Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

Περί υπηκόων

Στο σχολείο κατασκευάζονται άνθρωποι. Η διαδικασία της κατασκευής ανθρώπων λέγεται εκπαίδευση. Η οικογένεια , ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, το θέατρο, το ραδιόφωνο, οι εφημερίδες, τα βιβλία και τα πλακάτ είναι σχολεία με την ευρύτερη έννοια. Όλα τα κέντρα που μεταδίδουν πληροφορίες είναι σχολεία. Για την κατασκευή πραγμάτων χρησιμοποιούνται εργαλεία. Το εργαλείο με το οποίο κατασκευάζονται άνθρωποι είναι η πληροφορία. Οι νόμοι φτιάχνονται από ανθρώπους. Κανείς δεν φτιάχνει έναν νόμο που να στρέφεται εναντίον του. Αν κάποιος δεν είναι πλουσιότερος από τους άλλους, δεν του περνάει από το μυαλό η σκέψη να πει: «Ου κλέψεις». Όταν οι πρώτοι άνθρωποι πλούτισαν αρκετά ώστε να μπορέσουν να συγκροτήσουν μια συμμορία για την καταπίεση και την εκμετάλλευση των άλλων, γεννήθηκε αυτό που ονομάζουμε σήμερα κράτος. Το κράτος είναι η μετεξέλιξη μιας συμμορίας από μπράβους. Οι νόμοι είναι η μετεξέλιξη ενός καταλόγου με τις επιθυμίες των πλούσιων δουλοκτητών. Το κράτος διευκολύνεται στη διακυβέρνηση αυτού του νέου είδους υπηκόων χάρη σε δύο εξελίξεις: η πρώτη είναι ο μηχανισμός της ποδηγέτησης γίνεται όλο και πιο πολύπλοκος και αδιαφανής για τους ποδηγετούμενους η δεύτερη είναι η εξέλιξη των δημόσιων πηγών πληροφοριών στις τελευταίες δεκαετίες. Μ’ αυτόν τον πανταχού παρόντα μηχανισμό των πληροφοριών και την επιρροή των σχολείων στους απροστάτευτους εγκεφάλους των ανήλικων μελών του πληθυσμού, μπορεί κανείς να εξαπατήσει ακόμα και έξυπνους ανθρώπους σε βαθμό που να πανηγυρίζουν φια την ίδια τη θανατική καταδίκη τους!

Έρνστ Αλεξάντερ Ράουτερ, Η κατασκευή των υπηκόων 

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Βάνδαλοι

Σήμερα θυμόμαστε τους Βανδάλους αφενός από τα εναπομείναντα ίχνη του κράτους που ίδρυσαν στην υπέροχη Ανδαλουσία (Βανδαλουσία) στην νοτιοδυτική Ισπανία, όπου βρίσκονται οι πόλεις Σεβίλλη, Κόρδοβα, Γρενάδα και οι χιλιοτραγουδημένες οροσειρές Σιέρα Μορένα και Σιέρα Νεβάδα, που μετά την εισβολή των Αράβων το 711, θα αποτελέσουν την καρδιά του ισπανικού αραβικού κράτους και αφετέρου, από τις σπασμένες μύτες των ελληνικών και ρωμαϊκών αγαλμάτων.
Όλοι οι βάρβαροι και όχι μόνον οι Βάνδαλοι όταν έβλεπαν άγαλμα τους έπιανε αμόκ. Πίστευαν πως τα αγάλματα είναι ο τρόπος που βρήκαν οι εχθροί να αιχμαλωτίσουν τα πολεμικά πνεύματα και να τα αντιπαραθέσουν στα βαρβαρικά όπλα. Κατά κάποιον τρόπο, αντιλαμβάνονταν τα αγάλματα όπως τα κοράκια αντιλαμβάνονται τα σκιάχτρα στον σπαρμένο αγρό. Για να καταστρέψουν, λοιπόν, τα κακά πνεύματα κατέστρεφαν τα αγάλματα, ώστε να ελευθερωθούν και να καταστραφούν τα κακά πνεύματα, που υπήρχαν στο άγαλμα υπό μορφήν κονσέρβας.
Όταν ήταν βιαστικοί και δεν είχαν καιρό να κάνουν θρύψαλα ένα άγαλμα, του έκοβαν τη μύτη. Το σπάσιμο της μύτης ήταν μια εύλογη και επαρκής, κατά την βαρβαρική λογική, καταστροφή του αγωγού απ΄ όπου τα πνεύματα μπαινοβγαίνουν στο σώμα υπό μορφήν αέρα. Πνεύμα άλλωστε, σημαίνει φύσημα, πνοή. Και αναπνοή σημαίνει πνοή που γίνεται κατ' επανάληψιν. Όταν πάψουμε να αναπνέουμε, τα πνεύματα σταματούν να μπαινοβγαίνουν στο κορμί και «παραδίδουμε το πνεύμα». Πράγμα που σημαίνει πως εκπνεύσαμε για τελευταία φορά χωρίς να εισπνεύσουμε ξανά. Η αναπνοή σταματάει τότε που βγαίνει η τελευταία πνοή.
Η βαρβαρική λογική δεν παύει να είναι λογική. Άλλωστε βαρβαρική λογική έχουν και πάμπολλοι από τους πολιτισμένους, και μάλιστα χωρίς κανένα άλλοθι, όπως οι βάρβαροι.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, μπορεί να καταλάβει κανείς εύκολα τη συμπεριφορά των βαρβάρων απέναντι στα έργα τέχνης. Έχει μια πρωτόγονη λογική αυτή η συμπεριφορά.
Όμως, πώς να καταλάβεις τη σύγχρονη παραλλαγή του βανδαλισμού, που από βαρβαρική συμπεριφορά γενικά έφτασε να σημαίνει βαρβαρική συμπεριφορά κυρίως απέναντι στα έργα τέχνης;
Γιατί μισούν και γιατί καταστρέφουν τα έργα τέχνης οι σημερινοί Βάνδαλοι;
Μα, διότι, μισούν το πνεύμα, γιατί το φοβούνται. Ξέρουν πως ένα έργο τέχνης, κατά κάποιον τρόπο κρατάει «αιχμάλωτο» το πνεύμα του δημιουργού. Καταστρέφοντας, λοιπόν, το έργο καταστρέφουν τον μάγο-καλλιτέχνη και την μαγεία της τέχνης.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει ουσιωδώς απ' την εποχή των Βανδάλων. Και δεν ξέρω ποιοι βανδαλίζουν περισσότερο, οι παλαιοβάνδαλοι ή οι νεοβάνδαλοι. Η συμπεριφορά απέναντι στα έργα τέχνης είναι το μέτρο της πολιτιστικής στάθμης ενός λαού.

Βασίλης Ραφαηλίδης, (Μυθ)ιστορία των βαρβάρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων

Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

Μίσος

Για να είναι αναγνωρίσιμος και επίφοβος ο εχθρός, πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι μας ή στο κατώφλι του σπιτιού μας. Να, λοιπόν γιατί οι Εβραίοι. Μας τους έδωσε η Θεία Πρόνοια, ας τους χρησιμοποιήσουμε, που να πάρει, κι ας προσευχόμαστε να υπάρχει πάντα ένας Εβραίος για να τον μισούμε ή να τον φοβόμαστε. Κάποιος είπε ότι ο πατριωτισμός είναι το έσχατο καταφύγιο των απατεώνων: όποιος δεν έχει ηθικές αρχές τυλίγεται συνήθως με μια σημαία και όλοι οι μπάσταρδοι επικαλούνται την καθαρότητα της φυλής τους. Η εθνική ταυτότητα είναι το τελευταίο καταφύγιο των άκληρων. Η αίσθηση της ταυτότητας βασίζεται στο μίσος, στο μίσος γι’αυτόν που δεν είναι ίδιος. Θα πρέπει να καλλιεργήσουμε το μίσος σαν πολιτικό πάθος. Ο εχθρός είναι ο φίλος των λαών. Χρειάζεται πάντα να μισούμε κάποιον για να νιώθουμε δικαιωμένοι μές στην δυστυχία μας. Το μίσος είναι το πραγματικό αρχέγονο πάθος. Και η αγάπη είναι μια ανώμαλη κατάσταση. Γι’αυτό και σκοτώθηκε ο Χριστός: μιλούσε ενάντια στη φύση. Δεν αγαπούμε κάποιον για όλη μας τη ζωή, αυτή η ανέφικτη ελπίδα γεννάει τη μοιχεία, τη μητροκτονία, την προδοσία του φίλου…Αντίθετα μπορούμε να μισούμε κάποιον για όλη μας τη ζωή. Αρκεί να βρίσκεται πάντα εκεί για ν’αναζωπυρώνει το μίσος μας. Το μίσος ζεσταίνει την καρδιά.

Ουμπέρτο Έκο, Το κοιμητήριο της Πράγας

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019

Αναρχικοί και Ονειροπόλοι

«Εμείς οι λιμπερτάριοι είμαστε Κοκκινολαίμηδες , θαρραλέοι όπως εκείνο το πουλάκι, πριν από πολλά χρόνια, που θέλησε να πάει στο γεράκι. Θέλεις να σου τη διηγηθώ πάλι»?
...«Ήταν λοιπόν αυτός ο Κοκκινολαίμης, τόσο μικρός, που χωρούσε στην παλάμη του ενός χεριού, αλλά είχε τις δικές του ιδέες και κανείς δεν κατάφερνε να του τις βγάλει απ’ το κεφάλι. Ήθελε να πετάει εδώ κι εκεί, να βλέπει τον κόσμο, να τσιμπολογάει όπου έβρισκε να χορτάσει την πείνα του και καθόλου δεν του άρεσε που του ‘χαν ορίσει τη θεσούλα του και το θέμα είχε λήξει. Έτσι μια μέρα, πήρε το θάρρος και παρουσιάστηκε στον κύριο γεράκι, τον βασιλιά των πουλιών του δάσους.
-Θα ήθελα την άδεια εξοχότατε, να πηγαίνω λιγουλάκι όπου μου αρέσει, άλλωστε δεν θα ενοχλούσα κανέναν, μικρούλης όπως είμαι.
Έτσι του ‘πε, και στο μεταξύ έτρεμε και το τελευταίο πουπουλάκι του. Το γεράκι σκοτείνιασε αμέσως και είπε χοντραίνοντας τη φωνή του:
-Αυτή η υπόθεση δεν μ’ αρέσει καθόλου. Πρέπει να βάλεις μυαλό και να πάψεις να ενοχλείς με τις απαιτήσεις σου. Δίνε του η αλλιώς φωνάζω τις καρακάξες.
Και λέγοντας αυτά, χωρίς καν να το πάρει είδηση, του έδωσε μια με το πόδι του και του μάτωσε τη φτερούγα του. Το πλήρωσε ακριβά εκείνο το πουλάκι το πάθος του για ελευθερία. Μα πεισματάρικο καθώς ήταν, σε δυο τρεις μέρες ήταν πάλι στον αέρα και πετούσε! Κακήν κακώς βέβαια και θεόστραβα, σέρνοντας την πληγωμένη φτερούγα του. Έμοιαζε με παλιάτσο, τόσο αστείος ήταν, με τον τρόπο που είχε βρει να πετάει μόνο μ’ ένα φτερό! Κι όλα τα πουλιά δώσ’ του να γελάνε. Κι έσκαγαν στα γέλια το γεράκι και οι καρακάξες του. Έτσι που, από τα πολλά γέλια, κανείς δεν έπαιρνε είδηση ότι κάθε μέρα που περνούσε ο Κοκκινολαίμης πετούσε όλο και λίγο ψηλότερα, όλο και λίγο μακρύτερα από το μέρος που του είχαν ορίσει. Και τη μέρα που το γεράκι το κατάλαβε, ο Κοκκινολαίμης πετούσε πια τόσο ψηλά, που από κει πάνω άρχισε να βομβαρδίζει το βασιλιά των πουλιών στο κεφάλι με σκατούλες!!!».
Νομίζω πως είναι μια τεκμηριωμένη, πολιτική και ηθική αγωγή, υπάρχουμε εμείς οι Λιμπερτάριοι Κοκκινολαίμηδες και υπάρχει η Αναρχία. Η θεία Αναρχία είναι μακριά, αλλά οι καλές της επιρροές έμελλε να με κάνουν καλύτερο, πιο θαρραλέο και πιο ωραίο, διαφορετικό απ’ τη μάζα των σκλάβων που δεν τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι...

Μαουρίτσιο Ματζάνι, Αναρχικοί και Ονειροπόλοι

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

Φλίπερ

«Το φλίπερ δεν παίζεται μόνο με τα χέρια αλλά και με το εφηβαίο. Με το φλίπερ το πρόβλημα δεν είναι να σταματήσεις το μπαλάκι προτού κατρακυλήσει μέσα, ούτε να το ξαναρίξεις στη μέση του γηπέδου με την ορμή ενός μπακ, αλλά να το υποχρεώσεις να μείνει ψηλά, εκεί που οι φωτεινοί στόχοι είναι περισσότεροι, να χοροπηδάει από τον ένα στον άλλο τριγυρνώντας αποπροσανατολισμένο και παλαβό, μα χάρη στην δική σου θέληση. Και αυτό το κατορθώνεις όχι δίνοντας χτυπήματα στην μπάλα αλλά μεταδίδοντας δονήσεις στην κάσα που την περιέχει, και μάλιστα γλυκά, ώστε να μην τις αντιληφθεί το φλίπερ και κάνει τιλτ. Και αυτό γίνεται μόνο με το εφηβαίο, ή μάλλον μ’ ένα παιχνίδι των γοφών, ώστε το εφηβαίο να μη χτυπάει κατευθείαν και να κρατιέται διαρκώς εκτός οργασμού.

Αν οι γοφοί κινούνται σύμφωνα με τη φύση, δεν είναι τόσο το εφηβαίο όσο οι γλουτοί που δίνουν το χτύπημα προς τα μπρός, αλλά με χάρη, έτσι ώστε όταν η κρούση φτάνει στο εφηβαίο να έχει ήδη αμβλυνθεί, όπως στην ομοιοπαθητική, που όσο περισσότερους χυμούς βάζεις στο διάλυμα και η ουσία σιγά σιγά σχεδόν χάνεται στο νερό που προσθέτεις, ώσπου να εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά, τόσο πιο ισχυρό είναι το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Και να που από το εφηβαίο ένα αδιόρατο ρεύμα μεταδίδεται στην κάσα και το φλίπερ υπακούει χωρίς να εκνευρίζεται, το μπαλάκι τρέχει αντίθετα στη φύση, αντίθετα στην αδράνεια, αντίθετα στη βαρύτητα, αντίθετα στους νόμους της δυναμικής, αντίθετα στην πονηριά του κατασκευαστή που την ήθελε να ξεφεύγει, και διαποτίζεται από μία κινητήρια δύναμη συνεχίζοντας να παίζει για χρόνους αξιομνημόνευτους και αμνημόνευτους.

Ωστόσο χρειάζεται ένα γυναικείο εφηβαίο, που δεν παρεμβάλλει σπηλαιώδη σώματα ανάμεσα στον ειλεό και τη μηχανή, και δε θέτει ενδιάμεση στυτική ύλη, παρά μόνο δέρμα, νεύρα και κόκαλα, τυλιγμένα σε τζιν σε μια μεταρσιωμένη ερωτική μανία, μια επίβουλη παγερότητα, μια αδιάφορη προσαρμογή στην ευαισθησία του εραστή, μια απόλαυση στη διέγερση του πόθου του χωρίς να υφίσταται το ξεχείλισμα του δικού σου πόθου: η αμαζόνα πρέπει να ξετρελαίνει το φλίπερ και ν’ απολαμβάνει εκ των προτέρων το γεγονός ότι αργότερα θα το εγκαταλείψει» .

Ουμπέρτο Έκο, Το εκκρεμές του Φουκώ

Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

Κορτάσαρ, ξανά

Φαντάζομαι τον άνθρωπο σαν αμοιβάδα που βγάζει ψευδοπόδια για να φτάσει και να περικυκλώσει την τροφή της. Υπάρχουν ψευδοπόδια που είναι μακριά ή κοντά, κινήσεις, ελιγμοί. Μια μέρα όλα αυτά παγιώνονται (είναι αυτό που λένε ωριμότητα, δημιουργημένος άνθρωπος). Από την μια μεριά φτάνει μακριά, από την άλλη δε βλέπει μια λάμπα στα δύο μέτρα. ... ώσπου μια ακαριαία κατολίσθηση του δείχνει, για μια στιγμή, χωρίς όμως δυστυχώς να του δίνει και τον καιρό να καταλάβει τι,
του δείχνει την κατακερματισμένη του ύπαρξη, τα ακανόνιστα ψευδοπόδια του,
την υποψία ότι παραπέρα, εκεί που τώρα βλέπω μόνο τη διάφανη ατμόσφαιρα,
ή σ΄αυτήν την αναποφασιστικότητα, στη διασταύρωση των προαιρέσεων,
εγώ ό ίδιος, στο υπόλοιπο της πραγματικότητας που αγνοώ, περιμένω τον εαυτό μου ματαίως.

Χούλιο Κορτάσαρ - "Το κουτσό"

Τρίτη 4 Ιουνίου 2019

Ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος

Το κτήριο: γκρίζο, τετράγωνο, τριάντα τέσσερα ολόκληρα πατώματα. Και στην είσοδο η επιγραφή:

ΚΕΝΤΡΟ ΕΠΩΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ.

Στον θυρεό το έμβλημα τού Παγκόσμιου Κράτους:

ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ. ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ.

Η πελώρια αίθουσα, στο ισόγειο, έβλεπε κατά τον Βορρά. Έξω ήταν καλοκαίρι. Μέσα στην αίθουσα η θερμοκρασία ήταν τροπική. Κι όμως, τι χειμώνας γύρω! Τι παγωνιά! Μια ηλιαχτίδα που ταξίδευε, απ’ το μεγάλο παράθυρο, μάταια έψαχνε να βρει κάποια επιφάνεια που να τήν σκεπάζει κανένα βαρύ, σπλαχνικό υφαντό. Κάποιο ρίγος πνευματικότητας σ’ ένα αχνό σχήμα.

Όλα γύρω, χειμωνιά στη χειμωνιά. Τζάμι και νίκελ, και η ζοφερά γυαλισμένη πορσελάνη των επιστημονικών εργαστηρίων. Άσπρες οι φόρμες των εργαζομένων, και τα χέρια τους ντυμένα με γάντια από καουτσούκ στο χρώμα των πτωμάτων. Φάντασμα το φως, παγωμένο λείψανο. Μόνο από τους μπρούντζινους σωλήνες των μικροσκοπίων δανειζότανε μια ουσία κάπως πλούσια και ζωντανή. Κάτω από κάθε φακό, σαν μικρά, ορεκτικά κομμάτια κασέρι, ήταν τα λήμματα, σ? ατέλειωτες σειρές, παρατεταγμένα πάνω στα εργαστηριακά τραπέζια.

«Κι αυτός», είπε ο Διευθυντής ανοίγοντας την πόρτα, «είναι ο Θάλαμος Γονιμοποίησης».

Την ώρα που ο Διευθυντής Επωαστηρίων και Πληθυσμιακού Προγραμματισμού μπήκε στον θάλαμο, τριακόσιοι Γονιμοποιοί, σκυμμένοι πάνω στα όργανα τής εργασίας τους, ήταν βυθισμένοι στη δουλειά τους, μέσα σε μια αποπνικτική, σχεδόν, σιγή, τη σιγή τής απόλυτης προσήλωσης, που την διέκοπτε μόνον κάποιος ψίθυρος, ή έστω κι ένα μικρό μηχανικό σύριγμα. Μια ομάδα από νέους φοιτητές που μόλις είχαν φτάσει στο Κέντρο, νεαρά ροδομάγουλα ξεπεταρούδια, ακολουθούσαν τον Διευθυντή κατά πόδας, σχεδόν, σαν αυτόματα. Ο καθένας τους κρατούσε ένα σημειωματάριο όπου σημείωνε, με βιάση, τα όσα έλεγε ο διαπρεπέστατος άνδρας. Ναι, είχαν το προνόμιο να αντλούν τη γνώση από την πηγή. Και τί προνόμιο! Ο Διευθυντής Επωαστηρίων και Πληθυσμιακού Προγραμματισμού τού Κεντρικού Λονδίνου πάντοτε φρόντιζε να οδηγεί προσωπικά τους νέους φοιτητές στην πρώτη επίσκεψη των διαφόρων τμημάτων.

«Έτσι, για να σάς παράσχω μια γενική ιδέα», εξηγούσε.

Βέβαια, κάποια γενική ιδέα θα έπρεπε να αποκτήσουν για να μπορούν να διεκπεραιώνουν υπεύθυνα την εργασία τους. Αλλά μόνον τόση, όση χρειαζότανε και τίποτα παραπάνω — τα χρηστά μέλη τού Συνόλου, για να είναι ευτυχή, δεν πρέπει να ξέρουν πολλά.

Όλοι, άλλωστε, τό ήξεραν πως οι λεπτομέρειες είναι που οδηγούν στην αρετή και την ευτυχία, ενώ οι γενικότητες είναι απλώς αναγκαία πνευματικά κακά. Η Κοινωνία δεν βασίζεται στους φιλόσοφους, αλλά στους φιλολόγους και στους συλλέκτες γραμματοσήμων.

«Από αύριο», συνήθιζε να λέει, χαμογελώντας με μια κάπως απειλητική μεγαθυμία, «θα στρωθείτε σε σοβαρή εργασία και δεν θα έχετε καιρό για γενικότητες. Στο μεταξύ όμως, θα σάς πω ολίγα τινά…».

Οι νέοι σπουδαστές κρατούσαν σημειώσεις σαν τρελοί. Είχαν το προνόμιο να καταγράφουν τα «ολίγα τινά» στο σημειωματάριό τους κατ’ ευθείαν από την πηγή. Και τι προνόμιο!

Ψηλός, λιγνός και ευθυτενής, ο Διευθυντής προχώρησε στον θάλαμο. Είχε μακρύ σαγόνι, μεγάλα προεξέχοντα δόντια που τα σκέπαζαν, όταν δεν μιλούσε, πλούσια, καλογραμμένα χείλια. Να ταν νέος: Να ταν γέρος; Τριάντα; Πενήντα; Πενήντα πέντε; Ήταν δύσκολο να τό πεις και, στο κάτω-κάτω, το θέμα δεν είχε σημασία. Στο έτος αυτό τής Σταθερότητας, το 632 Α.Θ.Μ.*, δεν σου περνούσε καν από το μυαλό το θέμα τής ηλικίας. Ήταν, πια, εντελώς ξεπερασμένο

«θ’ αρχίσω από την αρχή», είπε ο Δέλτα Έψιλον Πι Πι, και οι πιο επιμελείς από τους φοιτητές κατέγραψαν, κι αυτή, ακόμη, την πρόθεση του στο σημειωματάριό τους: «Θ* αρχίσουμε από την αρχή!».

***

* 632 Α.Θ.Μ. = Από θεοποιήσεως Μηχανής. Το έτος Ένα Α.Θ.Μ. τοποθετείται, περίπου, στην ιστορική περίοδο τής διάδοσης ατμοκινήτων αυτοκινήτων στην αμερικανική ήπειρο από έναν προφήτη που άκουγε στο όνομα Χένρυ Φορντ (Σ.τ.Μ.).

Άλντους Χάξλεϋ - Ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος