Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Τζούλιο Τζορέλο - "Χωρίς Θεό"

-Στην πνευματική σας διαμόρφωση υπήρξε καθοριστική η ανάγνωση του δοκιμίου του Μπέρτραντ Ράσελ «Γιατί δεν είμαι χριστιανός». Τι σας εντυπωσίασε σε αυτό;
Πάνω απ' όλα με εντυπωσίασε η διανοητική διαύγεια και το θάρρος αυτού του γίγαντα του εικοστού αιώνα, ο οποίος υπήρξε τόσο σημαντικός όχι μόνον για τη φιλοσοφία της επιστήμης αλλά και για την ηθική και την πολιτική. Σε αυτό το κείμενο, ο Ράσελ εκφραζόταν ως εξής: «Οταν θα πεθάνω θα εκμηδενιστώ και τίποτα από μένα δεν θα επιζήσει. Δεν είμαι πλέον νέος και αγαπώ τη ζωή. Αρνούμαι όμως να ζω τρέμοντας από φόβο με τη σκέψη της εκμηδένισης. Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο αληθινή επειδή πρέπει να τελειώσει, ούτε η σκέψη και η αγάπη χάνουν την αξία τους επειδή δεν είναι αθάνατες». Οταν ήμουν ακόμα μαθητής του λυκείου, σκεφτόμουν πολύ πιο επίμονα από όσο σήμερα την ιδέα του τέλους όλων των πραγμάτων. Λόγια όπως αυτά του Ράσελ μου υποδείκνυαν έναν εγκόσμιο τρόπο για να προχωρήσω μπροστά. Ηταν δηλαδή ένα κίνητρο για να πω ναι στη ζωή -εννοώ αυτή την επίγεια ζωή- χωρίς κάποια ουράνια ανησυχία.
-Ενα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για την αντίκρουση του αθεϊσμού είναι το ακόλουθο: πώς γίνεται να αρνείστε την ύπαρξη του Θεού, αφού δεν το γνωρίζετε; Δεν νομίζετε ότι ο αθεϊσμός είναι μια μορφή αντεστραμμένου θεϊσμού, δηλαδή η επαναπρόταση με αρνητικούς όρους εκείνου που δεν μπορεί παρά να είναι μια πράξη πίστης;
Στο βιβλίο μου θεωρώ τον αθεϊσμό ως μια υπαρξιακή στάση, που σημαίνει ότι είναι και ένας τρόπος για να θέτει κανείς φιλοσοφικά και επιστημονικά ζητήματα. Διόλου τυχαία τον ορίζω μεθοδολογικό, δηλαδή μη δογματικό, αθεϊσμό. Επομένως δεν είναι διόλου μια μορφή πίστης ανάλογη με εκείνη αυτού που πιστεύει στον ένα ή στον άλλο Θεό.
-Σύμφωνα με τον άθεο όχι μόνον δεν υπάρχει Θεός αλλά ούτε και ψυχή, καθώς αυτή θεωρείται «λειτουργία» του σώματος και επομένως θνητή όπως και αυτό, αφού παύει να υπάρχει με το θάνατο του σώματος. Τι είναι κατά τη γνώμη σας η ψυχή ή ο ανθρώπινος νους; Ανάγονται στον εγκέφαλο;
Εδώ και αιώνες ή και χιλιετίες οι άνθρωποι ασχολούνται με το δυϊσμό νου και σώματος, ψυχής και σάρκας. Πριν ακόμα από τα αποτελέσματα της βιολογίας και της νευροφυσιολογίας, αυτός ο δυϊσμός καταρρίφθηκε από δυο μεγάλους πρωταγωνιστές της φιλοσοφίας: τον ορθολογιστή Μπαρούχ Σπινόζα και τον εμπειριστή Ντέιβιντ Χιουμ. Εκκινώντας από αρκετά διαφορετικές αφετηρίες οι δυο τους συγκλίνουν στη θέση ότι το εγώ μας, που θέλει να είναι αθάνατο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος ύπαρξης της φύσης.
-Σε τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει; Ο άθεος δεν είναι σε τελική ανάλυση ένας μηδενιστής, αφού δεν πιστεύει σε τίποτα; Το γεγονός ότι πιστεύει στην αυθυπόστατη αξία της ζωής τον γλυτώνει από κάθε μορφή μηδενισμού;
Προσοχή, να μη γενικεύουμε: υπάρχει ένας σωρός πεποιθήσεων τον οποίο εγώ χρησιμοποιώ στην καθημερινή ζωή και στην επιστημονική έρευνα, ξεκινώντας από την «ωραία θρησκεία της αριθμητικής», για να το πω με τα λόγια του Μολιέρου. Συνήθως πιστεύω ότι 2+2=4. Αλλά αυτές τις πεποιθήσεις, όποιος έχει μια προσεκτική μεθοδολογική στάση, αποφεύγει να τις κάνει φετίχ. Αν πέφτουν δυο σταγόνες βροχής πάνω στο τζάμι του παραθύρου, πολύ σύντομα δεν έχω τέσσερις σταγόνες αλλά πιθανότατα μόνο μία. Αυτό ήταν ένα ωραίο παράδειγμα του Καρλ Πόπερ, για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε σε ποιό βαθμό η λογική και τα μαθηματικά μπορούν να εφαρμόζονται στη ζωή.
-Αν υπάρχει μια «καλή χρήση» του αθεϊσμού, φαντάζομαι ότι θα υπάρχει και μια κακή χρήση. Ποια θα ήταν αυτή;
Γνωρίσαμε και αυτήν την ιδιαίτερη στρέβλωση που εκπροσωπούσε ο κρατικός αθεϊσμός στην πρώην Σοβιετική Ενωση και σε άλλες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Υπάρχει επίσης ένας αθεϊσμός ο οποίος τείνει από την αρχή να αρνιέται κάθε πολιτισμική συμβολή που προέρχεται από τις θρησκείες. Με δυο λόγια, αυτός ο αθεϊσμός θα ήθελε να μετατρέψει μια συναγωγή, ένα τζαμί ή μιαν εκκλησία σε κέντρο διασκέδασης ή σε κάτι παρόμοιο. Είναι προφανές ότι δεν συμφωνώ με αυτόν.
-Εσείς διεκδικείτε για μιαν ελεύθερη κοινωνία την αξία της ανεκτικότητας μάλλον παρά του σεβασμού. Δεν μπορούμε να σεβόμαστε ανορθολογικές και επιζήμιες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ποιές «συνταγές» υποδεικνύετε για την αντιμετώπιση του θρησκευτικού φονταμενταλισμού;
Η απάντηση είναι πιο απλή απ' όσο μπορεί να σκεφτεί κανείς από πρώτη άποψη. Για να το πω με τα λόγια του Τόμας Τζέφερσον: δεν με ενδιαφέρει αν ο γείτονάς μου πιστεύει σε ένα μόνο Θεό, σε είκοσι Θεούς ή σε κανένα. Το σημαντικό είναι να μη με χτυπάει ή να μη με κλέβει. Κάθε φορά που στο όνομα του Θεού παραβιάζονται τα δικαιώματα των συμπολιτών μας, χρειάζεται η παρέμβαση του νόμου. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι εγκρίνουμε έναν πόλεμο για την εξαγωγή της δημοκρατίας στις χώρες από τις οποίες προέρχονται οι βιαιότητες των φανατικών. Επιπλέον, αν μια ανοιχτή και δημοκρατική κοινωνία αρχίσει να κλείνεται στον εαυτό της για αυτοάμυνα, οι φονταμενταλιστές έχουν ήδη νικήσει. (...). 

συνέντευξη του Ιταλού φιλοσόφου και επιστημολόγου Τζούλιο Τζορέλο με αφορμή το βιβλίο του "Χωρίς Θεό"

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

Γκέμμα...

Πάντα και ποτέ
Μια είναι η αιτία που κάνει το θάνατο την πικρότερη πίκρα μας .Είναι η γνώση πως το ασώματο ταξίδι μας δεν έχει πηγαιμό. Αλλά ούτε και γυρισμό. Με το θάνατο για στερνή φορά και πρώτη ο άνθρωπος περνά στην πατρίδα του πάντα και του πότε.
Το τι θα σε καλωσορίσει εκεί που θα πας είναι ιδέα μηδενική, μπροστά στην άπειρη ιδέα του τι αποχαιρετάς εδώ που φεύγεις. Στο αναποδογύρισμα αυτού του διαλεκτικού σχήματος οι θρησκείες στηρίξανε την πανουργία της κυριαρχίας τους.

Το αιώνιο κυνηγητό!
Το για πάντα! Και το ποτέ πια! Είναι δυο φράσεις που το εκτόπισμά τους έχει τιμή απόλυτη και προορίστηκαν να τις μεταχειρίζεται ο άνθρωπος μόνο για το οριστικό γεγονός του θανάτου.
Αυτόν τον πανικό φόβο μπροστά στο θάνατο είναι που δεν άντεξε ο άνθρωπος. Δε βρήκε τη βούληση να τον νικήσει. Να τον παραδεχτεί, να τον αναγνωρίσει. Να υποταχθεί ευγενικά και περήφανα στο αδυσώπητο φυσικό κα στο αδυσώπητο δίκιο του. Ελύγισε.
Και ελύγισε επάνω ακριβώς στο σημείο της τροπής. Έτσι το τρόπαιο το επήρε ο θάνατος. Έβαλε πια τον άνθρωπο μπροστά και τον κυνηγά προτροπάδην. Και τούτος ο βερέμης τρέχει να του ξεφύγει. Αλλόφρονας, τυφλός, ανεμοπόδαρος. Σπεύδει, με τα φυσικά του σημάδια χαμένα, να κρυφτεί στα καταφύγια.
Και τα καταφύγια του είναι τα σπήλαια και οι κατάγειες οικήσεις. Είναι οι οπές και τα πέτρινα ρήγματα, οι βαραθρωμοί και οι καταβυθίσεις στα υπόγεια του συναισθήματος και της εμπύρετης φαντασίας του.
Όλοι ετούτοι είναι τόποι κρυμμένοι στο ζόφο της ύπαρξης, χιλιάδες λεύγες βαθιά και μακριά από τη φωτερή τροπόσφαιρα της λογικής μας. Για να μην ακούμε τον κεραυνό του Άβελ. Εκείνο το εκκωφαντικό ποτέ πια!

Μύθοι και απάτες
Οι μύθοι για τη μεταθανάτια ζωή είναι το ύπατο ψέμα του ανθρώπου από την άποψη του απόλυτου και του καθολικού.....Εκείνος από τους ιδρυτές θρησκειών που θα άντεχε να στηρίξει τη θεϊκή ιδέα του σε οποιοδήποτε άλλο έξω από αυτό το αρχιμήδειο σημείο, το μοναδικό οπαδό που θα αποχτούσε θα τον έβρισκε στον εαυτό του ...;
Ο φόβος και ο πόνος μπροστά στο θάνατο είναι η αιτία που έπλασε ο άνθρωπος τον κάτω κόσμο και τον Αδη. Και πάντα μέσα στη σφαίρα της ποίησης. Στη σφαίρα της θρησκείας όμως η αιτία αυτής της επινόησης, πέρα από το φόβο και τον πόνο, εκπορεύτηκε κυρίαρχα από το χυδαίο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Και τέτοιο ονομάζω την ημιμάθεια, τον εγωισμό, και την ανανδρία ...;
Αν έξαφνα συναντήσεις στο δρόμο σου άνθρωπο, κι είναι ανάγκη να καρατάρεις το μέταλλο της ανθρωπιάς του, έχεις ασφαλή μέθοδο να το κάμεις. Είναι η λύδια λίθος που δοκιμάζει το ποιό του μυαλού και της «ύπαρξης» των ανθρώπων.
- Πες μου ξένε, θα τον ρωτήσεις, πιστεύεις στη ζωή μετά θάνατο;
Αν σου αποκριθεί «Ναι πιστεύω!», τότε το πιο φρόνιμο που έχεις να κάμεις είναι να του δώσεις ένα τάλληρο να του πεις «Καλημέρα», και να φύγεις. Να πάρεις εκείνο το δρόμο που δε θα ξαναβγεί ποτέ μπροστά σου.
Γιατί η απάντηση που σου έδωσε δηλώνει ότι αναζητούσες άνθρωπο και σύντυχες πίθηκο. Πίθηκο κολομπίνο και μακάκο ...;

Νέκυια
Νέκυια σημαίνει να ζήσεις ζωντανός σε όλη τη ζωή σου τη γνώση και τη λύπη του θανάτου σου εδώ στον απάνω κόσμο.
Νέκυια σημαίνει να στοχαστείς και να ζήσεις τη ζωή σου όχι μισή αλλά ολόκληρη. Με την απλή, δηλαδή και τη βέβαιη γνώση ότι ενώ υπάρχεις ταυτόχρονα δεν υπάρχεις. Ότι ενώ ζεις αυτό που είσαι, δηλαδή ζωντανός του σήμερα, ταυτόχρονα ζείς κι αυτό που δεν είσαι δηλαδή το νεκρός του αύριο. Η ζωή σου στην ουσία της είναι η δυνατότητα και η δικαιοδοσία της φαντασίας σου. Όχι άλλο.

Όλα για το θηλυκό
Ο έρωτας είναι γνώση. Ο έρωτας είναι ευγένεια και αρχοντιά. Είναι το μειδίαμα της σπατάλης ενός φρόνιμου Άσωτου. Πως η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατέλειωτη προσφορά και θεία στέρηση για το θηλυκό. Το θηλυκό να κυνηγάει τις τύψεις του. Στον έρωτα όλα γίνονται για το θηλυκό. Η μάχη και η σφαγή του έρωτα έχει το νόημα να πεθάνεις το θηλυκό, και να το αναστήσεις μέσα στα λαμπρά ερείπια των ημερών σου. Πάντα σου μελαγχολικός και ακατάδεχτος ...;
Στη σωστή ερωτική ομιλία το θηλυκό δίνει το ύφος της σάρκας και το αρσενικό τη σύνεση της δύναμης. Μιλώ για τα καράτια κοντά στα εικοσιτέσσερα. Για στήσιμο πολύ μεταξωτό. Και το μετάξι μόνο ζωικό παρακαλώ. ...;
Το πρώτο λοιπόν είναι πως όταν το θηλυκό είναι θηλυκό, την ευθύνη για να γίνει και να μείνει ως το τέλος σωστή η ερωτική σμίξη την έχει ο άντρας. Πάντα όταν φεύγει η γυναίκα, θα φταίει ο άντρας. Να το γράψετε να μείνει στον αστικό κώδικα.

Έρωτας και θάνατος
Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του.
Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova.
Έτσι , από την άποψη της ουσίας ο έρωτας και ο θάνατος δεν είναι απλώς στοιχεία υποβάθρου. Δεν είναι δύο απλές καταθέσεις της ενόργανης ζωής.
Πιο πλατιά, και πιο μακρυά, και πιο βαθιά, ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος. Το δραστικό προτσές δηλαδή ολόκληρης της ανόργανης και της ενόργανης ύλης. Είναι το Α και το ω του σύμπαντος κόσμου και του σύμπαντος θεού. Είναι το είναι και το μηδέν του όντος. Τα δύο μισά και αδελφά συστατικά του.
Έξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει. Τα ενενήντα δύο στοιχεία της ύλης εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Και οι τέσσερες θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης, ηλεκτρομαγνητική, ασθενής, ισχυρή, βαρυτική, λειτουργούν για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο.
Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου.
Γι αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί κα ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δύο όψεις του ιδίου προσώπου.


 αποσπάσματα από το βιβλίο "Γκέμμα" του Δημ. Λιαντίνη

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Ίταλο Καλβίνο - "Αόρατες Πόλεις"..ξανά

Ο Μάρκο μπαίνει σε μια πόλη˙ βλέπει κάποιον σε μια πλατεία να ζει μια ζωή ή μια στιγμή που θα μπορούσαν να είναι δικές του˙ στη θέση εκείνου του ανθρώπου τώρα θα μπορούσε να είναι ο ίδιος, αν είχε σταματήσει το χρόνο πολύ καιρό πριν, ή αν πολύ καιρό πριν, σε μια διασταύρωση, αντί να πάρει τον ένα δρόμο είχε πάρει τον αντίθετο και μετά από ένα μεγάλο γύρο βρισκόταν στη θέση εκείνου του ανθρώπου σ' εκείνη την πλατεία. Τώρα πια, από εκείνο το αληθινό ή υποθετικό του παρελθόν, ο ίδιος είναι αποκλεισμένος˙ δεν μπορεί να σταματήσει˙ πρέπει να συνεχίσει μέχρι να φτάσει σε μια άλλη πόλη όπου τον περιμένει ένα άλλο παρελθόν του, ή κάτι που ίσως να ήταν ένα πιθανό του μέλλον και τώρα είναι το παρόν κάποιου άλλου. 'Ενα απραγματοποίητο μέλλον είναι μονάχα ένα κλαδί του παρελθόντος˙ ένα ξερό κλαδί.
"Ταξιδεύεις για να ξαναζήσεις το παρελθόν σου;" ήταν στο σημείο εκείνο η ερώτηση του Χαν, ερώτηση που θα μπορούσε να διατυπωθεί και ως εξής: "Ταξιδεύεις για να ξαναβρεις το μέλλον σου;"
Και η απάντηση του Μάρκο: "Το αλλού είναι ένας αντίστροφος καθρέφτης. Ο ταξιδιώτης αναγνωρίζει το λίγο που είναι δικό του, ανακαλύπτοντας το πολύ που ποτέ δεν είχε και που ποτέ δεν θα έχει".

απόσπασμα από τις "Αόρατες Πόλεις"

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι - Σύννεφο με Παντελόνια

 

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου

κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!...

Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,

θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.

Θέλετε

θα 'μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα 'μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια


Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι  /  Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

Πρωτοπορία;... Κορνήλιος Καστοριάδης

«Δεν πιστεύω ότι ο Σοφοκλής, ο Σέξπιρ, ο Μπαχ ήταν πρωτοπόροι στην εποχή τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έργα τους τύγχαναν καθολικής απόδοσης. Υπήρχαν ασφαλώς διενέξεις, διαφορές απόψεων, γούστου, αισθητικής. Αλλά όμως τότε δεν υπήρχε η έννοια της «πρωτοπορίας». Η έννοια αυτή – η οποία προέρχεται από τη στρατιωτική ορολογία και περιγράφει μια ομάδα που προπορεύεται για να εξερευνήσει το χώρο και να κάνει τις πρώτες επαφές με τον εχθρό – είναι μια σχετικά πρόσφατη επινόηση. Η έννοια της «πρωτοπορίας» συνεπάγεται ότι η Ιστορία είναι και πρέπει να είναι «πορεία προς τα εμπρός» και «πρόοδος». Στην καλύτερη περίπτωση, η έννοια αυτή στηρίζεται σε τεράστιες φιλοσοφικές και ιστορικές προϋποθέσεις. Στη χειρότερη περίπτωση, είναι απλώς παράλογη. Διότι είναι παράλογο να λες πως «ό,τι είναι καινούργιο είναι καλύτερο», «ό,τι είναι καινούργιο είναι ωραιότερο» κ.λπ. Κι όμως, αυτή η αντίληψη κυριαρχεί στις μέρες μας. […] Στην επιστήμη υπάρχει πάντα το περιθώριο να πάει κανείς πιο μακριά. Όμως η ιδέα να πάει κανείς πιο μακριά στον τομέα της τέχνης, πραγματικά, στερείται νοήματος. Κανείς δεν θα πάει ποτέ πιο μακριά από τον Αισχύλο, από τον Μπετόβεν, από τον Ρεμπό. Κανείς δεν θα πάει πιο μακριά από τον «Πύργο» του Κάφκα. Μπορούμε να πάμε αλλού. Μπορούμε να πάμε αλλιώς. Δεν μπορούμε όμως να πάμε πιο μακριά. Υπ’ αυτή την έννοια υπάρχει εξέλιξη στην επιστήμη, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για εξέλιξη στη λογοτεχνία και στην τέχνη…».

απόσπασμα από συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Το παρελθόν είναι ξένη χώρα

Δε χρειάζεται να εξηγήσει κανείς γιατί η αρχαία γλώσσα μας θεωρείται εθνικός θησαυρός, και μάλιστα αδαπάνητος και αναπαλλοτρίωτος: θα ήταν επίσης σπατάλη χώρου και αναγνωστικού χρόνου να εκθειάσει κανείς τη σημασία της ή το πόσο κεφαλαιώδη κείμενα γράφτηκαν σε αυτή. Αν αρμόζει η μεταφορά, η αρχαία ελληνική είναι μια θαυμαστή χώρα, όμορφη και συναρπαστική.

Ωστόσο είναι ξένη χώρα. Προτού αγανακτήσει ο αναγνώστης ή ξεκινήσει να γράφει κάποια επιστολή διαμαρτυρίας, να εξηγηθώ: δε λέω ότι ανήκει στους ξένους, αλίμονο, άλλωστε την αποκάλεσα αναπαλλοτρίωτη πιο πάνω. Στο κάτω κάτω, οι γλώσσες στους ομιλητές τους ανήκουν τελικά. Την αποκαλώ ξένη από την άποψη του πόσο οικεία (δε) μας είναι: η Αρχαία μάς είναι απροσπέλαστη γραμματικά, εκτός και αν της αφιερώσουμε πολλή και κοπιώδη μελέτη, ενώ το λεξιλόγιό της κάποτε μας ξεγελάει, κάποτε κάτι μας θυμίζει, αλλά σπάνια μας είναι αναγνωρίσιμο χωρίς λεξικό. Όμως ας τα παραμερίσουμε όλα αυτά· ας αφήσουμε πίσω μας ακόμα κι ότι διαβάζουμε τα Αρχαία στην έντυπη εκδοχή της μικρογράμματης μορφής τους (καινοτομίας των βυζαντινών, αφού μέχρι τότε μόνον κεφαλαία υπήρχαν). Τουλάχιστον, η «τρομερή μας η λαλιά» θα μας ήταν οικεία σαν άκουσμα αν, παρά τις περικοπές στους πόρους για την Παιδεία, απορροφούσαμε ένα κονδύλιο για την κατασκευή μιας χρονομηχανής και μεταφερόμασταν στην Αθήνα του Σοφοκλέους, του Θουκυδίδου ή και του Αριστοτέλους.

Όχι. Δυστυχώς και εδώ, ιδίως εδώ, η Αρχαία θα μας ήταν αγνώριστη. Θα μας φαινόταν όχι μόνον ακατάληπτη στην προφορική της μορφή αλλά κι εντελώς ξενόφωνη. Τους χαρακτηριστικούς φθόγγους χ, γ, θ, δ, φ και β της νέας ελληνικής δε θα τους βρίσκαμε πουθενά, ο συνωστισμός μακρών φωνηέντων, βραχέων φωνηέντων και διφθόγγων (μερικών γνώριμων σε εμάς μόνον από ξένες γλώσσες) μέσα στα στόματα των ομιλητών θα μας ξένιζε οπωσδήποτε. Η κάπως σουηδόφωνη προσωδία της Αρχαίας με τα όντως μακρά και και τα όντως βραχέα αλλά και τους μουσικούς τόνους να ανεβαίνουν (οξεία) και να ανεβοκατεβαίνουν (περισπωμένη) θα μας έκανε να αναρωτιόμαστε μήπως η χρονομηχανή δε μας ταξίδεψε μόνο στον χρόνο αλλά και στον χώρο. Κα ποιος ξέρει τι άλλο, που χάθηκε μετά από 24 αιώνες σιωπής και μόνο γραπτής επιβίωσης της Αρχαίας. Μιας γλωσσικής ποικιλίας η οποία, μέσα από την Κοινή, διαμόρφωσε τη δική μας και, σε μεγάλο βαθμό, τον κόσμο όλο.

Δε θα μπορούσε όμως να έχει λειτουργήσει η καθαρεύουσα ως γέφυρα μεταξύ Αρχαίας και Νέας; Η καθαρεύουσα, αλλά και γενικά η προσέγγισή μας στην Αρχαία, ήταν βαθιά ανιστορική. Όπως μας δίδασκε η Μάρω Κακριδή-Φερράρι όταν ήμασταν φοιτητές, δε γίνεται να αναστήσεις τη μορφολογία και το συντακτικό μιας γλώσσας με τόσο διαφορετική προφορά από τη δική σου. Κοινώς, αν η καθαρεύουσα επικρατούσε, θα ήμασταν τουλάχιστον καταδικάσμένοι να μπερδεύουμε ημάς με υμάς. Παρόμοιες διαπιστώσεις έκαναν και οι λόγιοι που, ενώ ξεκίνησαν να αναβιώσουν τη βιβλική εβραϊκή στην Παλαιστίνη των αρχών του 20ου αιώνα, έγιναν κάποιοι από αυτούς μάρτυρες της δημιουργίας μιας καινούργιας ποικιλίας, της σύγχρονης εβραϊκής. Στη δική μας περίπτωση, η καθαρεύουσα ξεκίνησε ως πανελλήνιο διδακτικό πείραμα γλωσσικής αναβίωσης αλλά κατέληξε τροφοδότης λογαριασμός της σύγχρονης γλώσσας με λεξιλογικό πλούτο – αλλά και με πολλή επιπόλαια ή και επίπλαστη λογιοσύνη: τις ελληνικούρες. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να είχε γίνει κι αλλιώς.

Γενικότερα, δεν πρέπει να μας ξεγελάει η σχετική αναγνωρισιμότητα που δίνει στην Αρχαία ο τρόπος γραφής της: η νέα ελληνική και η αρχαία ελληνική μοιάζουν και μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως δύο στάδια μιας αδιάσπαστης συνέχειας μόνο χάρη στη φιλολογική, στη γλωσσική και (τον τελευταίο ενάμισυ αιώνα) στη γλωσσολογική ανάλυση.

Και όπως πάντοτε, από την ξένη χώρα που λέγεται παρελθόν παίρνουμε βεβαίως ό,τι χρειαζόμαστε αλλά και μόνον ό,τι είμαστε σε θέση να πάρουμε.

κείμενο του Φοίβου Παναγιωτίδη στην Καθημερινή 26/03/2011