Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017
Μαθαίνεις
Μετά από λίγο μαθαίνεις την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια
Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις… με κάθε αντίο μαθαίνεις…
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια
Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις… με κάθε αντίο μαθαίνεις…
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017
Πόρτνοϊ
"Για να μη μιλήσουμε, γιατρέ μου, για τα πράγματα απ' τα οποία προσπαθώ τόσο σκληρά να ξεφύγω -γιατί, είναι γεγονός, δεν τα καταφέρνω. Είμαι σημαδεμένος σαν οδικός χάρτης απ' την κορφή ως τα νύχια με τ' απωθημένα μου. Μπορείς να διασχίσεις όλο μου το σώμα κατά μήκος και κατά πλάτος, πάνω σε αυτοκινητόδρομους ντροπής, αναστολών και φόβου..."
Φίλιπ Ροθ, "Το σύνδρομο Πόρτνοϊ"
Φίλιπ Ροθ, "Το σύνδρομο Πόρτνοϊ"
Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017
Ιστορίες
Απαγορεύεται να είσαι ανεξάρτητος
Στα μέσα του 1960, το Κονγκό, που μέχρι τότε ήταν Βελγική αποικία, γιόρτασε την ανεξαρτησία του.
Το κοινό άκουγε τις ατελείωτες εκφωνήσεις λόγων και έλιωνε από την ζέστη και την ανία. Το Κονγκό, ο ευγνώμων μαθητής, υποσχόταν καλή διαγωγή. Το Βέλγιο, αυστηρή δασκάλα, προειδοποιούσε για τους κινδύνους της ελευθερίας.
Τότε ξέσπασε η ομιλία του Πατρίς Λουμούμπα. Κατηγόρησε την αυτοκρατορία της σιωπής, και με τη φωνή του μίλησαν όσοι δεν είχαν φωνή. Εκείνος ο γρουσούζης, που τους είχε χαλάσει τη γιορτή, αναφέρθηκε στους πρωτεργάτες της ανεξαρτησίας, τους δολοφονημένους, τους φυλακισμένους, τους βασανισμένους, τους εξόριστους που όλα εκείνα τα χρόνια είχαν αγωνιστεί ενάντια στην ταπεινωτική σκλαβιά της αποικιοκρατίας.
Στην ευρωπαϊκή εξέδρα έπεσε μια παγερή σιωπή, όμως τα λόγια του διακόπηκαν οχτώ φορές από τις επευφημίες του κοινού.
Εκείνη η ομιλία σφράγισε τη μοίρα του.
Ο Λουμούμπα, που μόλις είχε βγει από τη φυλακή, κέρδισε τις πρώτες ελεύθερες εκλογές στην ιστορία του Κονγκό, και βρέθηκε επικεφαλής της πρώτης κυβέρνησης, όμως ο βελγικός τύπος τον αποκάλεσε «αγράμματο κλέφτη που παραληρεί». Οι μυστικές υπηρεσίες του Βελγίου στις αναφορές τους τον αποκαλούσαν Σατανά. Ο διευθυντής της CIA, ο Άλεν Ντάλες, έστειλε την εξής εντολή στους υπαλλήλους του:
«Η ανατροπή του Λουμούμπα είναι επείγουσα υπόθεση για μας».
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αϊζενχάουερ είπε στον Βρετανό πρωθυπουργό, λόρδο Χόουμ:
«Θέλω να βρεθεί ο Λουμούμπα μέσα σε ένα ποτάμι γεμάτο κροκόδειλους».
Ο λόρδος Χόουμ έκανε μια εβδομάδα να του απαντήσει:
«Έφτασε η στιγμή να απαλλαχτούμε από αυτόν».
Και ο υπουργός Αφρικανικών Υποθέσεων της βελγικής κυβέρνησης, είπε κι αυτός τη γνώμη του:
«Ο Λουμούμπα πρέπει να φύγει μια για πάντα».
Στις αρχές του 1961, Βέλγοι αξιωματούχοι επικεφαλής οχτώ στρατιωτών και εννέα αστυνομικών εκτέλεσαν τον Λουμούμπα, καθώς και τους στενότερους συνεργάτες του.
Επειδή η βελγική κυβέρνηση και τα ανδρείκελά της, ο Μομπούτου και ο Τσομπέ, φοβόντουσαν την λαϊκή εξέγερση, απέκρυψαν το έγκλημα.
Δεκαπέντε μέρες αργότερα, ο νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζον Κένεντι, ανακοίνωσε:
«Δεν θα επιτρέψουμε να επανέλθει ο Λουμούμπα στην κυβέρνηση».
Και ο Λουμούμπα, που είχε ήδη δολοφονηθεί και σάπιζε σε ένα βαρέλι με θειικό οξύ, δεν επανήλθε στην κυβέρνηση.
Άλι
Ανάλαφρος σαν φτερό και δυνατός σαν μολύβι. Έπαιζε μποξ χορεύοντας, αλλά ήταν καταλυτικός.
Το 1967 ο Μοχάμεντ Άλι, που γεννήθηκε με το όνομα Κάσιους Κλέι, αρνήθηκε να φορέσει στρατιωτικά.
«Θέλουν να με στείλουν να σκοτώσω Βιετναμέζους», είπε. «Ποιος ταπεινώνει τους μαύρους στη χώρα μου; Οι Βιετναμέζοι; Αυτοί δεν μου έχουν κάνει τίποτα.»
Τον αποκάλεσαν προδότη της πατρίδας. Τον απείλησαν με φυλάκιση, του απαγόρευσαν να συνεχίσει το μποξ. Του αφαίρεσαν τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή. Η τιμωρία αυτή ήταν το τρόπαιό του. Παίρνοντάς του το στέμμα, τον έστεψαν βασιλιά.
Πέντε χρόνια αργότερα, κάποιοι φοιτητές του ζήτησαν να απαγγείλει κάτι. Κι εκείνος επινόησε στη στιγμή το συντομότερο ποίημα της παγκόσμιας ιστορίας:
Me, we
Εγώ, εμείς.
Και άλλη περίπτωση αμνησίας
Η διάγνωση των γιατρών έλεγε ότι ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοτσέτ έπασχε από γεροντική άνοια.
Δεν μπορούσε να δικαστεί, γιατί δεν είχε σώας τας φρένας.
Ο Πινοτσέτ προσπέρασε ατάραχος τριακόσιες μηνύσεις για εγκλήματα, και πέθανε χωρίς να καταδικαστεί ούτε μια φορά. Η χιλιανή δημοκρατία αναστήθηκε, έχοντας την υποχρέωση να πληρώσει τα χρέη του και να λησμονήσει τα εγκλήματά του, ενώ ο ίδιος μοιραζόταν την επίσημη κρατική αμνησία.
Είχε σκοτώσει, είχε βασανίσει, αλλά έλεγε πάντα:
«Δεν ήμουνα εγώ. Άλλωστε δεν το θυμάμαι. Κι απ’ όσα θυμάμαι, δεν ήμουνα εγώ».
Στη διεθνή ποδοσφαιρική γλώσσα, οι κακές ομάδες ονομάζονται Πινοτσέτ, γιατί γεμίζουν στάδια που βασανίζουν κόσμο. Όμως ο Πινοτσέτ είχε και θαυμαστές. Η λεωφόρος της 11ης Σεπτεμβρίου στο Σαντιάγο δεν ονομάστηκε έτσι στη μνήμη των θυμάτων της τρομοκρατικής επίθεσης που γκρέμισε τους πύργους της Νέας Υόρκης, αλλά στη μνήμη του τρομοκρατικού πραξικοπήματος που γκρέμισε τη δημοκρατία στη Χιλή.
Σε ένδειξη ακούσιας αλληλεγγύης, ο Πινοτσέτε πέθανε την Παγκόσμια Ημέρα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Εκείνη την εποχή είχαν ήδη βρεθεί, σε εκατόν είκοσι λογαριασμούς διαφόρων τραπεζών ανά τον κόσμο, πάνω από τριάντα εκατομμύρια δολάρια, που ο ίδιος είχε κλέψει. Αυτή η αποκάλυψη επηρέασε κάπως το γόητρό του. Όχι επειδή ήταν κλέφτης, αλλά επειδή ήταν απρόσεχτος κλέφτης.
Το μισοσβησμένο όνομα
Την άνοιξη του 1979, ο αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Αρνούλφο Ρομέρο του Ελ Σαλβαδόρ ταξίδεψε στο Βατικανό. Παρακάλεσε, ικέτευσε, ζητιάνεψε ακρόαση από τον πάπα Ιωάννη Παύλο τον Β’:
«Να περιμένετε τη σειρά σας.»
«Δεν σας γνωρίζουμε.»
«Ελάτε αύριο.»
Τέλος, μπήκε στην σειρά μαζί με τους άλλους πιστούς που περίμεναν την ευλογία, και ο Ρομέρο μπόρεσε να κλέψει από την Αγιοσύνη του μερικά λεπτά.
Προσπάθησε να του δώσει ένα πολυσέλιδο έγγραφο με φωτογραφίες και καταθέσεις μαρτύρων, όμως ο πάπας του το έδωσε πίσω:
«Δεν έχω καιρό να τα διαβάσω όλα αυτά.»
Ο Ρομέρο προσπάθησε να του πει πως ο στρατός είχε βασανίσει και είχε δολοφονήσει χιλιάδες Σαλβαδοριανούς, μεταξύ άλλων πολλούς καθολικούς και πέντε ιερείς, και πως χθες ακόμα, λίγο πριν την ακρόαση αυτή, στρατιώτες είχαν πυροβολήσει είκοσι πέντε άτομα μπροστά στον καθεδρικό ναό.
Ο Αρχηγός της Εκκλησίας τον διέκοψε απότομα:
«Μη υπερβάλλετε, αρχιεπίσκοπε!»
Η συνάντηση δεν κράτησε πολύ.
Ο διάδοχος του Αγίου Πέτρου απαίτησε, διέταξε:
«Θα πρέπει να τα βρείτε με την κυβέρνηση! Ένας καλός χριστιανός δεν δημιουργεί προβλήματα στις αρχές. Η Εκκλησία θέλει ειρήνη και αρμονία!»
Δέκα μήνες αργότερα, ο αρχιεπίσκοπος Ρομέρο έπεσε νεκρός σε μια εκκλησία του Ελ Σαλβαδόρ. Η σφαίρα τον χτύπησε την ώρα της λειτουργίας, τη στιγμή που ύψωνε την όστια.
Ο Ανώτατος Ποντίφηκας από τη Ρώμη καταδίκασε το έγκλημα.
Ξέχασε να καταδικάσει και τους εγκληματίες.
Χρόνια αργότερα, στο πάρκο Κουσκατλάν, ένα τεράστιο τείχος θυμίζει τους άμαχους θύματα του πολέμου. Είναι χιλιάδες ολόκληρες τα λευκά ονόματα που βρίσκονται χαραγμένα πάνω στο μαύρο μάρμαρο. Το όνομα του αρχιεπίσκοπου Ρομέρο είναι το μοναδικό που είναι μισοσβησμένο.
Από τα δάχτυλα του κόσμου.
Ο κηπουρός
Στα τέλη του 1967, σε ένα νοσοκομείο της Νότιας Αφρικής, ο Κρίστιαν Μπάρναρντ μεταμόσχευσε για πρώτη φορά μια ανθρώπινη καρδιά, κι έγινε ο διασημότερος γιατρός του κόσμου.
Σε μια φωτογραφία εμφανίστηκε ένας μαύρος ανάμεσα στους βοηθούς του.
Ο διευθυντής του νοσοκομείου διευκρίνισε πως είχε βρεθεί εκεί κατά τύχη.
Εκείνη την εποχή ο Χάμιλτον Νάκι ζούσε σε μια παράγκα δίχως φως και τρεχούμενο νερό. Δεν είχε δίπλωμα, ούτε καν είχε τελειώσει το δημοτικό, όμως ήταν το δεξί χέρι του δόκτορα Μπάρναρντ. Δούλευε κρυφά μαζί του. Ο νόμος, ή τα έθιμα, απαγόρευαν ένας μαύρος να αγγίξει αίμα ή σάρκα λευκού.
Πριν πεθάνει ο Μπάρναρντ παραδέχτηκε:
«Μπορεί εκείνος να ήταν, από άποψη τεχνικής, καλύτερος από μένα.»
Ίσως ο Μπάρναρντ να μην είχε καταφέρει ό,τι κατάφερε χωρίς εκείνο τον άνθρωπο με τα μαγικά δάχτυλα, που είχε κάνει μεταμοσχεύσεις καρδιάς πολλές φορές σε γουρούνια και σκυλιά.
Ο Χάμιλτον Νάκι είχε προσληφθεί σαν κηπουρός στο νοσοκομείο.
Και σαν κηπουρός πήρε σύνταξη.
Δεν ήταν ήρωες του Χόλιγουντ
Η Σοβιετική Ένωση έβαλε τους νεκρούς.
Σε αυτό συμφωνούν όλες οι στατιστικές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στον πόλεμο αυτό, τον πιο αιματηρό της ιστορίας, ο λαός που είχε ταπεινώσει τον Ναπολέοντα έκανε τον Χίτλερ να λυσσάξει με την πανωλεθρία του.
Το αντίτιμο ήταν βαρύ: ο αριθμός των Σοβιετικών που χάθηκαν ήταν παραπάνω από τους μισούς όλων των νεκρών Συμμάχων, και σχεδόν διπλάσιος από τους νεκρούς του εχθρού.
Μερικά παραδείγματα σε στρογγυλά νούμερα:
Η πολιορκία του Λένινγκραντ σκότωσε ένα εκατομμύριο από την πείνα.
Η μάχη του Στάλινγκραντ άφησε οχτακόσιες χιλιάδες νεκρούς ή πληγωμένους Σοβιετικούς,
Στην άμυνα της Μόσχας έπεσαν εφτακόσιες χιλιάδες, και στο Κουρσκ εξακόσιες χιλιάδες.
Στο Βερολίνο τριακόσιες χιλιάδες,
Στον ποταμό Δνείπερο χάθηκαν εκατό φορές περισσότερες ζωές απ’ ότι στην αποβίβαση της Νορμανδίας, αλλά η μάχη είναι εκατό φορές λιγότερο γνωστή.
Πώς γεννιέται ένα Πανεπιστήμιο
Την εποχή της αποικιοκρατίας στη Βραζιλία, οι οικογένειες που είχαν την πολυτέλεια να σπουδάσουν τα παιδιά τους τα έστελναν στην Κοΐμπρα της Πορτογαλίας.
Αργότερα, ιδρύθηκαν στην Βραζιλία ορισμένες σχολές για γιατρούς και δικηγόρους: αποφοιτούσαν λίγοι, γιατί ήταν μικρή η πελατεία σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι δεν είχαν δικαιώματα, και το μόνο γιατρικό τους ήταν ο θάνατος.
Πανεπιστήμιο δεν υπήρχε.
Όμως το 1922 ο Βέλγος βασιλιάς Λεοπόλδος Γ’ ανακοίνωσε ότι θα επισκεφτεί τη χώρα, και παρόμοια εξέχουσα προσωπικότητα έπρεπε να τιμηθεί με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα, τίτλο που μόνο ένα πανεπιστήμιο μπορούσε να απονέμει.
Έτσι γεννήθηκε το Πανεπιστήμιο. Στήθηκε στα βιαστικά, στο παλιό κτίριο που στεγαζόταν το Αυτοκρατορικό Ίδρυμα των Τυφλών. Δυστυχώς, αναγκάστηκαν να διώξουν τους τυφλούς.
Και η Βραζιλία, που οφείλει στους μαύρους την εξαιρετική μουσική της, το ποδόσφαιρο, το φαγητό και τα ξεφαντώματά της, κατάφερε να δώσει τον τίτλου του διδάκτορα σε ένα βασιλιά, απλά και μόνο επειδή ήταν ο κληρονόμος μιας οικογένειας που ειδικευόταν στην εξόντωση των μαύρων του Κονγκό.
Απολεσθέντα αντικείμενα
Ο 20ός αιώνας, που γεννήθηκε εξαγγέλλοντας ειρήνη και δικαιοσύνη, πέθανε λουσμένος στο αίμα, κι άφησε τον κόσμο με ακόμα περισσότερες αδικίες απ’ όσες τον είχε βρει.
Ο 21ος αιώνας, που επίσης είχε εξαγγείλει με τη γέννησή του ειρήνη και δικαιοσύνη, ακολουθεί τα χνάρια του προηγούμενου αιώνα.
Κάποτε, παιδί, ήμουνα βέβαιος ότι όλα όσα χανόντουσαν στη γη κατέληγαν στη σελήνη.
Όμως οι αστροναύτες δεν βρήκαν επικίνδυνα όνειρα ούτε ανεκπλήρωτες υποσχέσεις ούτε χαμένες ελπίδες.
Αν δεν είναι στη σελήνη, τότε που είναι;
Μήπως δεν χάθηκαν από τη γη;
Μήπως κρύφτηκαν κάπου στη γη;
αποσπάσματα από το βιβλίο "Καθρέφτες, μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία" του Εντουάρντο Γκαλεάνο
Στα μέσα του 1960, το Κονγκό, που μέχρι τότε ήταν Βελγική αποικία, γιόρτασε την ανεξαρτησία του.
Το κοινό άκουγε τις ατελείωτες εκφωνήσεις λόγων και έλιωνε από την ζέστη και την ανία. Το Κονγκό, ο ευγνώμων μαθητής, υποσχόταν καλή διαγωγή. Το Βέλγιο, αυστηρή δασκάλα, προειδοποιούσε για τους κινδύνους της ελευθερίας.
Τότε ξέσπασε η ομιλία του Πατρίς Λουμούμπα. Κατηγόρησε την αυτοκρατορία της σιωπής, και με τη φωνή του μίλησαν όσοι δεν είχαν φωνή. Εκείνος ο γρουσούζης, που τους είχε χαλάσει τη γιορτή, αναφέρθηκε στους πρωτεργάτες της ανεξαρτησίας, τους δολοφονημένους, τους φυλακισμένους, τους βασανισμένους, τους εξόριστους που όλα εκείνα τα χρόνια είχαν αγωνιστεί ενάντια στην ταπεινωτική σκλαβιά της αποικιοκρατίας.
Στην ευρωπαϊκή εξέδρα έπεσε μια παγερή σιωπή, όμως τα λόγια του διακόπηκαν οχτώ φορές από τις επευφημίες του κοινού.
Εκείνη η ομιλία σφράγισε τη μοίρα του.
Ο Λουμούμπα, που μόλις είχε βγει από τη φυλακή, κέρδισε τις πρώτες ελεύθερες εκλογές στην ιστορία του Κονγκό, και βρέθηκε επικεφαλής της πρώτης κυβέρνησης, όμως ο βελγικός τύπος τον αποκάλεσε «αγράμματο κλέφτη που παραληρεί». Οι μυστικές υπηρεσίες του Βελγίου στις αναφορές τους τον αποκαλούσαν Σατανά. Ο διευθυντής της CIA, ο Άλεν Ντάλες, έστειλε την εξής εντολή στους υπαλλήλους του:
«Η ανατροπή του Λουμούμπα είναι επείγουσα υπόθεση για μας».
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αϊζενχάουερ είπε στον Βρετανό πρωθυπουργό, λόρδο Χόουμ:
«Θέλω να βρεθεί ο Λουμούμπα μέσα σε ένα ποτάμι γεμάτο κροκόδειλους».
Ο λόρδος Χόουμ έκανε μια εβδομάδα να του απαντήσει:
«Έφτασε η στιγμή να απαλλαχτούμε από αυτόν».
Και ο υπουργός Αφρικανικών Υποθέσεων της βελγικής κυβέρνησης, είπε κι αυτός τη γνώμη του:
«Ο Λουμούμπα πρέπει να φύγει μια για πάντα».
Στις αρχές του 1961, Βέλγοι αξιωματούχοι επικεφαλής οχτώ στρατιωτών και εννέα αστυνομικών εκτέλεσαν τον Λουμούμπα, καθώς και τους στενότερους συνεργάτες του.
Επειδή η βελγική κυβέρνηση και τα ανδρείκελά της, ο Μομπούτου και ο Τσομπέ, φοβόντουσαν την λαϊκή εξέγερση, απέκρυψαν το έγκλημα.
Δεκαπέντε μέρες αργότερα, ο νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζον Κένεντι, ανακοίνωσε:
«Δεν θα επιτρέψουμε να επανέλθει ο Λουμούμπα στην κυβέρνηση».
Και ο Λουμούμπα, που είχε ήδη δολοφονηθεί και σάπιζε σε ένα βαρέλι με θειικό οξύ, δεν επανήλθε στην κυβέρνηση.
Άλι
Ανάλαφρος σαν φτερό και δυνατός σαν μολύβι. Έπαιζε μποξ χορεύοντας, αλλά ήταν καταλυτικός.
Το 1967 ο Μοχάμεντ Άλι, που γεννήθηκε με το όνομα Κάσιους Κλέι, αρνήθηκε να φορέσει στρατιωτικά.
«Θέλουν να με στείλουν να σκοτώσω Βιετναμέζους», είπε. «Ποιος ταπεινώνει τους μαύρους στη χώρα μου; Οι Βιετναμέζοι; Αυτοί δεν μου έχουν κάνει τίποτα.»
Τον αποκάλεσαν προδότη της πατρίδας. Τον απείλησαν με φυλάκιση, του απαγόρευσαν να συνεχίσει το μποξ. Του αφαίρεσαν τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή. Η τιμωρία αυτή ήταν το τρόπαιό του. Παίρνοντάς του το στέμμα, τον έστεψαν βασιλιά.
Πέντε χρόνια αργότερα, κάποιοι φοιτητές του ζήτησαν να απαγγείλει κάτι. Κι εκείνος επινόησε στη στιγμή το συντομότερο ποίημα της παγκόσμιας ιστορίας:
Me, we
Εγώ, εμείς.
Και άλλη περίπτωση αμνησίας
Η διάγνωση των γιατρών έλεγε ότι ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοτσέτ έπασχε από γεροντική άνοια.
Δεν μπορούσε να δικαστεί, γιατί δεν είχε σώας τας φρένας.
Ο Πινοτσέτ προσπέρασε ατάραχος τριακόσιες μηνύσεις για εγκλήματα, και πέθανε χωρίς να καταδικαστεί ούτε μια φορά. Η χιλιανή δημοκρατία αναστήθηκε, έχοντας την υποχρέωση να πληρώσει τα χρέη του και να λησμονήσει τα εγκλήματά του, ενώ ο ίδιος μοιραζόταν την επίσημη κρατική αμνησία.
Είχε σκοτώσει, είχε βασανίσει, αλλά έλεγε πάντα:
«Δεν ήμουνα εγώ. Άλλωστε δεν το θυμάμαι. Κι απ’ όσα θυμάμαι, δεν ήμουνα εγώ».
Στη διεθνή ποδοσφαιρική γλώσσα, οι κακές ομάδες ονομάζονται Πινοτσέτ, γιατί γεμίζουν στάδια που βασανίζουν κόσμο. Όμως ο Πινοτσέτ είχε και θαυμαστές. Η λεωφόρος της 11ης Σεπτεμβρίου στο Σαντιάγο δεν ονομάστηκε έτσι στη μνήμη των θυμάτων της τρομοκρατικής επίθεσης που γκρέμισε τους πύργους της Νέας Υόρκης, αλλά στη μνήμη του τρομοκρατικού πραξικοπήματος που γκρέμισε τη δημοκρατία στη Χιλή.
Σε ένδειξη ακούσιας αλληλεγγύης, ο Πινοτσέτε πέθανε την Παγκόσμια Ημέρα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Εκείνη την εποχή είχαν ήδη βρεθεί, σε εκατόν είκοσι λογαριασμούς διαφόρων τραπεζών ανά τον κόσμο, πάνω από τριάντα εκατομμύρια δολάρια, που ο ίδιος είχε κλέψει. Αυτή η αποκάλυψη επηρέασε κάπως το γόητρό του. Όχι επειδή ήταν κλέφτης, αλλά επειδή ήταν απρόσεχτος κλέφτης.
Το μισοσβησμένο όνομα
Την άνοιξη του 1979, ο αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Αρνούλφο Ρομέρο του Ελ Σαλβαδόρ ταξίδεψε στο Βατικανό. Παρακάλεσε, ικέτευσε, ζητιάνεψε ακρόαση από τον πάπα Ιωάννη Παύλο τον Β’:
«Να περιμένετε τη σειρά σας.»
«Δεν σας γνωρίζουμε.»
«Ελάτε αύριο.»
Τέλος, μπήκε στην σειρά μαζί με τους άλλους πιστούς που περίμεναν την ευλογία, και ο Ρομέρο μπόρεσε να κλέψει από την Αγιοσύνη του μερικά λεπτά.
Προσπάθησε να του δώσει ένα πολυσέλιδο έγγραφο με φωτογραφίες και καταθέσεις μαρτύρων, όμως ο πάπας του το έδωσε πίσω:
«Δεν έχω καιρό να τα διαβάσω όλα αυτά.»
Ο Ρομέρο προσπάθησε να του πει πως ο στρατός είχε βασανίσει και είχε δολοφονήσει χιλιάδες Σαλβαδοριανούς, μεταξύ άλλων πολλούς καθολικούς και πέντε ιερείς, και πως χθες ακόμα, λίγο πριν την ακρόαση αυτή, στρατιώτες είχαν πυροβολήσει είκοσι πέντε άτομα μπροστά στον καθεδρικό ναό.
Ο Αρχηγός της Εκκλησίας τον διέκοψε απότομα:
«Μη υπερβάλλετε, αρχιεπίσκοπε!»
Η συνάντηση δεν κράτησε πολύ.
Ο διάδοχος του Αγίου Πέτρου απαίτησε, διέταξε:
«Θα πρέπει να τα βρείτε με την κυβέρνηση! Ένας καλός χριστιανός δεν δημιουργεί προβλήματα στις αρχές. Η Εκκλησία θέλει ειρήνη και αρμονία!»
Δέκα μήνες αργότερα, ο αρχιεπίσκοπος Ρομέρο έπεσε νεκρός σε μια εκκλησία του Ελ Σαλβαδόρ. Η σφαίρα τον χτύπησε την ώρα της λειτουργίας, τη στιγμή που ύψωνε την όστια.
Ο Ανώτατος Ποντίφηκας από τη Ρώμη καταδίκασε το έγκλημα.
Ξέχασε να καταδικάσει και τους εγκληματίες.
Χρόνια αργότερα, στο πάρκο Κουσκατλάν, ένα τεράστιο τείχος θυμίζει τους άμαχους θύματα του πολέμου. Είναι χιλιάδες ολόκληρες τα λευκά ονόματα που βρίσκονται χαραγμένα πάνω στο μαύρο μάρμαρο. Το όνομα του αρχιεπίσκοπου Ρομέρο είναι το μοναδικό που είναι μισοσβησμένο.
Από τα δάχτυλα του κόσμου.
Ο κηπουρός
Στα τέλη του 1967, σε ένα νοσοκομείο της Νότιας Αφρικής, ο Κρίστιαν Μπάρναρντ μεταμόσχευσε για πρώτη φορά μια ανθρώπινη καρδιά, κι έγινε ο διασημότερος γιατρός του κόσμου.
Σε μια φωτογραφία εμφανίστηκε ένας μαύρος ανάμεσα στους βοηθούς του.
Ο διευθυντής του νοσοκομείου διευκρίνισε πως είχε βρεθεί εκεί κατά τύχη.
Εκείνη την εποχή ο Χάμιλτον Νάκι ζούσε σε μια παράγκα δίχως φως και τρεχούμενο νερό. Δεν είχε δίπλωμα, ούτε καν είχε τελειώσει το δημοτικό, όμως ήταν το δεξί χέρι του δόκτορα Μπάρναρντ. Δούλευε κρυφά μαζί του. Ο νόμος, ή τα έθιμα, απαγόρευαν ένας μαύρος να αγγίξει αίμα ή σάρκα λευκού.
Πριν πεθάνει ο Μπάρναρντ παραδέχτηκε:
«Μπορεί εκείνος να ήταν, από άποψη τεχνικής, καλύτερος από μένα.»
Ίσως ο Μπάρναρντ να μην είχε καταφέρει ό,τι κατάφερε χωρίς εκείνο τον άνθρωπο με τα μαγικά δάχτυλα, που είχε κάνει μεταμοσχεύσεις καρδιάς πολλές φορές σε γουρούνια και σκυλιά.
Ο Χάμιλτον Νάκι είχε προσληφθεί σαν κηπουρός στο νοσοκομείο.
Και σαν κηπουρός πήρε σύνταξη.
Δεν ήταν ήρωες του Χόλιγουντ
Η Σοβιετική Ένωση έβαλε τους νεκρούς.
Σε αυτό συμφωνούν όλες οι στατιστικές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στον πόλεμο αυτό, τον πιο αιματηρό της ιστορίας, ο λαός που είχε ταπεινώσει τον Ναπολέοντα έκανε τον Χίτλερ να λυσσάξει με την πανωλεθρία του.
Το αντίτιμο ήταν βαρύ: ο αριθμός των Σοβιετικών που χάθηκαν ήταν παραπάνω από τους μισούς όλων των νεκρών Συμμάχων, και σχεδόν διπλάσιος από τους νεκρούς του εχθρού.
Μερικά παραδείγματα σε στρογγυλά νούμερα:
Η πολιορκία του Λένινγκραντ σκότωσε ένα εκατομμύριο από την πείνα.
Η μάχη του Στάλινγκραντ άφησε οχτακόσιες χιλιάδες νεκρούς ή πληγωμένους Σοβιετικούς,
Στην άμυνα της Μόσχας έπεσαν εφτακόσιες χιλιάδες, και στο Κουρσκ εξακόσιες χιλιάδες.
Στο Βερολίνο τριακόσιες χιλιάδες,
Στον ποταμό Δνείπερο χάθηκαν εκατό φορές περισσότερες ζωές απ’ ότι στην αποβίβαση της Νορμανδίας, αλλά η μάχη είναι εκατό φορές λιγότερο γνωστή.
Πώς γεννιέται ένα Πανεπιστήμιο
Την εποχή της αποικιοκρατίας στη Βραζιλία, οι οικογένειες που είχαν την πολυτέλεια να σπουδάσουν τα παιδιά τους τα έστελναν στην Κοΐμπρα της Πορτογαλίας.
Αργότερα, ιδρύθηκαν στην Βραζιλία ορισμένες σχολές για γιατρούς και δικηγόρους: αποφοιτούσαν λίγοι, γιατί ήταν μικρή η πελατεία σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι δεν είχαν δικαιώματα, και το μόνο γιατρικό τους ήταν ο θάνατος.
Πανεπιστήμιο δεν υπήρχε.
Όμως το 1922 ο Βέλγος βασιλιάς Λεοπόλδος Γ’ ανακοίνωσε ότι θα επισκεφτεί τη χώρα, και παρόμοια εξέχουσα προσωπικότητα έπρεπε να τιμηθεί με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα, τίτλο που μόνο ένα πανεπιστήμιο μπορούσε να απονέμει.
Έτσι γεννήθηκε το Πανεπιστήμιο. Στήθηκε στα βιαστικά, στο παλιό κτίριο που στεγαζόταν το Αυτοκρατορικό Ίδρυμα των Τυφλών. Δυστυχώς, αναγκάστηκαν να διώξουν τους τυφλούς.
Και η Βραζιλία, που οφείλει στους μαύρους την εξαιρετική μουσική της, το ποδόσφαιρο, το φαγητό και τα ξεφαντώματά της, κατάφερε να δώσει τον τίτλου του διδάκτορα σε ένα βασιλιά, απλά και μόνο επειδή ήταν ο κληρονόμος μιας οικογένειας που ειδικευόταν στην εξόντωση των μαύρων του Κονγκό.
Απολεσθέντα αντικείμενα
Ο 20ός αιώνας, που γεννήθηκε εξαγγέλλοντας ειρήνη και δικαιοσύνη, πέθανε λουσμένος στο αίμα, κι άφησε τον κόσμο με ακόμα περισσότερες αδικίες απ’ όσες τον είχε βρει.
Ο 21ος αιώνας, που επίσης είχε εξαγγείλει με τη γέννησή του ειρήνη και δικαιοσύνη, ακολουθεί τα χνάρια του προηγούμενου αιώνα.
Κάποτε, παιδί, ήμουνα βέβαιος ότι όλα όσα χανόντουσαν στη γη κατέληγαν στη σελήνη.
Όμως οι αστροναύτες δεν βρήκαν επικίνδυνα όνειρα ούτε ανεκπλήρωτες υποσχέσεις ούτε χαμένες ελπίδες.
Αν δεν είναι στη σελήνη, τότε που είναι;
Μήπως δεν χάθηκαν από τη γη;
Μήπως κρύφτηκαν κάπου στη γη;
αποσπάσματα από το βιβλίο "Καθρέφτες, μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία" του Εντουάρντο Γκαλεάνο
Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017
Ντόριαν Γκρέυ
-«Δεν υπάρχει καλή επιρροή, κύριε Gray. Κάθε επιρροή είναι ανήθικη, ανήθικη από επιστημονική άποψη».
-«Γιατί»;
-«Διότι να ασκείς επιρροή πάνω σε έναν άνθρωπο σημαίνει ότι του δίνεις την ίδια σου την ψυχή. Εκείνος τότε δεν έχει τον δικό του φυσικό τρόπο σκέψης, δεν τον φλογίζουν τα δικά του πάθη. Οι αρετές του δεν είναι αληθινές. Οι αμαρτίες του, αν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε αμαρτία, είναι δανεικές. Γίνεται η ηχώ της μουσικής κάποιου άλλου, ο ηθοποιός ενός έργου που δε γράφτηκε για αυτόν. Ο σκοπός της ζωής είναι η εξέλιξη του εαυτού μας. Να πραγματοποιήσουμε τις επιταγές της φύσης μας – γι’ αυτό το σκοπό ήρθαμε στη γη. Οι άνθρωποι φοβούνται τον εαυτό τους στις μέρες μας. Έχουν ξεχάσει το ύψιστο καθήκον, το χρέος που έχουμε απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Φυσικά είναι γεμάτοι ευσπλαχνία. Ταΐζουν τους πεινασμένους και ντύνουν τους ζητιάνους. Αλλά οι ίδιες τους οι ψυχές πεινούν και είναι γυμνές. Το θάρρος έχει εκλείψει απ’ την φυλή μας. Ίσως και ποτέ να μην το είχαμε. Ο φόβος μπροστά στην κοινωνία, που είναι η βάση της ηθικής, ο φόβος μπροστά στο Θεό, που είναι το μυστικό της θρησκείας- αυτά μας κυβερνούν. Αλλά…»
απόσπασμα από "Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ" - Όσκαρ Ουάιλντ
-«Γιατί»;
-«Διότι να ασκείς επιρροή πάνω σε έναν άνθρωπο σημαίνει ότι του δίνεις την ίδια σου την ψυχή. Εκείνος τότε δεν έχει τον δικό του φυσικό τρόπο σκέψης, δεν τον φλογίζουν τα δικά του πάθη. Οι αρετές του δεν είναι αληθινές. Οι αμαρτίες του, αν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε αμαρτία, είναι δανεικές. Γίνεται η ηχώ της μουσικής κάποιου άλλου, ο ηθοποιός ενός έργου που δε γράφτηκε για αυτόν. Ο σκοπός της ζωής είναι η εξέλιξη του εαυτού μας. Να πραγματοποιήσουμε τις επιταγές της φύσης μας – γι’ αυτό το σκοπό ήρθαμε στη γη. Οι άνθρωποι φοβούνται τον εαυτό τους στις μέρες μας. Έχουν ξεχάσει το ύψιστο καθήκον, το χρέος που έχουμε απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Φυσικά είναι γεμάτοι ευσπλαχνία. Ταΐζουν τους πεινασμένους και ντύνουν τους ζητιάνους. Αλλά οι ίδιες τους οι ψυχές πεινούν και είναι γυμνές. Το θάρρος έχει εκλείψει απ’ την φυλή μας. Ίσως και ποτέ να μην το είχαμε. Ο φόβος μπροστά στην κοινωνία, που είναι η βάση της ηθικής, ο φόβος μπροστά στο Θεό, που είναι το μυστικό της θρησκείας- αυτά μας κυβερνούν. Αλλά…»
απόσπασμα από "Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ" - Όσκαρ Ουάιλντ
Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016
Μισέλ Φουκώ - Ιστορία της τρέλας
Ο Φουκώ ξεκινά την "Ιστορία της τρέλας[1]" με ιστορικές αναφορές στην καταπολέμηση της λέπρας. Γιατί και η τρέλα σαν λέπρα αντιμετωπίστηκε από την πολιτισμένη Ευρώπη. Το θέμα δεν ήταν τόσο να γιατρευτεί ο ασθενής, όσο να κρατηθεί σε μια ασφαλή απόσταση· στον Μεσαίωνα με κατάρες και αναθέματα, από την Αναγέννηση κι ύστερα με τον εγκλεισμό και την απομόνωσή του. Τα λεπροκομεία μπορεί να μείναν αδειανά, αλλά οι πρακτικές αποπομπής του αρρώστου διατηρήθηκαν.
Η εκκλησία με τη βοήθεια ιερέων και ευχολογίων έπειθε, πρώτα τους λεπρούς κι έπειτα τους τρελούς, πως ο Θεός επέλεξε να τους μολύνει με την αρρώστια και είναι μεγάλη χάρη να τους τιμωρεί για τις αμαρτίες τους. Έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ, φτωχοί, αλήτες, ξεστρατισμένοι και βαρυποινίτες θα αποκλειστούν από την κοινωνία προκειμένου να εξασφαλιστεί η "πνευματική προστασία" των υπολοίπων.
Η εκκλησία με τη βοήθεια ιερέων και ευχολογίων έπειθε, πρώτα τους λεπρούς κι έπειτα τους τρελούς, πως ο Θεός επέλεξε να τους μολύνει με την αρρώστια και είναι μεγάλη χάρη να τους τιμωρεί για τις αμαρτίες τους. Έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ, φτωχοί, αλήτες, ξεστρατισμένοι και βαρυποινίτες θα αποκλειστούν από την κοινωνία προκειμένου να εξασφαλιστεί η "πνευματική προστασία" των υπολοίπων.
Τον 17ο αιώνα ιδρύονται σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις "Γενικά Νοσοκομεία" που η λειτουργία τους δεν έχει καμία σχέση με την ιατρική. Ήταν δημιουργήματα των μοναρχικών καθεστώτων και των αστών, που την εποχή εκείνη οργανώνονται και προσπαθούν να επιβάλουν την δική τους τάξη πραγμάτων. Ιδρύματα εγκάθειρξης υπάρχουν στην Αγγλία, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και στοιβάζουν στα ίδια κελιά ποινικούς κατάδικους, νέα παιδιά που τάραζαν την ησυχία του σπιτιού τους ή σπαταλούσαν λεφτά, απόκληρους και τρελούς. Η εγκάθειρξη ως ιδέα γεννήθηκε στην Ευρώπη του κλασικισμού, που θεώρησε την τρέλα ένα "κατά πάθος ζην" που ερχόταν σε αντίθεση με το "κατά λόγον ζην" των αρχαίων Ελλήνων.
Άλλωστε, ο τρελός, πέρα από το ότι δεν προσαρμόζεται στην αστική νοοτροπία, δεν συμμετέχει ισόποσα και στην παραγωγική διαδικασία. Τώρα που ο εγκλεισμός του αντικαθιστά την παλιά τακτική της αποπομπής, μπορεί συμμετέχοντας σε καταναγκαστικά έργα να φανεί χρήσιμος. Δεν τιμωρείται, ούτε διώκεται ακριβώς. Το κράτος τον στεγάζει και τον θρέφει με αντάλλαγμα την προσωπική του ελευθερία και τον εξαναγκασμό σε σκληρή χειρωνακτική εργασία.
Σ΄αυτά τα νοσοκομεία - σωφρονιστήρια, συχνά οι τρελοί συστεγάζονταν με τους νοσούντες από αφροδίσια νοσήματα. Έτσι, τα παραπτώματα της λογικής συγκατοικούσαν με τα αμαρτήματα της σάρκας. Ο ορθολογισμός της Ευρώπης ενθάρρυνε για πάνω από εκατόν πεντήντα χρόνια τη συνύπαρξη συφιλιδικών και τρελών, αναγνωρίζοντας μεταξύ των δύο μια σκοτεινή συγγένεια -και πιθανότατα ενοχή- που μπέρδεψε πολύ την έννοια της θεραπείας με αυτήν της τιμωρίας. Τον 18ο αιώνα οι ψυχικά ασθενείς βρίσκονται πια περιχαρακωμένοι και απομονωμένοι, σε κατάσταση που θυμίζει περισσότερο αντικείμενα παρά ανθρώπους.
"Οι τρελές σε κρίση μανίας είναι αλυσοδεμένες σαν τα σκυλιά στην πόρτα του κελιού τους, και τις χωρίζει από τους φύλακες και τους επισκέπτες ένας μακρύς διάδρομος, προστατευμένος με σιδερένιο κιγκλίδωμα. Μεσ' απ' αυτό τούς δίνουν την τροφή τους και ψάθες για να κοιμηθούν. Με τσουγκράνες βγάζουν έξω μέρος απ΄τις ακαθαρσίες που τις ζώνουν". Σύμφωνα με την αντίληψη της εποχής, οι οργανισμοί των φρενοβλαβών είναι εξαιρετικά ανθεκτικοί, και σχεδόν αναίσθητοι. Μπορούν να αντέξουν το κρύο, τις ψυχρολουσίες, το μαστίγωμα και τις λοιπές μεθόδους σωφρονισμού τους.
Η έντονη επίδραση των αρχαίων Ελλήνων φαίνεται και στις απόπειρες ερμηνείας της τρέλας. Οι απόψεις του Αριστοτέλη για την ισορροπία των υγρών του σώματος οδηγεί στην ταύτιση της τρέλας με το πάθος, που συχνά παίρνει τη μορφή παραληρήματος. Οι όψεις που μπορεί να πάρει η τρέλα μπορούν να συνοψιστούν στα ζεύγη "μανία - μελαγχολία" και "υστερία - υποχονδρία".
Εξαγνισμοί, βάφτισμα σε παγωμένα νερά, έντονη κίνηση, φόβος, απότομο ξύπνημα, θεατρική αναπαράσταση, επιστροφή στη φύση. Όταν ο πολιτισμός, η ομαδική ζωή, οι φανταστικές επιθυμίες που ξυπνά η ανάγνωση μυθιστορημάτων ή τα θεατρικά θεάματα προκαλέσουν νευρικές παθήσεις, η επιστροφή στην καθαρότητα του νερού παίρνει τις διαστάσεις ιεροτελεστίας εξαγνισμού, λέει ο ειρωνικά Φουκώ. "Το μόνο που πρέπει να προσέξει κανείς είναι να βουτά τους τρελούς στο νερό απότομα κι απροειδοποίητα, και να τους κρατάει όσο γίνεται περισσότερο. Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για τη ζωή τους".
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο σαδισμός, σαν ατομικό φαινόμενο που φέρνει το όνομα ενός ανθρώπου, του μαρκησίου de Sade, γεννήθηκε από την εγκάθειρξη και μέσα στην εγκάθειρξη. Ολόκληρο το έργο του de Sade κυριαρχείται από εικόνες φρουρίων, κελιών, υπογείων, μοναστηριών, νησιών, που μοιάζουν να σχηματίζουν κατά κάποιον τρόπο το φυσικό χώρο του παραλογισμού.
Διαφωτιστές, εγκυκλοπαιδιστές και άλλοι σοφοί απέδωσαν την τρέλα σε τρεις αιτίες. Πρώτα, η λεγόμενη "εμπορική ελευθερία", που κάνει τον άνθρωπο έρμαιο των επιθυμιών του και τον απομακρύνει από την ουσία του εαυτού. Ύστερα, η θρησκεία. "Οι πολύ δυνατές εντυπώσεις που δημιουργούν ορισμένοι πολύ παθιασμένοι ιεροκήρυκες, οι υπερβολικοί φόβοι για τις ποινές, που μ΄αυτές η θρησκεία απειλεί τους παραβάτες των νόμων της, γεννούν εντυπωσιακές διαταραχές στ΄αδύναμα πνεύματα". Τέλος, "ο πολιτισμός γενικά είναι ένα περιβάλλον ευνοϊκό για την ανάπτυξη της τρέλας. Αν η πρόοδος των επιστημών από τη μια μεριά διαλύει την πλάνη, από την άλλη έχει την ιδιότητα να διαδίδει τη συνήθεια, κι ακόμη τη μανία, της μελέτης. Η ζωή του γραφείου, οι αφηρημένες θεωρίες, αυτή η συνεχής κίνηση του πνεύματος χωρίς την παράλληλη άσκηση του σώματος, μπορούν να φέρουν τα πιο μοιραία αποτελέσματα".
Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι τρελοί αποφασίζεται να αποτελέσουν ειδική κατηγορία κρατουμένων και δημιουργούνται τα πρώτα άσυλα που προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για κείνους. Όχι φυσικά από ευαισθησία για τους ψυχικά νοσούντες, αλλά από κατανόηση για όλους τους άλλους, που φοβούνται τους φρενοβλαβείς. Είναι άδικο οι τρελοί να στοιβάζονται με όλους τους υπόλοιπους. Άδικο για τους υπόλοιπους!
"Τόσο μεγάλη ήταν η σύγχυση εκείνα τα χρόνια. Τόσο ήταν δύσκολο, τη στιγμή που κάνουν μια νέα αποτίμηση της "ανθρωπιάς", να προσδιορίσουν τη θέση που θα 'πρεπε να πάρει μέσα σ' αυτήν η τρέλα. Τόσο ήταν δύσκολο να την εντάξουν σ' ένα χώρο κοινωνικό, που την εποχή εκείνη ξαναχτιζόταν".
Αυτά τα άσυλα, που συνήθως ονομάζονταν ησυχαστήρια, είχαν στόχο να γεννήσουν ενοχές στον ασθενή για την κατάστασή του. Ως μέσο σωφρονισμού επιβάλλονται η απόλυτη σιωπή του ψυχασθενούς, το επίμονο κοίταγμά του στον καθρέφτη, η διαρκής καταδίκη του από το ιατρικό προσωπικό, που το κάθε πρόσωπο που το αποτελεί έχει το ρόλο του Κριτή, αν όχι του δήμιου.
"Ο τρελός χάνει με τρόπο παράδοξο, την ουσία της ελευθερίας του, με τη μορφή αποθέωσης της μοναχικότητάς του. Γίνεται υπεύθυνος για όσα γνωρίζει για την αλήθεια του. Φυλακίζεται μέσα στο αυτοεπανερχόμενο βλέμμα του και, τελικά, δένεται με τις αλυσίδες της ταπείνωσης του να είναι αντικείμενο δι΄ εαυτόν. Τώρα στον τρελό η συνειδητοποίηση ενώνεται με την ντροπή [...] να περιφρονά τον εαυτό του πριν κιόλας προλάβει να τον αναγνωρίσει, ή να τον γνωρίσει".
odaimontislogotexnias
Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016
Στα όνειρα αρχίζει η ευθύνη
"Ό, τι κι αν είναι αυτό που ψάχνεις, δε θα έρθει στη μορφή που το περιμένεις".
"Μπορεί να σου φαίνεται εξωφρενική αυτή η απόφαση, αλλά σκέψου το εξής: οι περισσότερες επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας, είναι εξίσου εξωφρενικές".
"Και μόλις η θύελλα κοπάσει, δε θα θυμάσαι πώς κατάφερες να τη διασχίσεις, πώς κατάφερες να επιζήσεις. Στην πραγματικότητα, δε θα γνωρίζεις πως η θύελλα κόπασε. Ένα όμως είναι βέβαιο. Όταν βγεις από κει μέσα, δε θα είσαι το ίδιο άτομο με εκείνο που μπήκε. Περί αυτού πρόκειται".
"Όποιος ερωτεύεται αναζητά το χαμένο κομμάτι του εαυτού του. Γι' αυτό όλοι οι ερωτευμένοι μελαγχολούν όταν σκέφτονται τον αγαπημένο τους. Είναι σαν να επιστρέφεις σ΄ 'ενα δωματιο από το οποίο έχεις όμορφες αναμνήσεις, ένα δωμάτιο που έχεις καιρό να επισκεφθεις. Είναι φυσικό αυτό το συναίσθημα".
αποσπάσματα από το βιβλίο "Ο Κάφκα στην ακτή" του Χαρούκι Μουρακάμι
"Μπορεί να σου φαίνεται εξωφρενική αυτή η απόφαση, αλλά σκέψου το εξής: οι περισσότερες επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας, είναι εξίσου εξωφρενικές".
"Και μόλις η θύελλα κοπάσει, δε θα θυμάσαι πώς κατάφερες να τη διασχίσεις, πώς κατάφερες να επιζήσεις. Στην πραγματικότητα, δε θα γνωρίζεις πως η θύελλα κόπασε. Ένα όμως είναι βέβαιο. Όταν βγεις από κει μέσα, δε θα είσαι το ίδιο άτομο με εκείνο που μπήκε. Περί αυτού πρόκειται".
"Όποιος ερωτεύεται αναζητά το χαμένο κομμάτι του εαυτού του. Γι' αυτό όλοι οι ερωτευμένοι μελαγχολούν όταν σκέφτονται τον αγαπημένο τους. Είναι σαν να επιστρέφεις σ΄ 'ενα δωματιο από το οποίο έχεις όμορφες αναμνήσεις, ένα δωμάτιο που έχεις καιρό να επισκεφθεις. Είναι φυσικό αυτό το συναίσθημα".
αποσπάσματα από το βιβλίο "Ο Κάφκα στην ακτή" του Χαρούκι Μουρακάμι
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



