Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

Ζίγκμουντ Μπάουμαν

Ρώτησαν κάποτε τον Βόλφγκανγκ Γκέτε, τον μεγάλο Γερμανό ρομαντικό ποιητή, αν η ζωή του ήταν ευτυχισμένη. Η απάντηση: «Βέβαια, έζησα μια ζωή πολύ ευτυχισμένη, αλλά δεν θυμάμαι να έχω περάσει έστω και μία μόνο βδομάδα ευτυχίας». Το μήνυμα που περιέχεται στην απάντηση είναι πολύ σαφές: η ευτυχία δεν βρίσκεται στην απαλλαγή από προβλήματα, αλλά στη χαρά να ξεπερνάμε τα προβλήματα.

Το να αντιμετωπίζουμε προβλήματα και να τα λύνουμε με τη δράση, τη φαντασία και την αποφασιστικότητά μας είναι το μυστικό μιας ευτυχισμένης ζωής. Το μήνυμα που μας άφησε ο Γκέτε είναι σαφές και, κατά τη γνώμη μου, όλα τα νέα τεχνολογικά εργαλεία, συνοδευόμενα από τη συνεχή αναζήτηση ευκολιών και ανέσεων, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να τον δικαιώνουν. Ακόμη και σήμερα, οι κοινωνιολογικές έρευνες για την ευτυχία των προσώπων αποκαλύπτουν τα ίδια ποσοστά υποκειμένων που ισχυρίζονται ότι δεν είναι ικανοποιημένα.

Η συνολική ποσότητα δυσθυμίας δεν φαίνεται να έχει μειωθεί με την έλευση της ψηφιακής εποχής. Το διαδίκτυο μας προσφέρει μια πρωτόγνωρη ποσότητα δυνατοτήτων, επιτρέποντας σε όποιον έχει μια μικροσκοπική ηλεκτρονική συσκευή στην τσέπη του να διαθέτει πρόσβαση σε απέραντη γνώση, σε κάθε τόπο και σε απευθείας σύνδεση. Αυτό το απίστευτο θαύμα της τεχνολογίας, όπως και πολλά άλλα, έχει μια σκοτεινή πλευρά.

Οταν ήμουν νέος, όπως και τόσοι άλλοι συγκαιρινοί μου, νόμιζα ότι αυτό που μας εμπόδιζε να υλοποιήσουμε κάθε επιθυμία μας ήταν η έλλειψη γνώσης. Σήμερα, αν θέσω ένα ερώτημα στο Google, πολύ πιθανά ο αριθμός των απαντήσεων που θα μου δοθούν θα υπερβαίνει τα δύο ή τρία εκατομμύρια· πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να τις διαβάσω όλες ή έστω να φανταστώ το περιεχόμενό τους. Αν προηγούμενα το πρόβλημα ήταν η έλλειψη γνώσης, σήμερα είναι η υπεραφθονία της. Για να το πούμε απλά: είναι αδύνατο να καταπιεί κανείς, να χωνέψει και να αφομοιώσει αυτή την πελώρια ποσότητα πληροφοριών. Και αυτό το πράγμα μας τρομάζει εξίσου.

Μια άλλη παράπλευρη ζημιά, που αξίζει τον κόπο να αναφέρουμε, είναι η απώλεια της ικανότητας να σκεφτόμαστε μακρόπνοα. Εχουμε όλο και λιγότερη υπομονή, μολονότι γνωρίζουμε ότι, για να πετύχουμε μεγάλους στόχους, πρέπει να ξέρουμε να περιμένουμε.

Καθώς προχωράμε, πρέπει να ξεπερνάμε τα εμπόδια που συναντάμε· εμπόδια που δεν είχαμε προβλέψει και που γι’ αυτό μας αιφνιδιάζουν, περιπλέκουν τα σχέδιά μας και παρεμβάλλονται ανάμεσα σε μας και την επιτυχία. Σήμερα θέλουμε τα πάντα και αμέσως, αναζητώντας μια άμεση ικανοποίηση. Οταν η σύνδεση με το διαδίκτυο είναι αργή, νιώθω αμέσως απογοήτευση και οργή. Δεν είμαι πλέον ικανός να περιμένω και κάθε στιγμή που περνάει μου φαίνεται σπαταλημένη.

Μια άλλη αξιοσημείωτη παράπλευρη ζημιά είναι η απώλεια της ικανότητας να αποθηκεύουμε πληροφορίες στον νου μας. Είμαστε όλο και λιγότερο ικανοί να αφομοιώνουμε τη γνώση και να τη διατηρούμε στη μνήμη μας και ο λόγος είναι κατεξοχήν πρακτικός. Σήμερα οι πληροφορίες είναι περισσότερο διαθέσιμες από όσο υπήρξαν οποτεδήποτε άλλοτε.

Για να βρούμε μια σημαντική πληροφορία, δεν χρειάζεται πλέον να μελετήσουμε εκατοντάδες ή χιλιάδες βιβλία στη βιβλιοθήκη. Δεν χρειάζεται ούτε καν να πάμε στη βιβλιοθήκη για να συμβουλευτούμε ένα βιβλίο. Μπορούμε να κάνουμε τις έρευνές μας καθισμένοι άνετα στον καναπέ του σπιτιού μας.

Τελικά δεν οφείλουμε πλέον να φορτώνουμε το φτωχό μας μυαλό με πληροφορίες, που σήμερα είναι όλο και περισσότερο διαθέσιμες ή μπορούμε να τις συμβουλευτούμε σε κάποιον server. Αυτές οι πληροφορίες όμως, καθώς βρίσκονται σε έναν τόπο διαφορετικό από το μυαλό μας, δεν φιλτράρονται από τη σκέψη μας. Δεν περνούν μια περίοδο «επώασης» ούτε αναπτύσσονται μέσα μας. Ετσι, εμείς δεν τις επεξεργαζόμαστε ούτε συνειδητά ούτε ασυνείδητα. Εγώ συχνά, μετά από αυτή τη διαδικασία «επώασης», ξυπνώ με μια πλήρη και ολοκληρωμένη φράση στον νου μου, ακόμη και αν δεν ψάχνω συνειδητά την απάντηση σε κάποιο συγκεκριμένο ερώτημα. Ξαφνικά, η απάντηση μου έρχεται στον νου, σαν να φιλτραρίστηκε με ώσμωση από το ασυνείδητο στη συνείδησή μου.

Ο νους εργάζεται, ανακυκλώνει δεδομένα και πληροφορίες, ακόμη και αν εμείς δεν το συνειδητοποιούμε. Οταν όμως οι πληροφορίες που προορίζονται για τον εγκέφαλό μας παραμένουν στους servers, το πιο σημαντικό όργανό μας μένει χωρίς υλικό προς επεξεργασία. Ενας αυξανόμενος αριθμός ψυχολόγων φοβάται ότι μακροπρόθεσμα αυτό το φαινόμενο θα έχει αρνητική επίπτωση στην ανθρώπινη δημιουργικότητα.

Σε τελική ανάλυση, η δημιουργικότητα έγκειται στο να κάνουμε συνθέσεις, να αναδιατυπώνουμε και να αναδιατάσσουμε τις διάσπαρτες, διάχυτες και ανάκατες πληροφορίες που βρίσκονται ήδη κάπου στο νευρικό μας σύστημα.

Διάφορες έρευνες οδήγησαν στην ανακάλυψη ότι, μεταξύ των πιο απρόβλεπτων, απροσδόκητων και ισχυρών επιπτώσεών του, το διαδίκτυο ωθεί τους πιο επίμονους χρήστες του να περνούν τον περισσότερο χρόνο τους με πρόσωπα που συμμερίζονται τις ίδιες γνώμες. Το διαδίκτυο δημιουργεί το ισοδύναμο μιας κλειστής κοινότητας (ή gated community) για όποιον έχει στη διάθεσή του έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Μια gated community δεν είναι παρά ένας αποκλειστικός τόπος στον οποίο πληρώνει κάποιος μια περιουσία για να αγοράσει ένα διαμέρισμα σε μια συνοικία προστατευόμενη από φρουρές ασφαλείας.

Μόνον τα πρόσωπα που έχουν προσκληθεί ή έχουν την άδεια των κατοίκων μπορούν να μπουν. Το θέλγητρο αυτών των κοινοτήτων είναι ότι μας δίνουν τη δυνατότητα να ζούμε μαζί με πρόσωπα όμοια με μας. Ζώντας σε μια κοινότητα αυτού του τύπου, δεν διατρέχουμε τον κίνδυνο να καυγαδίζουμε με τον γείτονα, να συγκρουόμαστε μαζί του για πολιτικά, ιδεολογικά ή όποια άλλα θέματα.

Χάρη στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σήμερα μπορούμε να πετύχουμε το ίδιο θαυμαστό αποτέλεσμα, χωρίς να χρειάζεται να αγοράσουμε ένα πολύ ακριβό διαμέρισμα σε μια gated community. Οταν πέφτουμε σε μια σελίδα στο διαδίκτυο που εκφράζει μια ιδέα αντίθετη από τη δική μας, που δεν μας αρέσει ή δεν τη συμμεριζόμαστε, αντί να σκεφτούμε τους λόγους που οδήγησαν στη διατύπωσή της -αναμφίβολα κάθε ιδέα είναι καρπός ενός συλλογισμού- ή και να σκεφτούμε θέσεις και επιχειρήματα για να υποστηρίξουμε τη δική μας άποψη και να αντικρούσουμε την άλλη, περιοριζόμαστε στο να πατήσουμε το πλήκτρο «cancel» και να περάσουμε στην επόμενη σελίδα.

Ουσιαστικά, στη διάρκεια των εφτάμισι ωρών που περνάμε καθημερινά στο διαδίκτυο, θα μπορούσαμε να μη συναντήσουμε κανέναν διαφορετικό από μας. Αν ο κόσμος online είναι εξ ορισμού ομόψυχος, όταν διακόπτουμε τη σύνδεση η κατάσταση γίνεται ριζικά διαφορετική, ποικιλόμορφη και ετερογενής. Τα πρόσωπα συγκρούονται, έχουν ιδέες διαφορετικές και μερικές φορές ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Στην ουσία, ο κόσμος offline, από την ίδια του τη φύση, βασίζεται στη σύγκρουση. Ορισμένοι σκέφτονται όπως εμείς, άλλοι διαφωνούν ολικά με μας και εμείς, από τη μεριά μας, αποστρεφόμαστε και απορρίπτουμε τις ιδέες άλλων. Είμαστε προορισμένοι να ζούμε σε αυτόν τον κόσμο.

Ζίγκμουντ Μπάουμαν - απόσπασμα από το βιβλίο «La vita tra reale e virtuale»

Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

Καθρέφτες

Στο νοσοκομείο Ναλαμάντα, στη Νότια Ινδία, ένας αυτόχειρας επανέρχεται στη ζωή.
Γύρω από το κρεβάτι του, χαμογελούν εκείνοι που του έσωσαν τη ζωή.
Ο αναστημένος τους κοιτάζει και λέει: «Τι περιμένετε; Να σας ευχαριστήσω; Χρωστούσα εκατό χιλιάδες ρουπίες, και τώρα θα χρωστάω και τέσσερις μέρες νοσοκομείου. Μεγάλη χάρη μου κάνατε, ηλίθιοι.»
Για τους καμικάζι αυτοκτονίας ξέρουμε πολλά πράγματα. Ο τύπος μιλάει καθημερινά για τους τρομοκράτες. Όμως δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους αγρότες που αυτοκτονούν.
Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, οι Ινδοί αγρότες αυτοκτονούν από τα τέλη του 20ου αιώνα μέχρι τα πρώτα χρόνια του 21ου, με ρυθμό χίλιοι το μήνα.
Πολλοί αγρότες καταπίνουν τα εντομοκτόνα που αδυνατούν να πληρώσουν.
Η αγορά τους υποχρεώνει να δανείζονται, τα απλήρωτα χρέη τους υποχρεώνουν να πεθάνουν. Κάθε φορά ξοδεύουν περισσότερα και κάθε φορά κερδίζουν λιγότερα. Αγοράζουν σε εξωφρενικές τιμές και πουλάνε σε εξευτελιστικές τιμές.
Είναι όμηροι των ξένων χημικών βιομηχανιών, των εισαγόμενων σπόρων, των μεταλλαγμένων: η Ινδία, που παρήγε για να φάει, τώρα παράγει για να τη φάνε.

Εδουάρδο Γκαλεάνο, απόσπασμα από το βιβίο  "Καθρέφτες: Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία"

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2023

Κικίτσα ξανά

Ένα βιογραφικό σημείωμα πρέπει, αφού γραφτεί, να μείνει επ' αρκετόν καιρό κρεμασμένο στον αέρα από ένα τσιγκέλι αυστηρότητας, ώστε να στραγγίξουν καλά τα στερεότυπα, οι ωραιοποιήσεις, η ρόδινη παραγωγικότης και ο πρόσθετος ναρκισσισμός, πέραν εκείνου που ενυπάρχει στη φύση μιας αυτοπαρουσίασης. Μόνον έτσι βγαίνει το καθαρό βάρος: το ήθος που επέβαλες να τηρεί η προσπάθειά σου. Τα πόσα βιβλία έγραψε κανείς, πότε τα εξέδωσε, ποιες μεταφράσεις τα μεταναστεύουν σε μακρινές ξένες γλώσσες και ποιες διακρίσεις τα χειροκροτούν είναι τόσο τρέχοντα, όσο το να πεις ότι μέσα σ' έναν βαρύτατο χειμώνα υπήρξαν και κάποιες μέρες με λαμπρή λιακάδα. Ωστόσο, επειδή αυτό είναι το υλικό της πεπατημένης, που δεν μπορεί να συνεχίσει τη χάραξή της με συνεσταλμένες καινοτόμες επιφυλάξεις, γεννήθηκα στην Αθήνα το 1931. Η παιδική ηλικία πέρασε χωρίς να αναδείξει το «παιδί θαύμα».

Το 1949, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, υπέκυψα εύκολα στο «πρέπει να εργαστείς», και εργάστηκα στην Τράπεζα της Ελλάδος είκοσι πέντε χρόνια. Ανώτερες σπουδές: η μακρά ζωή μου κοντά στον ποιητή 'Αθω Δημουλά. Χωρίς εκείνον, είμαι σίγουρη ότι θα είχα αρκεστεί σε μια ρεμβαστική, αμαθή τεμπελιά, προς την οποίαν, ίσως και σοφά, ακόμα ρέπω. Του οφείλω το λίγο έστω που της ξέφυγα, την ατελή έστω μύησή μου στο τι είναι απλώς φωνήεν στην ποίηση και τι είναι σύμφωνον με την ποίηση, του οφείλω ακόμα την πικρότατη δυνατότητα να μπορώ σήμερα, δημόσια, να τον μνημονεύω εις επήκοον της πολυπληθούς λήθης. Αυταπαρνητική, παραχωρήθηκα στο ρόλο της μητέρας και με τρυφερή γενναιότητα άκουσα να προσφωνούμαι «γιαγιά». Κυλώ τώρα με ψυχραιμία και χωρίς βλέψεις διαιωνίσεως μέσα σ΄ αυτές τις νέες παρακαμπτήριες του αίματός μου.

Κυλώ και, όσο πλησιάζω στις εκβολές, όλο και ονειρεύομαι ότι θα μου πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα. Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μιας πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής. Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ' ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής. Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμειξή μου στη δημιουργία. Φύσει ολιγογράφος, εξέδωσα οκτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε σαράντα πέντε χρόνια. Η σημασία τους είναι ακόμα συμβατική. Είναι γραμμένη στη λίστα αναμονής των μεγάλων επερχόμενων κυμάτων του μετα-κριτή χρόνου.

της Κικής Δημουλά

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

Στον κήπο του Επίκουρου

Ποιος από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του;

Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποια απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’ αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.

1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είνα απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση.

Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.

2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη.

Ο Σοπενάουερ γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.

Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.

3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη.

Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα.

Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.

Ίρβιν Γιάλομ - Στον κήπο του Επίκουρου, απόσπασμα

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

Πολιτισμός

Ο πολιτισμός για μας δεν ήταν μόνο να παράγεις και να καταναλώνεις βιβλία, πίνακες, κονσέρτα, ταινίες και θεατρικά έργα. Ο πολιτισμός δεν ξεκινά καν από εκεί.

Πολιτισμό θεωρούσαμε τη δημιουργία οποιουδήποτε χώρου συνάντησης μεταξύ των ανθρώπων.

Πολιτισμό θεωρούσαμε όλα τα σύμβολα ταυτότητας και συλλογικής μνήμης: τις μαρτυρίες της ύπαρξής μας, τις προφητείες της φαντασίας μας, τις καταγγελίες ενάντια σε ό,τι μας εμποδίζει να είμαστε αυτό που είμαστε.

Γι’ αυτό, το Crisis δημοσίευε, ανάμεσα στα ποιήματα, τα διηγήματα και τα σκίτσα, άρθρα για τα ψέματα της Ιστορίας που μας διδάσκουν στα σχολεία ή για τις απάτες και τους ελιγμούς των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών που πουλάνε αυτοκίνητα και ιδεολογία.

Γι’ αυτό, το περιοδικό συνήθιζε να καταγγέλλει το σύστημα των αξιών που εκθειάζει τα πράγματα και περιφρονεί τους ανθρώπους, το ύπουλο παιχνίδι του ανταγωνισμού και την κατανάλωση, που παρακινεί τους ανθρώπους να αναλώνονται μεταξύ τους και να συντρίβουν ο ένας τον άλλον.

Εδουάρδο Γκαλεάνο - Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου,απόσπασμα

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

Χρόνης Μίσσιος

«Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τι την κάνουμε, ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την… Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σμπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι, φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό».

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…

Όλα, όλα, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ…

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας…

Ό­μως τ’ αφήσαμε γι’ αύριο… Για να πάμε πού; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και μεις, αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος.

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει.

Ήρθανε να την πάρου­νε, και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο… Πήγαμε στην κηδεία της και κει άκουσα τον παπά να λέει. «Χους εί και εις χουν απελεύσει», και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέ­δες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…

Σ’ αυτό τον τόπο όλα τα πράγματα που πάραξε ο άνθρωπος έχουν μιαν αλαφράδα, μια οικειότητα, στοργή και αγάπη για τη ζωή, άλλο πράμα.

Ακόμα κι ο χριστιανισμός, που σε άλλους τόπους, όταν έγινε εξουσία, πέρασε από φωτιά και σίδερο όσους είχαν επιφυλάξεις ή σκάλιζαν τα πράγματα πέρα από «τας αγίας γραφάς», ή δεν παπαγάλιζαν σωστά όσα διακήρυχνε ο κάθε πάπας ή αρχιεπίσκοπος, όπως και η καθοδήγησή μας, άλλωστε-βλέπεις, το νταβατζιλίκι είναι η μοίρα όλων των εξουσιών- εδώ, σε τούτον τον τόπο, παρέμεινε βασικά ανθρώπινος.

Οι άγιοί μας είναι, να πούμε, κάτι ανάμεσα σε φιλαράκια, κουμπάρους και πολιτευτές, τους ζητάμε ρουσφέτια, εκδουλεύσεις, κι άμα δε μας κάνου­νε τη χάρη, τους γαμούμε το κέρατο, που λένε. Είναι, να πούμε, σκιές ζωής. Οι πιο σοβαροί είναι αντίγραφα των πολιτικών μας νταβατζήδων, των βουλευτών, θέλουν λιβάνια, υποταγή και τα ρέστα.

Η μόνη που δεν ασκεί εξουσία είναι η Παναγιά, αυτή η γυναίκα του λαού μας, που δίνει, δίνει, χωρίς να διεκδικεί για τον εαυτό της παρά τη λαχτάρα. Η μάνα που βλέπει το παιδί της να φεύγει σα βέλος μπροστά της, κι αυτή να λαχταράει, να τρομάζει για να καταλάβει αυτό το άγνωστο, το καινούριο που έφερε στον κόσμο, και που είναι ταυτόχρονα σάρκα της και ξένο.

Είναι η πιο τραγική μορφή του ανθρώπινου είδους, γι’ αυτό σ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία η εξουσία και η μάνα είναι τα κεντρικά πρόσωπα κάθε τραγωδίας, μόνο που η μάνα είναι ο αποδέκτης του πόνου, ενώ η εξουσία ο φορέας του. Ακόμα κι ο χριστιανισμός απογύμνωσε τη μάνα από κάθε εξουσία".

Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022

Η λειτουργία του κόσμου

“Η λειτουργία του κόσμου έπαψε να είναι το απόλυτο μυστήριο που ήταν, οι μοχλοί του κακού βρίσκονται μπροστά στα μάτια… όλων, για τα χέρια που τους χειρίζονται δεν υπάρχουν πια γάντια ικανά να κρύψουν τις κηλίδες του αίματος.

Θα έπρεπε, επομένως, να είναι εύκολο για τον καθένα να επιλέξει ανάμεσα στην πλευρά της αλήθειας και στην πλευρά του ψεύδους, ανάμεσα στον ανθρώπινο σεβασμό και στην ασέβεια προς τον άλλον, ανάμεσα σε αυτούς που είναι με τη ζωή και αυτούς που είναι εναντίον της.

Δυστυχώς, τα πράγματα δε συμβαίνουν πάντα έτσι.

Ο προσωπικός εγωισμός, το βόλεμα, η έλλειψη γενναιοδωρίας, οι μικρές δειλίες της καθημερινότητας, όλα αυτά συνεισφέρουν σε μια ολέθρια μορφή πνευματικής τυφλότητας, να βρισκόμαστε δηλαδή στον κόσμο και να μη βλέπουμε τον κόσμο, ή να βλέπουμε από αυτόν ότι, ανά πάσα στιγμή, τείνει να εξυπηρετεί τα συμφέροντά μας.

Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορούμε να ευχηθούμε παρά να έρθει η συνείδηση και να μας ταρακουνήσει επειγόντως από το μπράτσο και να μας ρωτήσει εξ επαφής: “Πού πας; Τι κάνεις; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;”.

Μια εξέγερση ελεύθερων συνειδήσεων θα χρειαζόμασταν. Είναι άραγε εφικτό;”

Ζοζέ Σαραμαγκού - Το τελευταίο τετράδιο / απόσπασμα