Τρίτη 1 Μαρτίου 2022

Κικίτσα

[…] Ακόμα και η πρώτη φορά επανάληψη είναι. «Κι αν όλα έχουν γραφτεί, πρέπει να ξαναγραφτούν από την αρχή. Αλλά πώς; Από κάτω θα φαίνονται οι ουλές» έχει πει η Αρβελέρ.

Το σχολιάζω, γιατί συμβαίνει πράγματι, κάτω από καθετί που επιχειρώ να ξαναγράψω από την αρχή, να φαίνονται καθαρά οι ουλές. Και ανησυχώ μήπως φταίει αποκλειστικά η γραφή που χρησιμοποιώ, μήπως την προμηθεύτηκα από καμιά πλανόδια νοθευμένη μέθοδο και δεν περιέχει τα μεγαλειώδη συστατικά του χρόνου, τα εγκεκριμένα από τον Σοφοκλή:

άπανθ’ ο μακρός καναρίθμητος χρόνος

φύει τ’ άδηλα και φανέντα κρύπτεται*

Ο χρόνος. Μακρύς. Αναρίθμητος και ταχυδακτυλουργός μέγας. Εντυπωσιακό το νούμερο όπου κλείνει τη μόνιμη συνεργάτιδά του, τη φθορά, σ’ ένα ξύλινο μπαούλο. Πειστικά την πριονίζει κάθετα από πάνω έως κάτω, περιμένεις, εύχεσαι να τη δεις κομμένη στα δύο. Αλλά εκείνη βγαίνει σώα, χαμογελαστή υποκλίνεται, την αποθεώνουν τα χειροκροτήματα. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, ο βίος είναι ένα ακούραστο ενθουσιώδες χειροκρότημα σε ό,τι τον πριονίζει, σε ό,τι τον φθείρει.

Ο παρηγορητικός χρόνος. Όταν φεύγει, μας αφήνει το τηλέφωνό του. Απαντάει πάντα η στενογράφος του: η μνήμη. Ποτέ ο ίδιος.

Η μνήμη. Αφανής ψυχοθεραπεύτρια. Διά του υπνωτισμού θεραπεύει από τη νόσο του τελεσίδικου κάθε τελειωμένο, κάθε απώλεια, προκαλώντας έτσι μια περιληπτική προσδοκώμενη Δευτέρα παρουσία τους. Κατακόμβη επίσης η μνήμη, όπου φυλάσσονται ανεκπλήρωτες επιθυμίες, και σαν «σώματα ωραίων νεκρών που δεν εγέρασαν μοιάζουν».

Εκεί κάτω βρέθηκε και το εικόνισμα με το μισοφαγωμένο πρόσωπο της νοσταλγίας, που λένε πως, άμα το πιστέψεις, πικραίνεσαι θαυματουργά.

Ας λέει ο Μάρκος Αυρήλιος: «παν εφήμερον, και ο μνημονεύων και το μνημονευόμενον». Εγώ επιμένω να θυμάμαι, γιατί είμαι ευσυνείδητη. Θέλω να γίνω ένας έντιμος, διακεκριμένος πλαστογράφος της διάρκειας.

Παν εφήμερον. Λήθη επομένως. Μούσα των ενοχών μας. Εγκληματικής απληστίας πλάσμα. Μεθοδεύει τον γρήγορο θάνατο της μνήμης, για να της αρπάξει ό,τι εκείνη κρυφά αποταμιεύει, να το δώσει στην άπορη παραμυθία.

Το επιχείρημα της λήθης για το λυσσαλέο κύρος που συσσωρεύει είναι ότι μ’ αυτό παρασκευάζει γιατρικό που θεραπεύει τις λύπες. Το ίδιο ακριβώς θεραπευτικό προϊόν δηλαδή που διαφημίζει η ανυπαρξία.

* Όλα, μακρύς ο χρόνος κι αναρίθμητος, τ᾽ άδηλα φανερώνει, τα φανερά τα κρύβει (Σοφοκλής, Αίας, μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη).

Κική Δημουλά 

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

Τάδε έφη Βασίλης Ραφαηλίδης

Είμαστε η χώρα των αξιοποιημένων αναξιοτήτων και των αναξιοποίητων αξιών.

Η γεμάτη αίμα και δυστυχία ανθρώπινη Ιστορία μαρτυράει πως δεν είναι αρκετό να γεννηθεί κανείς άνθρωπος. Πρέπει να γίνει άνθρωπος.

Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από φιλανθρωπία. Έχει ανάγκη από ανθρωπισμό.

Πάντα ονειρευόμουν για τον εαυτό μου το ανύπαρκτο επάγγελμα του αναγνώστη.

Ο τσοπάνος κάθεται και σκαλίζει την γκλίτσα του, όχι για να την κάνει σταθερότερη, αλλά ομορφότερη. Τούτο το «περιττό» που προστίθεται στο αναγκαίο, είναι η τέχνη. Όλοι, ακόμα κι οι πρωτόγονοι, θα ‘θελαν τα πράγματα που χρησιμοποιούν, εκτός από χρήσιμα, να είναι και ωραία.

Οι άνθρωποι που αγαπάνε τα βιβλία δεν έχουν πολλές ανάγκες και, κυρίως, δεν έχουν ηλίθιες ανάγκες.

Οι πολιτικοί δε δημιουργούν Ιστορία. Απλώς την υπηρετούν.

Κάθε διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα σε φυλές είναι διαφορά ανάμεσα σε συμφέροντα και όχι σε αίματα.

Το θέμα είναι να μην μπεις φυλακή. Όμως, έτσι και μπεις, αισθάνεσαι ελεύθερος. Κανείς δεν μπορεί να σε συλλάβει όταν ήδη σε έχουν συλλάβει και σε έχουν βάλει φυλακή.

Η λογική δεν έχει σχέση με την αισιοδοξία, ούτε με την απαισιοδοξία. Η λογική είναι από τη φύση της σκληρή και κυνική. Και παντελώς άσχετη με την Ηθική. Ποιος σας είπε πως ένας κλέφτης που ξέρει τη δουλειά του κάνει πράξεις παράλογες; Υπάρχει κάτι πιο λογικό από το να μη δουλεύεις κι ωστόσο να μπορείς να τρως;

Χρειάστηκε καιρός για να καταλάβω πως, σε τούτο τον τόπο, όσο πιο βλαξ είσαι τόσο καλύτερος εθνικόφρων γίνεσαι.

Δεν υπάρχει καθαρό χρήμα, παρά μόνο στον καθαρό εγκέφαλο των αφελών.

Δεν λέγεται πόσα χρωστάει η ιστορία στους βλάκες. Σχεδόν τα πάντα – εκτός από τον πολιτισμό. Ποτέ κανείς βλαξ δεν τα κατάφερε να παράγει πολιτισμό.

Ας μάθουμε επιτέλους να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους και να μην παραποιούμε την ιστορία μας. Ο ελληνικός λαός, στην πλειοψηφία του, αγάπησε το Μεταξά. Όπως και οι Ιταλοί που αγάπησαν το Μουσολίνι, όπως και οι Γερμανοί που αγάπησαν το Χίτλερ, όπως και οι Ισπανοί που αγάπησαν το Φράνκο. Ο φασισμός είναι λαϊκισμός- και κάθε λαϊκισμός είναι φασισμός κατά βάσιν και κατ' ουσίαν.

Ο φασισμός είναι κοινωνικό καθεστώς σπέσιαλ για μικροαστούς. Όχι για αστούς, ούτε για προλετάριους… Ο χάλιας μικροαστός πάντα έχει ανάγκη από έναν σούπερ πατέρα του έθνους, που να τον προστατεύει απ' τους παμφάγους καπιταλιστές, αλλά και από τους κομμουνιστές που απειλούν το όνειρό του για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη.

Οι αρχαίοι Έλληνες μεγαλούργησαν χάρη στην ανεκτικότητα τους, απέναντι σε όλους αυτούς που έρχονταν και εγκαθίστανται στις Ελληνικές πόλεις. Που ήταν Ελληνικές γιατί ανάπτυξαν ένα πολιτισμό, που ονομάστηκε Ελληνικός, από τον τόπο όπου εμφανίστηκε και όχι από την ποιότητα της ράτσας των αυτοχθόνων. Η Ελλάδα ήταν πάντα μια χοάνη συγκερασμού, εθνοτήτων και λαοτητων, ένα τέλειο χωνευτήρι λαών και τούτο χάρη στην θέση της, στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου εμφανιστήκαν όλοι οι σπουδαίοι πολιτισμοί που συγκεράστηκαν στον Ελληνικό. Πριν κάθε τι, η Ελλάδα είναι μια πολιτιστική παγκόσμια  έννοια. Όχι όμως θεωρία "ανωτέρας φυλής και περιουσίου έθνους.

Η δικτατορία της εκκλησίας είναι απόλυτη, διαρκής και σιωπηλή. Δεν θα απαλλαγούμε ποτέ από αυτήν, παρά να αλλάξει μια νοοτροπία σιγά σιγά ύστερα από 5, 6,10 αιώνες. Η εκκλησία ως ίδρυμα, ποτέ μα ποτέ δεν έπαιξε σοβαρό ρόλο στο έθνος των Ελλήνων. Η εκκλησία, η πίστη του ανθρώπου στον εαυτό του έπαιξε έναν κολοσσιαίο ρόλο. Όταν μιλούμε λοιπόν για τον ρόλο της εκκλησίας στην Ελλάδα, εννοούμε πάντα αυτό τον δεύτερο. Η σχέση του πιστού με την πίστη του. Εθνικοποιήσατε τον Θεό, λέτε ο Θεός των Ελλήνων, αν είναι δυνατόν.

Ήταν μια καλή μητέρα για όλους εμάς του κομμουνιστές του κόσμου όλου, που την αγαπήσαμε, άλλοι από κομματικό καθήκον, άλλοι από ηθική υποχρέωση και άλλοι από κεκτημένη ταχύτητα εξαιτίας της αγάπης μας για τον Μαρξ. Έπρεπε να σκοτώσουμε τη μάνα μας όσο ήταν ακόμη νέα και αναμάρτητη […] Δυστυχώς, τη σκοτώσαμε όταν έγινε 74 ετών και είχε πολύ αμαρτήσει.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2022

Περί βιβλίων

Τα βιβλία είναι καθρέφτες. Βλέπεις μέσα τους μόνο αυτά που ήδη έχεις μέσα σου.

Τα καλύτερα βιβλία είναι εκείνα που μας λένε αυτά που ήδη ξέρουμε.

Το να διαβάζεις χωρίς να στοχάζεσαι είναι σαν να τρως χωρίς να χωνεύεις.

Ένα βιβλίο διαβασμένο από χίλιους διαφορετικούς ανθρώπους είναι χίλια διαφορετικά βιβλία.

Τον Δάντη πάντα θα τον θαυμάζουν όλοι, επειδή ποτέ κανένας δεν τον διαβάζει.

Στην πραγματικότητα, κάθε αναγνώστης είναι, καθώς διαβάζει, αναγνώστης του ίδιου του του εαυτού.

Αν έχεις ένα κήπο και μια βιβλιοθήκη, έχεις όλα όσα σου χρειάζονται.

Πάντα φανταζόμουν τον παράδεισο σαν ένα είδος βιβλιοθήκης.

Αυτοί που διαβάζουν έχουν τον κόσμο κι αυτοί που βλέπουν τηλεόραση τον χάνουν.

Τα βιβλία έχουν τους ίδιους εχθρούς με τον άνθρωπο: τη φωτιά, την υγρασία, την ανοησία, το χρόνο και το ίδιο τους το περιεχόμενο.

Διάβαζε για να ζήσεις.

Το πρωτότυπο δεν είναι ποτέ πιστό στη μετάφραση.

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

Σούζαν Σόνταγκ

Ο χρόνος υπάρχει για να μη συμβαίνουν όλα ταυτοχρόνως… και ο χώρος υπάρχει για να μη συμβαίνουν όλα σε σένα.

Η δημοτικότητα και η πειστικότητα της επιστήμης της ψυχολογίας οφείλονται κυρίως στο γεγονός ότι πρόκειται για καταπιεσμένο πνευματισμό: μια άθρησκη και κατ’ επίφασιν επιστημονική μέθοδος επιβεβαίωσης της κυριαρχίας του πνεύματος επί της ύλης.

Οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας δεν έχουν να κάνουν με την επιστήμη. Έχουν να κάνουν με την καταστροφή, που είναι ένα από τα πιο παλιά θέματα της τέχνης.

Ζηλεύω τους παρανοϊκούς. Έχουν πραγματικά την εντύπωση ότι οι άλλοι άνθρωποι τους δίνουν σημασία.

Η επεξηγηματική ερμηνεία είναι η εκδίκηση που παίρνει ο διανοούμενος από την τέχνη.

Το μυαλό είναι ερωτογενής ζώνη.

Τίποτα δεν είναι μυστηριώδες, καμία ανθρώπινη σχέση, εκτός από την αγάπη.

Ο θάνατος είναι το αντίθετο του οτιδήποτε.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

Deus ex machina

Ο  τεράστιος ηλεκτρονικός υπολογιστής,μεγέθους ενός καθεδρικού ναού, περιείχε όλες τις πληροφορίες που υπήρχαν στην Γη,οι δε συνδυαστικές του δυνατότητες ήταν κυριολεκτικά απεριόριστες.Είχε παίξει (ακόμα και με τον εαυτό του) όλες τις δυνατές παρτίδες σκάκι, είχε διαβάσει όλα τα βιβλία, είχε φανταστεί ακόμα και αυτά που δεν είχαν γραφτεί ακόμα, είχε ονειρευτεί όλα τα όνειρα κι είχε ξαναζήσει όλες τις ζωές στα ανεξάντλητα κυκλώματα του. Τον είχαν κατασκευάσει και προγραμματίσει για να του υποβάλλουν την οριστική ερώτηση, και στο τέλος την υπέβαλλαν:

"Υπάρχει Θεός;"

"Τώρα ναι" απάντησε η μηχανή-και ανελήφθη εις τους ουρανούς.

Κάρλο Φραμπέτι

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

Τάδε έφη Καμύ

Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δυο φορές.

Θα σου πω ένα μυστικό φίλε μου. Μην περιμένεις την Ημέρα της Κρίσης. Έρχεται κάθε μέρα.

Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας.

Η ζωή μπορεί να είναι υπέροχη και συνταρακτική, αυτή είναι όλη η τραγωδία της. Χωρίς ομορφιά, αγάπη ή κίνδυνο, θα ήταν σχεδόν εύκολο να ζεις.

Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα.

Μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει, αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ’ αυτό που σε συνθλίβει.

Γοητεία είναι ένας τρόπος να παίρνεις την απάντηση «ναι», χωρίς να έχεις κάνει κάποια ξεκάθαρη ερώτηση.

Η ανάγκη να έχεις πάντα δίκιο είναι σφραγίδα ενός χυδαίου πνεύματος

Στην πραγματικότητα δεν ζούμε παρά μερικές ώρες της ζωής μας.

Η πραγματική γενναιοδωρία προς το μέλλον, έγκειται στο να τα δίνουμε όλα στο παρόν.

Επαναστατώ, άρα υπάρχω.

Το να αγαπάς ένα πλάσμα σημαίνει να έχεις αποδεχτεί πως θα γερνάς μαζί του.

Οι άνθρωποι σπεύδουν να ασκήσουν κριτική για να μην κριθούν οι ίδιοι.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021

Ντάριο Φο

Ο δικαστής είναι το καλύτερο επάγγελμα απ’όλα. Πρώτα πρώτα, δε βγαίνει ποτέ στη σύνταξη. Ενώ ο κοινός άνθρωπος, ο μέσος εργαζόμενος λόγου χάρη, είναι για πέταμα όταν κοντεύει τα εξήντα εξηνταπέντε, γιατί αρχίζει να γίνεται αργόστροφος και να μην έχει ζωηρά αντανακλαστικά, ο δικαστής μόλις που αρχίζει ουσιαστικά την καριέρα του.

Ο εργάτης, που δουλεύει στην αλυσίδα συναρμολόγησης ή στην πρέσα, είναι μετά τα πενήντα ξοφλημένος: προκαλεί καθυστερήσεις, δυστυχήματα, είναι για πέταμα. Ο μεταλλωρύχος στα πενηνταπέντε του έχει πνευμόνια χαλασμένα – οπότε, του δίνεις δρόμο, τον απολύεις, πριν φτάσει και στο όριο συνταξιοδότησης. Το ίδιο κι ο τραπεζικός: ύστερα από μιαν ηλικία, αρχίζει να κάνει λάθη στους λογαριασμούς, δε θυμάται πια τα ονόματα των επιχειρήσεων και των πελατών, τα μπερδεύει με τα επιτόκια, λησμονάει τον αριθμό λογαριασμού της ΚΥΠ ή των υπουργείων. Δρόμο, στο σπιτάκι σου, ξεκουμπίσου! Γέρασες, ξεκούτιανες! Ενώ ένας δικαστής, όχι!Με τους δικαστές, συμβαίνει το αντίθετο: όσο πιο γέροι και ξεκούτηδες είναι, τόσο πιο εύκολα εκλέγονται στα ανώτατα αξιώματα κι αναλαμβάνουν τα πιο σπουδαία έργα! Βλέπεις κάτι γεράκους από χαρτόνι, σταφιδιασμένους’ φοράνε μπέρτες με γουνάκια, σωληνωτές καπελαδούρες που σου θυμίζουν κομπάρσους απ’ τον φουρναράκο της Βενετίας, παραπαίουν, έχουνε φάτσες σα φελούς της Βαλ Γκαρντένα, γυαλιά δεμένα μ’ αλυσιδίτσες – μήπως και ξεχάσουν πού τ’ ακούμπησαν αν τα βγάλουν! Ε, λοιπόν, οι άνθρωποι αυτοί, έχουν το δικαίωμα να σε καταστρέψουν ή να σε σώσουν! Όταν τους έρχεται, ρίχνουν ποινές ξεγυρισμένες, σα να λένε απλώς «ίσως αύριο βρέξει»: «Πάρε πενήντα χρονάκια εσύ, τριάντα εσύ, και μόνο είκοσι εσύ, γιατί φαίνεσαι συμπαθητικούλης!»

Αγορεύουν, νομοθετούν, παίρνουν αποφάσεις, θεσπίζουν ποινές… είναι και πρόσωπα ιερά και απαραβίαστα! Άσε που, αν μιλήσεις άσχημα για τους δικαστές, σε πάνε μέσα για περιύβριση! Έτσι συμβαίνει εδώ, έτσι και στη Σαουδική Αραβία. Α, μάλιστα! Ο δικαστής είναι η προσωπικότητα που θα’θελα να υποδυθώ έστω και μια φορά στη ζωή μου. Θα ‘δινα όσα όσα γι’ αυτό. Ανώτατος δικαστικός, δικαστικός του Αρείου Πάγου: «Διατάξτε, εξοχότατε! Καθίστε! Ησυχία! Όρθιοι! Εισέρχεται το σεβαστόν δικαστήριον! Ω, με συγχωρείτε, σας έπεσε ένα κόκαλο! Δικό σας είναι, εξοχότατε;» «Όχι, αποκλείεται. Εγώ δεν έχω πια κόκαλα!»

Απόσπασμα από "Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού" - Ντάριο Φο