εμπειρία της ελευθερίας και του άγχους είναι μια εμπειρία τρομερή, αλλά και ζήτημα τιμής. Η καθημερινή ύπαρξη, αντίθετα, είναι μια ύπαρξη εξωπραγματική, πλασματική, μια «βιωμένη ύπαρξη», αντί να είναι ένα «ζην», όπου προσπαθεί κανείς να ξεφύγει από το κενό του άγχους με το σεβασμό και την αφοσίωση στις αξίες της πρακτικής και της κατεστημένης κοσμικότητας.

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Ένα θλιβερό αριστούργημα...ή μήπως οχι;



Αλλοτρίωση

Αποξένωση του ανθρώπου από την πραγματική ουσία της ζωής του, από τα αληθινά του προβλήματα, από τη δυνατότητα κατανόησης του εαυτού του. Αφαίρεση της δυνατότητας από το άτομο να αναπτύξει ολόπλευρα τις ικανότητές του, τις κλίσεις του, τις δημιουργικές τάσεις του. Ο άνθρωπος έχοντας δημιουργήσει, κατά κανόνα παρά τη θέλησή του, τέτοιες κοινωνικές συνθήκες που του αποστερούν τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ολόπλευρα ως ζωντανό και λογικό ον, υποτάσσεται τυφλά στις απάνθρωπες ισoπεδωτικές τάσεις των θεσμών που ο ίδιος δημιούργησε και τώρα στρέφονται εναντίον του.
Κατά τον Φόιερμπαχ η κυριότερη μορφή α., η θρησκευτική, πηγάζει από το γεγονός ότι o άνθρωπος θεοποιεί, δηλαδή προβάλλει και προσωποποιεί ασυνείδητα στο πρόσωπο του Θεού, όλα τα υψηλότερα ανθρώπινα χαρίσματα (ευφυΐα, αγάπη, καλοσύνη κλπ.) για να τα λατρέψει ύστερα ως αρετές και απαιτήσεις μιας εξωτερικής δύναμης. Ο Μαρξ αποδίδει τον χαρακτήρα της α. σε ευρύτατο κύκλο πνευματικών και πρακτικών μορφών της ανθρώπινης ζωής, με αποκορύφωση τη νεότερη κεφαλαιοκρατική κοινωνία.

Κατ’ αυτόν, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων στα πλαίσια αυτής της κοινωνίας, επειδή δεν κατέχουν τα μέσα παραγωγής (μηχανές, πρώτες ύλες κλπ.), ζουν υπό τον όρο να αλλοτριώνουν καθημερινά τα χέρια τους, δηλαδή την εργατική τους δύναμη, με αντάλλαγμα το ημερομίσθιο, διαθέτοντάς τα σε αυτόν που κατέχει τα μέσα παραγωγής. Ενώ όμως, κατά τον Μαρξ, το φαινόμενο της α. είναι προϊόν της κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας και όχι της μηχανής, για ένα τμήμα της σύγχρονης φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας η α. είναι προϊόν της ανάπτυξης της σύγχρονης βιομηχανίας και τεχνικής, οποιοδήποτε και αν είναι το καθεστώς ή ο τύπος της κοινωνίας.

Σύμφωνα με τον Γιάσπερς και τον Χάιντεγκερ, η α. είναι καρπός του λεγόμενου πολιτισμού των μαζών, δηλαδή της ομοιομορφίας της συμπεριφοράς, της καλαισθησίας, του τρόπου σκέψης κλπ. που χαρακτηρίζει τις μεγάλες σύγχρονες ομάδες ανθρώπων. Η ζωή του κάθε ατόμου γίνεται ολοένα και περισσότερο μη αυθεντική, δηλαδή δέσμια των τεχνητών αναγκών, της μόδας, των εικονικών μύθων και σκοπών. Ο αλλοτριωμένος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που δεν ανήκει στον εαυτό του, αλλά σε άλλους.

Ο κόσμος που ο ίδιος έχει δημιουργήσει δεν του είναι μόνο εχθρικός (από αυτό προέρχεται o φόβος, το συναίσθημα της μοναξιάς, η αγωνία, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις), αλλά γίνονται γι΄ αυτόν μυστηριώδεις οι ίδιοι οι σκοποί της ζωής. Μια πικρή σάτιρα της κατάστασης του αλλοτριωμένου ανθρώπου στη μηχανοποιημένη κοινωνία είναι η κινηματογραφική ταινία του Τσάπλιν Μοντέρνοι καιροί, ενώ η υψηλότερη έκφραση της α. στη σύγχρονη λογοτεχνία παρουσιάζεται σε λογοτεχνικά έργα του Κάφκα, όπως Η δίκη, Ο πύργος και Η μεταμόρφωση.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αλλοτριωμένου ατόμου μπορεί να θεωρηθεί συχνά ο βιομηχανικός εργάτης. Έχοντας καταντήσει –εξαιτίας της βιομηχανικής αυτοματοποίησης– ένα απλό εξάρτημα μηχανής, που δεν του επιτρέπει να κάνει παρά μια πολύ ανιαρή και άχαρη δουλειά που επαναλαμβάνεται ολόκληρη την εργάσιμη μέρα, ο εργάτης αποξενώνεται από τις ουσιαστικές ανθρώπινες λειτουργίες και τις πραγματικές του κλίσεις. Δεν είναι καν κύριος της εργασίας του, με την έννοια ότι δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τι ακριβώς ρόλο παίζει η εργασία του στη διαδικασία της παραγωγής, ούτε να αποφασίσει τι προϊόν θα παράγει ούτε και ποιος είναι ο προορισμός του προϊόντος αυτού.

Μια άλλη, εξίσου σημαντική, μορφή αλλοτρίωσης στη σύγχρονη κοινωνία είναι αυτή που επιβάλλουν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης και πληροφόρησης. Ο βομβαρδισμός του αναγνώστη των εφημερίδων ή του θεατή της τηλεόρασης με τεράστιο όγκο κατάλληλα παρουσιασμένων ειδήσεων, σχολίων κτλ. –που είναι αναγκασμένος να δεχτεί εξαιτίας του καθαρά παθητικού ρόλου του– με κακής ποιότητας τηλεοπτικά προγράμματα και, τέλος, με τις ατέλειωτες διαφημίσεις, που δημιουργούν τεχνητές ανάγκες, έχει επισημανθεί ως κοινωνικός κίνδυνος από όλους τους σοβαρούς μελετητές.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Άγχος

Σωματική και ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από το αίσθημα διάχυτου φόβου, ο οποίος μπορεί να φτάσει από την ανησυχία έως τον πανικό, με οδυνηρά αισθήματα περίσφιξης του θώρακα και του λαιμού. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα άγχω (= σφίγγω τον λαιμό, πνίγω). Μπορεί να οφείλεται σε μια κατάσταση κινδύνου, δηλαδή στην αναμονή δυσάρεστων εξελίξεων, ή να είναι αδικαιολόγητη, όπως στις περιπτώσεις αγωνίας ή μελαγχολίας.

Στην ιστορία του σύγχρονου στοχασμού και πνευματικού πολιτισμού, το ά. αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά θέματα. Για πρώτη φορά βρήκε τη φιλοσοφική του έκφραση στο έργο του Δανού στοχαστή Σέρεν Κίρκεγκορ, ειδικότερα στην Έννοια του άγχους που δημοσιεύτηκε το 1844 με το ψευδώνυμο Virgilius Hafniensis. Το ά. αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί και σήμερα ένα από τα βασικά στοιχεία της υπαρξιστικής φιλοσοφίας, ανεξάρτητα αν ο προσανατολισμός της είναι κοσμικός ή θρησκευτικός.
Με το ά. έχει ασχοληθεί επίσης η ψυχανάλυση, που το θεωρεί ως μια από τις συχνότερες καταστάσεις της ανθρώπινης ψυχής o Φρόιντ υποστηρίζει ότι η εμφάνιση του ά. συμπίπτει με αυτό το ίδιο το γεγονός της γέννησης, «γεγονός στο οποίο βρίσκονται συγκεντρωμένα όλα τα οδυνηρά αισθήματα». Το ά. βρήκε και καλλιτεχνική έκφραση στα περισσότερα έργα της σύγχρονης τέχνης. Το συναντούμε π.χ. στα μυθιστορήματα του Κάφκα, στους πίνακες του Πικάσο, στη μουσική του Σένμπεργκ.

Από φιλοσοφική άποψη, με την έννοια του ά. δεν υπονοείται μια καθιερωμένη έννοια, αλλά ένας υπαρξιακός τρόπος, μια ψυχική κατάσταση, που συνοδεύει συνεχώς τον άνθρωπο στη ζωή του. Αντίθετα από τον φόβο –συναίσθημα συνδεδεμένο με συγκεκριμένες καταστάσεις και αντικείμενα, κοινό στα ζώα και στους ανθρώπους– το ά. είναι τυπικά ανθρώπινο γνώρισμα και έχει χαρακτήρα περισσότερο μεταφυσικό. Δεν συνδέεται με ιδιαίτερες καταστάσεις, αλλά εκφράζει την ίδια την υπόσταση του ανθρώπου, την επίγνωση –που τη ζει και την αποκτά ο καθένας– του εφήμερου και αμφιλογικού χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στη φιλοσοφία του Κίρκεγκορ το ά. έχει χαρακτήρα ουσιαστικά θρησκευτικό και αποτελεί την οδό που ο άνθρωπος πρέπει να ακολουθήσει για να επιχειρήσει να φτάσει στον Θεό, στην ελευθερία, στη λύτρωση. To ά., που εμφανίζεται με το προπατορικό αμάρτημα, συνοδεύει τον άνθρωπο στη ζωή του από τη στιγμή που αυτός αποκτά επίγνωση του παραπτώματός του, της μη ελευθερίας του, της μη τελειότητάς του. Η συνείδηση νιώθει ά. γιατί είναι ένοχη, και η ενοχή είναι μη ελευθερία. Όμως το ά. δεν είναι ικανό να εγγυηθεί την εκλογή της θρησκευτικής ζωής, την επίτευξη της ελευθερίας και της θείας απεραντοσύνης.

O Θεός αποκαλύπτεται πάντα και μόνο ως θαύμα, ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τις διαθέσεις του ανθρώπου. Στη νεότερη υπαρξιστική φιλοσοφία, π.χ. στον κοσμικό υπαρξισμό του Σαρτρ ή του Χάιντεγκερ, το ά. δεν έχει το θρησκευτικό περιεχόμενο που είχε για τον Κίρκεγκορ θεωρείται υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου που εκσφενδονίζεται σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν. Τίποτα δεν εγγυάται στον άνθρωπο την πραγματοποίηση περισσότερο της μιας δυνατότητας ή της άλλης, τη χρησιμότητα μιας πράξης, την ορθότητα μιας εκλογής, το αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς.