Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Επιστολή

Λυών, 17 Μαΐου 1846

Αγαπητέ μου Μεσσιέ Μαρξ,

Συμφωνώ ευχαρίστως να γίνω ένας από τους παραλήπτες της αλληλογραφίας σας, του οποίου οι στόχοι και η οργάνωση μού φαίνονται πολύ χρήσιμες. Ωστόσο δεν μπορώ να υποσχεθώ να γράφω τακτικά ή σε μεγάλη έκταση: οι ποικίλες ασχολίες μου, σε συνδυασμό με μια φυσική αδράνεια, δεν ευνοούν τέτοιες επιστολικές προσπάθειες. Θα πρέπει επίσης να δω αν έχω ορισμένες ικανότητες που προτείνονται από διάφορα αποσπάσματα της επιστολής σας.
Kαταρχήν, αν και οι ιδέες μου για το θέμα της οργάνωσης και υλοποίησης είναι αυτή τη στιγμή περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες, τουλάχιστον όσον αφορά τις αρχές, πιστεύω πως είναι καθήκον μου, όπως είναι καθήκον όλων των σοσιαλιστών, να διατηρούν για κάποιο χρονικό διάστημα ακόμα την κριτική μορφή· εν ολίγοις, δηλώνω δημόσια έναν σχεδόν απόλυτο οικονομικό αντι-δογματισμό.
Ας αναζητήσουμε μαζί, αν θέλετε, τους νόμους της κοινωνίας, τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι νόμοι υλοποιούνται, τη διαδικασία με την οποία θα επιτύχουμε την ανακάλυψή τους· αλλά, για όνομα του Θεού, αφού έχουμε κατεδαφίσει όλους τους a priori δογματισμούς, ας μην ονειρευτούμε με τη σειρά μας να δογματίσουμε τους ανθρώπους· ας μην πέσουμε στην αντίφαση του συμπατριώτη σας Μαρτίνου Λούθηρου, ο οποίος, έχοντας ανατρέψει την Καθολική θεολογία, αμέσως εγκαθίδρυσε, με αφορισμούς και αναθέματα, τα θεμέλια μιας Προτεσταντικής θεολογίας. Τους τελευταίους τρεις αιώνες η Γερμανία ασχολείται κυρίως με την αναίρεση της σκάρτης δουλειάς του Λουθήρου· ας μην αφήσουμε την ανθρωπότητα να καθαρίσει ένα παρόμοιο χάλι ως αποτέλεσμα των προσπαθειών μας. Συγχαίρω με όλη μου την καρδιά τη σκέψη σας να φέρετε όλες τις απόψεις στο φως· ας συνεχίσουμε μια καλή και πιστή πολεμική· ας δώσουμε στον κόσμο ένα παράδειγμα πολυμαθούς και διορατικής ανεκτικότητας, αλλά ας έχουμε υπόψιν μας, απλώς και μόνο επειδή είμαστε επικεφαλής ενός κινήματος, ας μην κάνουμε οι ίδιοι τους εαυτούς μας ηγέτες μιας νέας μισαλλοδοξίας, ας μην τεθούμε απόστολοι μιας νέας θρησκείας, ακόμη και αν είναι η θρησκεία της λογικής, η θρησκεία του λόγου. Ας συγκεντρωθούμε και ας ενθαρρύνουμε όλες τις διαμαρτυρίες, ας στιγματίσουμε κάθε αποκλειστικότητα, κάθε μυστικισμό· ας μην θεωρήσουμε ένα ερώτημα ως εξαντλημμένο, και όταν θα έχουμε χρησιμοποιήσει το τελευταίο μας επιχείρημα, ας ξεκηνίσουμε πάλι, εάν χρειαστεί, με ευγλωττία και ειρωνεία. Με αυτή την κατάσταση, θα μπω ευχαρίστως στην ένωσή σας. Διαφορετικά — όχι!
Έχω επίσης ορισμένες παρατηρήσεις να κάνω για αυτή τη φράση της επιστολής σας: τη στιγμή της δράσης. Ίσως να εξακολουθείτε να διατηρείτε την άποψη πως καμία μεταρρύθμιση δεν είναι προς το παρόν δυνατή δίχως την coup de main, χωρίς αυτό που προηγουμένως αποκαλούνταν επανάσταση και που δεν είναι πραγματικά τίποτε άλλο παρά ένα σοκ. Αυτήν την άποψη, που καταλαβαίνω, που δικαιολογώ, και που πρόθυμα θα συζητούσα, αφού ο ίδιος τη συμμεριζόμουνα για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πιο πρόσφατες μελέτες μου με έκαναν να την εγκαταλείψω εντελώς. Πιστεύω πως δεν έχουμε ανάγκη από αυτό προκειμένου να επιτύχουμε· και πως ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να προτείνουμε την επαναστατική δράση ως μέσο για την κοινωνική αναμόρφωση, επειδή αυτά τα υποτιθέμενα μέσα θα ήταν απλώς μια επίκληση στη βία, στην αυθαιρεσία, με με λίγα λόγια, μια αντινομία. Εγώ ο ίδιος δίνω στο πρόβλημα τούτη τη λύση: να προκαλέσουμε την επιστροφή στην κοινωνία, μέσω ενός οικονομικού συνδυασμού, του πλούτου που μετατοπίστηκε από την κοινωνία με έναν άλλο οικονομικό συνδυασμό. Με άλλα λόγια, μέσω της Πολιτικής Οικονομίας να στρέψουμε τη θεωρία της Ιδιοκτησίας εναντίον της Ιδιοκτησίας με τέτοιο τρόπο ώστε να γεννήσει αυτό που εσείς οι Γερμανοί σοσιαλιστές αποκαλείτε κοινότητα και που θα περιοριστώ προς το παρόν να αποκαλέσω ελευθερία ή ισότητα. Αλλά πιστεύω πως γνωρίζω τα μέσα για την επίλυση του προβλήματος αυτού με μια μικρή μόνο καθυστέρηση· θα προτιμούσα γι’ αυτό να κάψω την Ιδιοκτησία με χαμηλή φωτιά, από το να της δώσω νέα αναζωπύρωση προκαλώντας μια νύχτα του Αγ. Βαρθολομαίου των ιδιοκτητών …

Ο πολύ αφοσιωμένος σας
Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Οι μύθοι της παράδοσης μας

Τι σημαίνει το γεγονός ότι διερωτώμεθα για τη σχέση μας με την παράδοση; Οτι κατά κάποιον τρόπο έχουμε βγει απ’ την παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουμε πρώτα-πρώτα εμπειρικά. Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση: ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής. Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά: για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση. Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά.
Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση. Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πΧ, είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που
έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά. Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες ηωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές. Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής», στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους. Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.
Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε
τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες»-Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσήςπαρουσίασαν τους νόμους του Θεού.
Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Αλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οπιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων.Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική. Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εμφανίζεται με την αρχαία Ελλάδα και ξανά μετά από πολλούς αιώνες στην Δυτική Ευρώπη. και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση με την παράδοση αλλάζει και μπορεί να ονομαστεί ενεργητική. Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεμένη με αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιομορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δημιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μιας κίνησης προς την αυτονομία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική με τη δημιουργία της δημοκρατίας και στη σκέψη με τη δημιουργία της φιλοσοφίας και της
επιστήμης.
Η δημιουργία αυτή ισοδυναμεί βέβαια με μια ριζική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων. Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράματά τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Ελληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης. Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’ αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.
Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Ομηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.
Αλλά το πιό λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Ολοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιό βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Ελληνες, ας πούμε του 6ου πΧ αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί. Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Αλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.
Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία. Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.. Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.
Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρυγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε
επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950.
Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων. Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιό έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.
Η περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’ αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Εξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μονωδικό εκκλησιαστικό άσμα.
Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Αραβες και αργότερα οι Δυτικοευρωπαίοι. Οι Αραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικένα και τον Αβερρόη.  Για τους Δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Ελληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο. Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθειά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα.
Οι σημερινοί Βυζαντινοκάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει
κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.
Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Ελληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.
Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται
βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμισυ σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου.
Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή –τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου.
Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες. Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδέιας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.
Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Ετσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η Δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνοορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Αγιο Όρος. Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας. Αν η Δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το Διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθειά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της Δυτικής Ευρώπης.
Οπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθειά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η Δύση –και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά-θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία. Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.

Κορνήλιος Καστοριάδης

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Καθαρότητα και Βάρβαροι

Όσοι άνθρωποι και λαοί δεν έχουν παρόν πασχίζουν να εφεύρουν ένα ένδοξο παρελθόν -ή έναν καταχθόνιο εχθρό. Δεν χρειάζεται να πάτε μακριά για να το διαπιστώσετε. Αρκεί να δείτε πως σκέφτεται η πλειονότητα των Γραικών, των Ρωμιών, των Νεοελλήνων.
Η σύγχρονη Ελλάδα δεν είναι παρά ένα τραγελαφικό μόρφωμα, το οποίο από συστάσεως χορεύει τσιφτετέλι στην Αγορά της Ευρώπης, για να βγάλει πενταροδεκάρες. Αναζητά φιλέλληνες-προστάτες, χρίζει ηγέτες ανθρώπους ανέντιμους και άχρηστους (εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω), φιλάει τις κατουρημένες ποδιές των ιεραρχών και οδηγεί τα παιδιά της στο μαρασμό ή στη μετανάστευση. Αδιαφορεί για τις τέχνες και την επιστήμη και μόλις κάποιος τολμήσει να της θυμίσει ότι λαός χωρίς ζωντανό πολιτισμό είναι εξ ορισμού νεκρός, διαρρηγνύει τα ιμάτια της και κραυγάζει για το μεγαλείο των “αρχαίων ημών προγόνων”. Όσο πιο μίζερος και νανοκέφαλος είναι ένας Νεοέλληνας, τόσο πιο δυνατά θα κραυγάζει ότι στις φλέβες του κυλάει το αίμα του Περικλή και του Πλάτωνα. Και χωρίς καθόλου να ντρέπεται για την τραγική υποστάθμη του ορίζεται ως απευθείας απόγονος κάποιων ανθρώπων που πράγματι έκαναν έναν σκεδαστικό άλμα, οδηγώντας την ανθρωπότητα ολόκληρη ένα βήμα παραπέρα από το μύθο.
Οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν τον Λόγο. Οι άνθρωποι που ζουν αυτή τη στιγμή στον Ελλαδικό χώρο επινόησαν τους προγόνους τους. Αν δούμε, έστω και αποσπασματικά, πόσα φύλα και φυλές, πόσοι λαοί και έθνη και αυτοκρατορίες, πέρασαν από αυτόν τον τόπο, καταλαβαίνουμε ότι εκείνοι που μιλούν για την “καθαρότητα των Ελλήνων”, είναι όχι απλά ηλίθιοι και αδαείς, αλλά παρανοϊκοί.
Κάποτε, λοιπόν, πολύ πριν υπάρξει η λέξη Έλληνας, ζούσαν στο μέρος που ονομάζουμε Ελλάδα, φυλές πολλές, άλλες πολεμοχαρείς κι άλλες εξόχως ειρηνικές και καλλιτεχνικές. Αυτοί ήταν οι Προέλληνες, όπως τους αποκαλούμε για να τους ξεχωρίζουμε από τους Ινδοευρωπαίους που κατέβηκαν από το βορρά σαρώνοντας τα πάντα. Οι πιο γνωστές ανάμεσα τους ήταν οι Πελασγοί, οι Λέλεγες και οι Κάρες (κάποιοι λένε ότι υπήρχαν ήδη και οι Θράκες). Οι Νεοέλληνες θέλουν τους Πελασγούς αποκλειστικά δικούς τους προγόνους. Όμως το ίδιο θέλουν και οι Σλάβοι, οι Αλβανοί, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί, οι Σημίτες, οι Άραβες, ακόμα και οι Βερβερίνοι. Οι Πελασγοί ήταν προϊστορικοί κάτοικοι ολόκληρης της Μεσογείου. Όμως στον Ελλαδικό χώρο παρουσίασαν τη μεγαλύτερη ακμή τους. Ο Μινωικός πολιτισμός και τα παραρτήματα του στο Αιγαίο, ήταν αποφάνσεις της Πελασγικής καλλιτεχνικής φύσης. Ο ιστορικός Θουκυδίδης (πολύ πιο έγκυρος από τον Ηρόδοτο που έμπλεκε το μύθο με την ιστορία), μας λέει ότι η πελασγική γλώσσα δεν είχε καμία σχέση με την ελληνική, όπως και τα έθιμα τους. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου επιζούσαν ακόμα παλαιοί Πελασγοί στην ορεινή Ευρυτανία, στη Χαλκιδική, και στη Αρκαδία. Ακόμα και σήμερα σώζονται πολλά πελασγικά τοπωνύμια, διόλου ινδοευρωπαϊκά, όπως Όλυμπος, Λάρισσα, Άργος, καθώς και τα ονόματα των περισσότερων νησιών του Αιγαίου. Πελασγικά τοπωνύμια υπάρχουν και στην αλβανική γλώσσα. (Παρεμπιπτόντως, οι Αλβανοί, για να καλύψουν τα κενά τους, συχνά αυτοαναγορεύονται απόγονοι των Ιλλυριών, ενός άλλου αρχαίου λαού). Το παράξενο είναι ότι δεν υπάρχουν Πελασγικά ίχνη στη βορειότερη Ευρώπη. Οι Πελασγοί ήταν καθαρά μεσογειακός λαός και αυτό ίσως να σημαίνει ότι έχουν σχέση με τους αρχαίους Αιγυπτίους, τους Φοίνικες, τους Σημίτες και τους Λίβυους.
Οι Πελασγοί ήρθαν από την Αφρική; Καθόλου παράδοξη υπόθεση. Άλλωστε είναι βέβαιο ότι η κοιτίδα της ανθρωπότητας ήταν η αφρικανική ήπειρος (και όχι ο Σείριος ή ο Παράδεισος). 
Και μετά ήρθαν οι βάρβαροι… Βάρβαροι δεν ήταν άλλοι από τα τέσσερα φύλα των Ινδοευρωπαίων που κατέβηκαν από τον Βορρά: Ίωνες, Αχαιοί, Αιολείς και (last but most barbarians) οι Δωριείς. Ακόμα δεν γνωρίζουμε επακριβώς από που ξεκίνησαν οι Ινδοευρωπαίοι. Μια γλωσσολογική ένδειξη είναι η λιθουανική γλώσσα, η οποία είναι η παλαιότερη -και πιο πρωτόγονη- ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Μάλλον η εστία του ιαπετικού πολιτισμού ήταν κάπου εκεί ψηλά, η περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η Λιθουανία.
Οι Αχαιοί δεν κουβαλούσαν μαζί τους κανέναν πολιτισμό. Εγκαταστάθηκαν αρχικά στη Φθιώτιδα, στην ανατολική Στερεά Ελλάδα (πλην την Αττικής), και κυρίως στην Πελοπόννησο. Από εκεί διεκπεραιώνονται (γύρω στο 1400 π.Χ.) στην Κρήτη, τη Ρόδο και τα Μικρασιάτικα παράλια. Αναμιχτήκαν με τους ιθαγενείς Πελασγούς και υιοθέτησαν τον πολιτισμό τους και τους θεούς τους (οι Ολύμπιοι Θεοί είναι Πελασγική επινόηση). Παρότι βάρβαροι ήταν πολύ ευγενικοί, σε αντίθεση με τους Δωριείς, που ήρθαν μια χιλιετία μετά και τα έκαναν όλα Γης Μαδιάμ. Πριν από αυτούς όμως, πρώτοι ινδοευρωπαίοι, ήταν οι Ίωνες. Αυτοί αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, στην Αττική και την Εύβοια, καθώς και σε όλα τα νησιά του Αιγαίου. Έπειτα πέρασαν στη Μικρά Ασία, όπου διασταυρώθηκαν με άλλους ινδοευρωπαίους, του Χετταίους ή Χιττίτες. Στην Ιωνία ξεκίνησε το θαύμα που αποκαλούμε αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, καθώς και στην Ιωνική Αττική. (Και μια προσωπική μαρτυρία: Τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, ο υποφαινόμενος βρέθηκε στην Αίγυπτο. Εκεί, οι απλοί άνθρωποι στο δρόμο, δεν με αποκαλούσαν Έλληνα ή Γραικό (Grec), αλλά Γιουνάνι, κατά το Ίωνας.) Οι Αιολείς δεν τα πήγαιναν πολύ καλά με τον υψηλό στοχασμό -σε αντίθεση με τους ναυτικούς Ίωνες. Αλλά ήταν βολικοί. Εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία, στα νησιά του Βορείου Αιγαίου και στη Μικρά Ασία -όπου χωρούσαν. Τότε, γύρω στα 1.100 π.Χ. έγινε η περίφημη “Κάθοδος των Δωριέων”. Ποιος είδε τον βάρβαρο και δεν τον φοβήθηκε; Το πρώτο πράγμα που έκαναν, σαν έφτασαν στην Πελοπόννησο, ήταν να καταστρέψουν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό (που είχαν φτιάξει οι Πελασγοί με τους Αχαιούς). Αφού άρπαξαν ό,τι μπορούσαν ίδρυσαν την πιο γνωστή δωρική πόλη, τη Σπάρτη, η οποία δεν παρήγαγε πολιτισμό, αλλά τουλάχιστον έβγαλε πολεμιστές και νομοθέτες. Ένα άλλο μέρος των Δωριέων κατέβηκε μέχρι την Κρήτη και εγκαταστήθηκε εκεί, αφού κατέστρεψε ό,τι είχε απομείνει από τον Μινωικό πολιτισμό. Αλλά ο κύριος κορμός τους έμεινε στη Μακεδονία, ιδρύοντας το κραταιό δωρικό βασίλειο των Μακεδόνων. Όλοι αυτοί, μαζί με τους Θράκες που παρείχαν το Διονυσιακό στοιχείο, ονομάστηκαν χάρη στα Ομηρικά Έπη, Έλληνες, οι αρχαίοι Έλληνες.
Κι έχουμε πολλούς βαρβάρους να βάλουμε στο σπέρμα μας ακόμα... Και πρώτους τους Γαλάτες.
Οι Γαλάτες ήταν Κέλτες. Ινδοευρωπαίοι και αυτοί που έφτασαν από την Ιρλανδία μέχρι την Άγκυρα.
Πρώτη φορά οι Φωκαείς τους συναντούν στην αποικία της Μασσαλίας, γύρω στα 600 π.Χ. Οι Γαλάτες, παρότι βάρβαροι, εξελληνίζονται πολύ γρήγορα, τουλάχιστον εκείνο το κομμάτι τους.
Αλλά το 395 π.Χ. γίνεται βασιλιάς των Γαλατών ο τρομερός Βρένος και πέντε χρόνια μετά κατακτά τη Ρώμη. Εκείνος ήταν που είπε το γνωστό “Ουαί τοις ηττημένοις” (vae victis!). Ένας άλλος βασιλιάς των Γαλατών, με το ίδιο όνομα, Βρένος,  και 200.000 στρατό έφτασε μέχρι τους Δελφούς, το 279 π.Χ. Και ελπίζω να καταλαβαίνετε ότι πόλεμος εκείνους τους καιρούς δεν σήμαινε βομβαρδίζω αφ” υψηλού και μετά φεύγω. Απ” όπου περνούσαν τα στρατεύματα έσπερναν τον τρόμο -και παιδιά. Σίγουρα το 278 π.Χ. Θα γεννήθηκαν πολλά κοκκινομάλλικα παιδιά στην Ελλάδα. Ο Βρένος σκοτώθηκε στους Δελφούς και τα στρατεύματα του, χωρίς αρχηγό πλέον, πέρασαν από τη Θράκη στη Μικρά Ασία. Εκεί, στην περιοχή όπου βρίσκεται η Άγκυρα σήμερα, δημιούργησαν ένα κράτος που ονόμασαν Γαλατία. Και σημειώστε πως η “Προς Γαλάτες Επιστολή” του Παύλου, απευθυνόταν σε αυτούς ακριβώς τους Γαλάτες, και όχι προς το Γαλατικό χωριό του Αστερίξ.
Την ίδια εποχή ήταν σπουδαίοι πολεμιστές και οι Ιλλυριοί, ινδοευρωπαίοι κι αυτοί, των οποίων η βάση ήταν τα παράλια της Αδριατικής. Πρώτοι οι Μακεδόνες γνώρισαν την πολεμική δεινότητα των Ιλλυριών, όταν το 385 π.Χ. Ο βασιλιάς τους, Βαρδύλης, νίκησε τον Μακεδόνα Αμύντα Β” και τον υποχρέωσε να πληρώνει φόρο υποτέλειας. Όταν ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος τους κατατρόπωσαν οι Ιλλυριοί το έριξαν στην πειρατεία και τις επιδρομές, μέχρι που ανακάλυψαν ότι θα κέρδιζαν περισσότερα ως μισθοφόροι των Ρωμαίων. Με το όχημα των Ρωμαίων οι Ιλλυριοί (διόλου Έλληνες), περιδιαβήκαν τον Ελλαδικό χώρο και γεννοβόλησαν όσο άντεχαν τα νεφρά τους. Αλλά κι αυτοί δεν ήταν τίποτα σε σχέση με τους Γότθους του Αλάριχου (Ούλριχ), τους Βάνδαλους, τους Αλανούς, τους Ούννους του Αττίλα, τους Άβαρους, τους Σλάβους, τους Μογγόλους και τους άλλους επιδρομείς, κατακτητές και αποίκους που μόλυναν το “καθαρό αίμα” των Ελλήνων τα επόμενα χρόνια.

τροφή για σκέψη προς Νεοέλληνες και όχι μόνο... αποσπάσματα από Β. Ραφαηλίδη

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Αλήθεια και πραγματικότητα

Είναι τρομακτικό πράγμα το να σκέφτεσαι σήμερα. Είναι μια απονενοημένη προσπάθεια να περάσεις ανάμεσα από τον συμβιβασμό με την πραγματικότητα που οδηγεί στη συμμαχία με την βλακεία και την αμείωτη ένταση της ιδέας που οδηγεί στην ολίσθηση στην τρέλα.
Φοβάμαι ότι αυτό το γνωρίζουν ήδη όλοι, βαθύτερα από όσο μπορούν να εξηγήσουν.
Φοβάμαι ότι το να μην σκέφτονται είναι ήδη μια βάσιμη επιλογή αυτοπροστασίας αυτών που έχουν δοκιμάσει να σκεφτούν και τρόμαξαν.
Φοβάμαι ότι Δον Κιχώτης και Σάντσο Πάντσα αλλάζουν πια ρόλους πολλές φορές κάθε μέρα. Και ότι μόνο μια σωτήρια αμνησία τους εμποδίζει να θυμηθούν ότι ήταν πριν λίγο οι ίδιοι ο άλλος τους πόλος. Και ότι μόνο επειδή το ξεχνούν μπορούν να παίξουν τον τωρινό εαυτό τους ως αντίβαρο του άλλου με κάποια ελάχιστη πειστικότητα.
Φοβάμαι πως όταν ο Χέγκελ έλεγε ότι αυτό που υπάρχει είναι το λογικό είχε εσφαλμένα μπερδέψει το γεγονός ότι υπήρχε ο ίδιος με κάποιον οικουμενικό νόμο. Φοβάμαι ότι στην πραγματικότητα, το ένα πράγμα που υπήρχε ενώ δεν ήταν λογικό να υπάρχει ήταν η ευφυία του ίδιου του Χέγκελ, δηλαδή αυτού που θεωρούσε ότι αυτό που υπάρχει είναι το λογικό.
Φοβάμαι ότι είναι απόλυτα εφικτό να βρίσκεσαι στην αλήθεια αλλά όχι στην πραγματικότητα, ή να βρίσκεσαι στην πραγματικότητα αλλά όχι στην αλήθεια, ή να μην βρίσκεσαι ούτε στην πραγματικότητα ούτε στην αλήθεια, αλλά είναι ανέφικτο να βρίσκεσαι τόσο στην αλήθεια όσο και στην πραγματικότητα.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Φτώχεια και Ήλιος

Πριν από μερικά χρόνια ζήτησαν από τον Πολωνό φιλόσοφο Σίγκμουντ Μπάουμαν να συμπυκνώσει τη σκέψη του σε μια παράγραφο. Κι εκείνος δεν μπόρεσε να βρει καλύτερη απάντηση από την εξής ρήση του Καμύ: «Υπάρχει η ομορφιά και υπάρχουν οι ταπεινωμένοι. Όσες κι αν είναι οι δυσκολίες του εγχειρήματος, δεν θα ήθελα να προδώσω ποτέ ούτε τη μία ούτε τους άλλους». Πολλοί συγγραφείς συνταγών της ανθρώπινης ευτυχίας, πιο ριζοσπάστες και πιο αλαζόνες, θα θεωρούσαν πως αυτή η δήλωση αποτελεί σκανδαλώδη προτροπή για παιχνίδι σε διπλό ταμπλό. Λάθος, απαντά ο Μπάουμαν στον Νουβέλ Ομπζερβατέρ. Ο Καμύ απέδειξε, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το «να διαλέγεις το στρατόπεδό σου» θυσιάζοντας το ένα καθήκον για να εκπληρώσεις (υποτίθεται) καλύτερα το άλλο καταλήγει στην ακύρωση και των δύο. Ο συγγραφέας του «Ξένου» και της «Πανούκλας» δήλωνε ότι βρίσκεται «ανάμεσα στη φτώχεια και τον ήλιο». Όπως έλεγε, «η φτώχεια μ΄ εμπόδισε να πιστέψω ότι όλα είναι καλά κάτω από τον ήλιο και εντός της ιστορίας. Ο ήλιος μ΄ έμαθε ότι η ιστορία δεν είναι το παν».
Η ανθρώπινη ελευθερία, υπογράμμιζε ο Καμύ, «δεν προσφέρει παρά μια ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι» και ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίζουμε έναν κόσμο χωρίς ελευθερία είναι να γίνουμε τόσο απόλυτα ελεύθεροι, ώστε η ίδια η ύπαρξή μας να αποτελεί μια πράξη εξέγερσης. Η μοίρα του ανθρώπου βρίσκεται ανάμεσα στη φιγούρα του Σίσυφου και σ΄ εκείνη του Προμηθέα. Αυτές τις δύο φιγούρες προσπάθησε, επίμονα αλλά μάταια, να συμφιλιώσει ο Καμύ. Ο Προμηθέας, ο ήρωας του «Εξεγερμένου ανθρώπου», επιλέγει να ζήσει μια ζωή για τους άλλους, να εξεγερθεί κατά της δυστυχίας τους, θεωρώντας πως η εξέγερση αυτή αποτελεί τη λύση στον παραλογισμό της ανθρώπινης κατάστασης που οδήγησε τον Σίσυφο στην αυτοκτονία. Σ΄ αυτή τη σύνθεση που επιχειρεί ο Καμύ ανάμεσα στον Προμηθέα και τον Σίσυφο, η άρνηση γίνεται μια πράξη κατάφασης: «Εξεγείρομαι, άρα υπάρχουμε».

Η κόλαση είναι οι άλλοι

"... Η σχέση αντικειμένου - υποκειμένου είναι βασική αρχή της διαλεκτικής. Εγώ, το υποκείμενο που θέλω, είμαι ένα υποκείμενο στενά συναρτημένο με τα αντικείμενα. Όλοι οι άνθρωποι είναι αντικείμενα για μένα το υποκείμενο, ενώ εγώ το υποκείμενο είμαι αντικείμενο για όλους τους ανθρώπους, που ο καθένας είναι υποκείμενο μόνο για τον εαυτό του. Διαλεκτική ονομάζεται η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο. Η κόλαση είναι οι Αλλοι, λέει ο Σαρτρ. Και εννοεί πως το κακό, σε μένα το υποκείμενο, έρχεται απ' έξω, από το αντικείμενο. Σπάνια το προσωπικό μου κακό έχει υποκειμενικά αίτια. Αλλά και τα υποκειμενικά αίτια είναι αντικειμενικά καθορισμένα.
Αυτό είναι και το μεγάλο δίδαγμα του φροϋδισμού και κυρίως του φροϋδομαρξισμού της Σχολής της Φρανκφούρτης. Το υποσυνείδητο είναι η συνέχεια της συνείδησης προς τα κάτω και προς τα μέσα, όμως το περιεχόμενό του δεν αποτελείται από το Εγώ, αλλά από το Εκείνο, όπως ονομάζει ο Φρόυντ όλα όσα δεν μπορώ να ελέγξω εγώ προσωπικά, για να απωθήσω τελικά τους φόβους μου ή τις ανακπλήρωτες επιθυμίες μου στο υποσυνείδητο. Που δεν είναι παρά μια αποθήκη απαγορεύσεων και ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Το υποσυνείδητο είναι ένα καζάνι που βράζει και κοχλάζει και συχνά εκρήγνυται προκαλώντας καταστροφές, και σε μένα και στους γύρω μου. "Το υποσυνείδητο σκοτώνει, όχι η συνείδηση", θα πει ο Βίλχελμ Ράιχ. Η συνείδηση "γνωρίζει" ότι καταστρέφοντας, καταστρέφεται. Όμως το υποσυνείδητο δεν γνωρίζει τίποτα, ούτε τον εαυτό του, θα πει ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, ένας από τους πολύ γνωστούς εκπροσώπους της Σχολής της Φρανκφούρτης.
Οι ντεσπεράδος μεταθέτουν τη λογική του στομαχιού στον παραλογισμό του υποσυνείδητου. Ενώ η ταξική συνείδηση σταματάει στο επίπεδο της συνείδησης την οργή που προκαλεί η έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης και δεν της επιτρέπει να γίνει παραλογισμός και κτηνωδία. Αν ο μαρξισμός έπαιρνε στα σοβαρά το φροϋδισμό, τον καιρό που έκαμνε αυτή τη συναρπαστική πρόταση ο Αντρέ Μπρετόν, ο "πάπας" του σουρρεαλισμού, ο μαρξισμός θα είχε ίσως γλυτώσει από περιπλοκές εντελώς σουρρεαλιστικές. Διάολε, εκτός απ' την ταξική συνείδηση, υπάρχει και η συνείδηση σκέτα, το θεμέλιο της ταξικής συνείδησης. Δεν μπορείς να ζητάς ταξική συνείδηση από ασυνείδητους. Και το ασυνείδητο είναι το πρώτο στάδιο του υποσυνείδητου, αυτό που βρίσκεται πιο κοντά στη συνείδηση και τη συνδέει με το υποσυνείδητο μεταφέροντας στη συνείδηση τις "εντολές" του. Δεν λέω πως πρέπει να κάνουν ψυχανάλυση οι επαναστάτες πριν ξεκινήσουν την επανάσταση, λέω μόνο πως πρέπει να πάρουν σοβαρά το υποσυνείδητο, αν θέλουν να προφυλαχτούν από συμπεριφορές που έχουν σχέση περισσότερο με τη βαρβαρότητα παρά με το σοσιαλισμό. Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, εντάξει, καλά το λέει ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Όμως, όταν η βαρβαρότητα προτείνεται ως σοσιαλισμός, εγώ προσωπικά θα διάλεγα... τη βαρβαρότητα. Το βάρβαρο τον αντιμετωπίζεις, το σοσιαλβάρβαρο όμως δεν τον αντιμετωπίζεις με τίποτα, εσύ ο σοσιαλιστής, ο κατ' ανάγκην σύντροφος του σοσιαλβάρβαρου.
Δυστυχώς, απ' όλες τις αριστερίστικες και ανομολόγητα ψυχολογίστικες πολιτικές συμπεριφορές, συνεπώς κι απ' αυτή του Τσε, εκείνο που κυρίως λείπει είναι η διαλεκτική..."

Β. Ραφαηλίδης

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Στα όνειρα

Στα όνειρά μου- σε αυτά που θυμάμαι μετά τον ύπνο αλλά και σε εκείνα που νομίζω ότι έχω ξεχάσει- βλέπω τα πάντα από μια αξιοσημείωτα χαμηλή οπτική γωνία. Οι γύρω μου υπόλοιποι άνθρωποι έτσι παίρνουν διαστάσεις γιγάντιων μορφών, με κεφάλια μικροσκοπικά που μόλις διακρίνονται στο βάθος του οπτικού μου ορίζοντα, πόδια μακριά και χέρια τεράστια. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ενήλικα δέντρα, και με τα ψηλά σπίτια, και με τα φουγάρα των υπερωκεάνιων, και με τις έλικες των ανεμογεννητριών, μοιάζουν στα μάτια του ονειρευόμενου εαυτού μου σαν να τείνουν ψηλώνοντας προς κάποιο διαγαλαξιακό σημείο φυγής στα βάθη του ουρανού. Από την άλλη πλευρά, κατά τη διάρκεια του ύπνου, έχω εξαιρετική σχέση με όλα τα πλάσματα που βλασταίνουν κοντά στο χώμα, με τα πλάσματα που έρπουν, με τα μικροσκοπικά ζώα, με τα έντομα όταν δεν πετούν ή όταν έχουν πεθάνει αλλά και με οτιδήποτε άλλο ξεχνιέται πεθαμένο στο έδαφος. Σε κάθε όνειρο, αυτές μονάχα είναι οι μορφές που μπορώ να κοιτάζω κατά πρόσωπο.