Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Επιζών

ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΑ ΖΕΙΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΩΡΙΜΑΖΕΙΣ, ΕΠΙΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΕΙΣ: μαθαίνεις στον άλλο και προπάντων στον ίδιο τον εαυτό σου. Το να απευθύνεσαι σε κάποιον για να του πεις «θα σου μάθω να ζεις», σημαίνει, ενίοτε σε απειλητικό τόνο, θα σε διαπλάσω και δη θα σε στρώσω.

ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ΚΑΙ Η ΑΜΦΙΛΟΓΙΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ, αυτός ο αναστεναγμός ανοίγεται επίσης σε μια δυσκολότερη ερωτητική: το ζην, αυτό το πράγμα μπορείς να το μάθεις στον εαυτό σου, μπορείς να το διδάξεις στον εαυτό σου; Μπορεί κανείς να μάθει, με την πειθαρχία ή με τη μαθητεία, με την εμπειρία ή τον πειραματισμό, να αποδεχθεί, ή, καλύτερα, να επιβεβαιώσει τη ζωή; (…)

ΕΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ, ΛΟΙΠΟΝ, ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΩ, ΕΓΩ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΣΑΣ: όχι, ποτέ δεν έμαθα-να-ζω. Καθόλου, εν τοιαύτη περιπτώσει! Μαθαίνεις να ζεις, αυτό θα έπρεπε να σημαίνει ότι μαθαίνεις να πεθάνεις, να λαμβάνεις υπόψιν, για να την αποδεχθείς, την απόλυτη θνητότητα (χωρίς σωτηρία, ούτε ανάσταση, ούτε λύτρωση -ούτε για τον εαυτό σου ούτε για τον άλλον). Από τον Πλάτωνα και εφεξής πρόκειται για το παλαιό φιλοσοφικό ερώτημα: φιλοσοφείς σημαίνει μαθαίνεις να πεθάνεις. [...]

ΔΕΝ ΕΧΩ ΜΑΘΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΑΠΟΔΕΧΟΜΑΙ, ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ. Είμαστε όλοι επιζώντες με αναστολή [...] Ωστόσο, παραμένω ανεπίδεκτος διαπαιδαγωγήσεως όσον αφορά τη σοφία τού να ξέρεις-να-πεθάνεις ή, αν προτιμάτε, να ξέρεις-να-ζεις. Ως τώρα, τίποτα δεν έχω μάθει ή επιτύχει σχετικά με αυτό το θέμα.

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΣΥΡΡΙΚΝΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΕΠΙΤΑΧΥΝΟΜΕΝΟ ΡΥΘΜΟ, όχι μόνο γιατί είμαι, μαζί με άλλους, κληρονόμος τόσων πραγμάτων, καλών ή τρομερών: καθώς οι περισσότεροι από τους στοχαστές με τους οποίους συνδεόμουν είναι νεκροί, όλο και πιο συχνά με αποκαλούν επιζώντα: ο τελευταίος, ο έσχατος εκπρόσωπος μιας «γενιάς», χονδρικά της δεκαετίας του 1960 -αυτό το γεγονός, χωρίς να είναι επακριβώς αληθινό, δε μου εμπνέει μόνο ενστάσεις αλλά και αισθήματα μιας κάπως μελαγχολικής εξέγερσης.

ΚΑΘΩΣ, ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ, ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΥΓΕΙΑΣ -το είπαμε- έχουν γίνει πιεστικά, το ερώτημα της επιβίωσης ή της αναστολής, που πάντοτε με κατέτρεχε, κυριολεκτικά, σε κάθε στιγμή της ζωής μου, συγκεκριμένα και ακατάπαυστα, σήμερα αποκτά διαφορετική χροιά. Πάντοτε ενδιαφερόμουν για τη θεματική της επιβίωσης, το νόημα της οποίας δεν προστίθεται στο ζην και στο θνήσκειν.

Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΡΧΕΓΟΝΗ: η ζωή είναι επιβίωση. Επιβιώνεις με την τρέχουσα σημασία θέλει να πει ότι συνεχίζεις να ζεις, αλλά επίσης ότι ζεις μετά το θάνατο.

Ζακ Ντεριντά από doc tv

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Νίτσε - "Ecce Homo"

Με καταλάβανε άραγε; Αυτό που καθορίζει τα όριά μου, αυτό που με κάνει να ξεχωρίζω από τους άλλους ανθρώπους, είναι το ότι ξεσκέπασα την χριστιανική ηθική… Το γεγονός ότι η ανθρωπότητα δεν άνοιξε μέχρι τώρα τα μάτια της σχετικά με αυτήν, για εμένα είναι η μεγαλύτερη κηλίδα βρωμιάς που λερώνει την συνείδησή της. Σε αυτό εγώ βλέπω μία εθελούσια τύφλωση, η οποία έφτασε πια να γίνει δεύτερη φύση των ανθρώπων, μια συστηματική εμμονή που θέλει να αγνοεί κάθε αλήθεια, κάθε αίτιο και κάθε πραγματικότητα, μία απατεωνιά που στον ψυχολογικό τομέα αγγίζει το κακούργημα. Η εθελούσια τύφλωση μπροστά στον Χριστιανισμό είναι το ανώτατο έγκλημα, το έγκλημα ενάντια στην ίδια την ζωή…
Ο χριστιανός παρουσιάζεται έως και σήμερα σαν το δήθεν κατ’ εξοχήν «ηθικό ον» την ώρα που υπήρξε ο πιο παράλογος, ο πιο ψεύτης, ο πιο μάταιος και ο πιο επιπόλαιος τύπος ανθρώπου, ο οποίος μάλιστα έγινε επιζήμιος, όσο ούτε καν μπορεί να φανταστεί, απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό και αποδείχθηκε ο μεγαλύτερος περιφρονητής των ανθρώπων. Η χριστιανική ηθική είναι η χειρότερη μορφή εθισμού στην ψευτιά, είναι η ζώσα Κίρκη της ανθρωπότητας, ο απόλυτος διαφθορέας της. Δεν είναι τόσο η πλάνη της που με τρομάζει, δεν είναι η εδώ και αιώνες πλήρης εξαφάνιση της «καλής προαίρεσης», ούτε και είναι η έλλειψη αρετής, αξιοπρέπειας και γενναιότητας στα πνευματικά πράγματα που προδίδονται από τον θρίαμβο αυτής της ηθικής, όσο είναι η ανυπαρξία φυσικότητας, αποτέλεσμα της τερατωδίας ενός κυρίαρχου συστήματος που βαπτίζει ηθικό το αντι-φυσικό και του αποδίδει μάλιστα τις υπέρτατες τιμές και το κρεμάει ψηλά, πάνω από την ανθρωπότητα σαν έναν νόμο, σαν μία κατηγορηματική προσταγή!
Πώς γίνεται λοιπόν να παραβλέψει κάποιος αυτό το σημείο; πόσο μάλλον όταν δεν το παραβλέπει ένας μόνον άνθρωπος, ούτε καν ένας συγκεκριμένος λαός, αλλά ολόκληρη η ανθρωπότητα! Μας διδάξανε να περιφρονούμε όλα τα βασικά ένστικτα της ζωής και σφυρηλατήσανε με κτυπήματα ψευτιάς ένα διαφορετικό είδος ψυχής και ένα διαφορετικό είδος πνεύματος, με σκοπό να καταστρέψουνε το σώμα. Στην βασικότερη αρχή της ζωής, στις γενετήσιες πράξεις, μας δίδαξαν να βλέπουμε κάτι το ακάθαρτο… Δεν δίδαξαν ποτέ ανώτερες αξίες στους ανθρώπους, αλλά μόνο αξίες αυτοϋποτίμησης και παρακμής… Η ηθική της άρνησης, η μόνη που αυτοί δίδαξαν μέχρι σήμερα, αποπνέει θέληση για θάνατο, αρνούμενη την ζωή στα ίδια τα θεμέλιά της.
Μία μόνο είναι η διαπίστωση: δεν είναι στην πραγματικότητα η ανθρωπότητα αυτή που βρίσκεται σε βαθύτατη παρακμή, αλλά μόνο η παρασιτική ράτσα του παπαδαριού, η οποία ανυψώθηκε με τα ψέμματά της στην θέση του αιώνιου διαιτητή των αξιών και χρησιμοποίησε ως εργαλείο της την χριστιανική ηθική για να αποκτήσει εξουσία… Ο ορισμός αυτής της ηθικής είναι μία ιδιοσυγκρασία αχρείων, που καθοδηγούνται από τον κρυμμένο σκοπό τους να εκδικηθούνε την ζωή, έναν σκοπό άλλωστε που ήδη στεφανώθηκε από επιτυχία. Σε αυτόν τον ορισμό εγώ αποδίδω ιδιαίτερη βαρύτητα.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Γκυ Ντεμπόρ - Καταστασιακές θέσεις για την κυκλοφορία

1. Ένα από τα λάθη που κάνουν όλοι οι πολεοδόμοι είναι ότι αντιμετωπίζουν το ιδιωτικό αυτοκίνητο (και τα υποπροϊόντα του, όπως η μοτοσικλέτα) σαν να επρόκειτο ουσιαστικά για ένα μέσο μεταφοράς. Στην πραγματικότητα, είναι η κύρια υλοποίηση μιας αντίληψης της ευτυχίας που τείνει να διαδώσει ο αναπτυγμένος καπιταλισμός σε ολόκληρη την κοινωνία. Το αυτοκίνητο ως υπέρτατο αγαθό μιας αλλοτριωμένης ζωής και, αδιαχώριστα, ως βασικό προϊόν της καπιταλιστικής αγοράς, βρίσκεται στο επίκεντρο της ίδιας γενικής προπαγάνδας: λέγεται με ευφράδεια φέτος ότι η αμερικανική οικονομική ευημερία θα εξαρτάται σύντομα από την επιτυχία του συνθήματος: «Δύο αυτοκίνητα ανά οικογένεια».
2. Όπως παρατήρησε ορθά ο Λε Κορμπυσιέ, ο χρόνος μεταφοράς αποτελεί πλεονάζουσα εργασία που μειώνει αναλόγως τον λεγόμενο ελεύθερο χρόνο της ζωής.

3. Πρέπει να αντικαταστήσουμε το ταξίδι ως συμπλήρωμα της εργασίας με το ταξίδι ως απόλαυση.

4. Η επιδίωξη μετασχηματισμού της αρχιτεκτονικής σύμφωνα με τις ανάγκες της υπάρχουσας μαζικής και παρασιτικής ύπαρξης των ιδιωτικών αυτοκινήτων αποτελεί μια εξόχως ανεδαφική μετατόπιση των προβλημάτων. Η αρχιτεκτονική πρέπει, αντίθετα, να μετασχηματιστεί σύμφωνα με τη συνολική εξέλιξη της κοινωνίας, ασκώντας κριτική σε όλες τις προσωρινές αξίες που συνδέονται με παρωχημένες μορφές κοινωνικών σχέσεων (στην πρώτη θέση των οποίων βρίσκεται η οικογένεια).

5. Ακόμα και αν μπορούμε να δεχτούμε προσωρινά, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, την αυστηρή διαίρεση ανάμεσα σε ζώνες εργασίας και ζώνες κατοικίας, θα πρέπει τουλάχιστον να προβλέψουμε μια τρίτη σφαίρα: εκείνη της ίδιας της ζωής (τη σφαίρα της ελευθερίας και των δραστηριοτήτων αναψυχής – την ουσία της ζωής). Η ενιαία πολεοδομία δεν αναγνωρίζει όρια• επιδιώκει να διαμορφώσει ένα ενοποιημένο ανθρώπινο περιβάλλον όπου τελικά οι διαχωρισμοί – όπως αυτοί ανάμεσα σε εργασία/συλλογικές ασχολίες ελεύθερου χρόνου/ιδιωτική ζωή – θα εξαφανιστούν. Προκαταβολικά, ωστόσο, η ελάχιστη δραστηριότητα της ενιαίας πολεοδομίας είναι να διευρύνει το πεδίο τού παιχνιδιού σε όλες τις επιθυμητές κατασκευές. Το πεδίο αυτό θα βρίσκεται στο επίπεδο συνθετότητας μιας παλιάς πόλης.

6. Το ζήτημα δεν είναι να καταπολεμηθεί το αυτοκίνητο σαν να είναι ένα δεινό αυτό καθαυτό. Η υπερβολική συγκέντρωσή του στις πόλεις είναι εκείνη που καταλήγει στην αναίρεση της λειτουργίας του. Η πολεοδομία δε θα πρέπει βέβαια να αγνοήσει το αυτοκίνητο, αλλά θα ήταν ακόμα λιγότερο σκόπιμο να το θεωρήσει σαν κεντρικό θέμα. Πρέπει να ποντάρει στη σταδιακή κατάργησή του. Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να προβλέψουμε την απαγόρευση της κυκλοφορίας αυτοκινήτων στο εσωτερικό ορισμένων καινούριων οικισμών, καθώς επίσης και σε μερικές παλιές πόλεις.

7. Εκείνοι που πιστεύουν ότι το αυτοκίνητο είναι αιώνιο δεν αναλογίζονται, ακόμα και από αυστηρά τεχνολογική σκοπιά, άλλους μελλοντικούς τρόπους μεταφοράς. Για παράδειγμα, ορισμένα μοντέλα μονοθέσιων ελικοπτέρων που δοκιμάζονται επί του παρόντος από τον αμερικανικό στρατό θα έχουν, ενδεχομένως, διαδοθεί στο κοινό εντός είκοσι ετών.

8. Η ρήξη της διαλεκτικής του ανθρώπινου περιβάλλοντος προς όφελος των αυτοκινήτων (η διάνοιξη των σχεδιαζόμενων αυτοκινητόδρομων υπερταχείας κυκλοφορίας στο Παρίσι θα επιφέρει την καταστροφή χιλιάδων κατοικιών, μολονότι η στεγαστική κρίση επιδεινώνεται συνεχώς) συγκαλύπτει την ανορθολογικότητά της κάτω από ψευδο-πρακτικές δικαιολογίες. Αλλά η αληθινή πρακτική αναγκαιότητά της αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη κοινωνική συνθήκη. Εκείνοι που θεωρούν μόνιμα τα δεδομένα του προβλήματος θέλουν, στην πραγματικότητα, να πιστεύουν στη μονιμότητα της υφιστάμενης κοινωνίας.

9. Οι επαναστάτες πολεοδόμοι δε θα ασχολούνται μονάχα με την κυκλοφορία των αντικειμένων, ή με την κυκλοφορία ανθρώπων παγιδευμένων σε έναν κόσμο αντικειμένων. Θα προσπαθήσουν να σπάσουν αυτές τις τοπολογικές αλυσίδες, διερευνώντας πειραματικά πεδία για την κυκλοφορία των ανθρώπων εν μέσω μιας αυθεντικής ζωής.

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Στο όνομα της ζωής

Οι μεγάλοι μάς φαίνονται μεγάλοι μόνο και μόνο επειδή είμαστε πεσμένοι στα γόνατα», έλεγε ο Λουσταλό, ένας δημοσιογράφος που ενώθηκε με τους εξεγερμένους κατά τη Γαλλική Επανάσταση. «Ας σηκωθούμε όρθιοι!»
Τα λόγια εκείνα του Λουσταλό εμπνέουν πάντα τον Ραούλ Βανεγκέμ, έναν από τους «γκουρού» κάποιων άλλων εξεγερμένων, που σηκώθηκαν όρθιοι πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια για να αμφισβητήσουν τις αξίες των μεγάλων, δηλαδή των δασκάλων τους, των πολιτικών τους και, πάνω απ΄ όλα, των πατεράδων τους. «Η προσπάθειά μας να επιβιώσουμε μας έχει μέχρι τώρα εμποδίσει να ζήσουμε», έγραφε στο Εγχειρίδιο Καλής Συμπεριφοράς προς χρήση της Νέας Γενιάς , ένα βιβλίο-φάρο για εκείνη την εποχή. Ο Μάης του ΄68 ήταν μια θεαματική απόρριψη της επιβίωσης στο όνομα της ζωής. Τι συνέβη λοιπόν και απειλείται σήμερα ακόμη κι αυτή η επιβίωση, ως αποτέλεσμα της καταστροφής της βιόσφαιρας και της επέκτασης της φτώχειας;
Στα
70+ χρόνια του, ο άλλοτε θεωρητικός των καταστασιακών είναι πάντα αισιόδοξος και πάντα μαχητικός. Τον ενοχλούν βέβαια η παθητικότητα, η μοιρολατρία, ο φετιχισμός του χρήματος, η αρπακτικότητα, η συγκεντρωτική και ανταγωνιστική εκπαίδευση, η λεηλασία της γης, η έλλειψη δημιουργικότητας από όλους εκείνους που προσπαθούν να καταπολεμήσουν τη βαρβαρότητα με τα όπλα της βαρβαρότητας και όχι με τη δύναμη της ζωής. Αλλά δεν χάνει το ριζοσπαστικό του πνεύμα. «Ποτέ δεν ήμασταν τόσο κοντά στη ζωή και τόσο μακριά από το να τολμήσουμε να την αρπάξουμε», λέει σε συνέντευξή του στον Νουβέλ Ομπζερβατέρ. «Πιστεύω ακράδαντα, όμως, ότι κάτω από τον σκοταδισμό, τη δουλοπρέπεια, τον νόμο του πιο ισχυρού και του πιο πονηρού, βρίσκεται σε κίνηση μια δύναμη ζωής. Τίποτα δεν θα εμποδίσει τη ριζοσπαστική σκέψη να προοδεύει και να υπονομεύει υπογείως το θέαμα όπου η υπαρξιακή ένδεια αναγορεύεται σε αρετή».
Ωραία λόγια, αλλά πού στηρίζονται; Σε ποια κινήματα, σε ποια πειράματα, σε ποια ρεύματα; Ίσως ο Βανεγκέμ να δίνει απαντήσεις σ΄ ένα δοκίμιό του που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Ανάμεσα στο πένθος του κόσμου και τη χαρά της ζωής. Οι καταστασιακοί και η μετάλλαξη των συμπεριφορών» (εκδ. Verticales-Gallimard). Ίσως να διακρίνει καλύτερα από εμάς αυτήν «τη συμμαχία με τη φύση, όπου η ζωή θα ξαναβρεί τα δικαιώματά της και θα ξεπεράσει την επιβίωση». Να διεκδικήσουμε για λογαριασμό μας τους φυσικούς πόρους- τονίζει- ώστε να απαλλαγούμε από την τυραννία της εργασίας. Ενδιαφέρον: αλλά πώς θα το εξηγήσουμε στη γενιά των 600 ευρώ;
Ας μείνουμε στα γενικότερα, και διαχρονικότερα. «Να στηριχθούμε στην ορμή της ζωής ώστε να την εξευγενίσουμε», αυτός είναι κατά τον Ραούλ Βανεγκέμ ο καλύτερος και πιο ευχάριστος τρόπος να κτίσουμε το πεπρωμένο μας απέναντι στα εμπόδια μιας οικονομίας που εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο και τη γη. «Γιατί όποιος προσαρμόζει τη ζωή του στα κριτήρια της επιτυχίας και της αποτυχίας έχει ήδη σταματήσει να ζει».

Η ψευδαίσθηση της σιωπής

Κάπου στη Βόρεια Φινλανδία, λίγο πριν αρχίσει ο Αρκτικός Κύκλος και μερικά χιλιόμετρα από την απαγορευμένη ζώνη που αποτελεί τα σύνορα με τη Ρωσία, υπάρχει ένα δάσος όπου αυτόν τον καιρό επικρατεί μια σουρεαλιστική σιωπή. Τα περισσότερα πουλιά έχουν μεταναστεύσει. Κι όταν δεν έχει αέρα, δεν ακούγεται απολύτως τίποτα.  
Ο Αμερικανός συγγραφέας Βέρλιν Κλίνκενμποργκ βρέθηκε στην περιοχή στα τέλη του περασμένου μήνα. Το πρώτο βράδυ στάθηκε στη μέση μιας γέφυρας, πάνω από ένα ποτάμι που χύνεται στη Ρωσία. Ήταν σούρουπο, ο ουρανός ήταν καθαρός και δεν υπήρχε ούτε η παραμικρή πνοή αέρα. Έμεινε στη γέφυρα για μισή ώρα και στο τέλος πίστεψε ότι κάτι είχαν τα αυτιά του. Δεν ήταν δυνατόν, δεν ήταν λογικό όλο αυτό το διάστημα να μην ακούει τίποτα. Μήπως είχε κουφαθεί; Τέντωσε τα αυτιά του, έξυσε το έδαφος με το πόδι του, πέταξε μια πέτρα στο νερό και χτύπησε με τη γροθιά του το κιγκλίδωμα της γέφυρας. Η ακοή του ήταν μια χαρά.   
Το ανθρώπινο αυτί δεν είναι προορισμένο να αγωνίζεται για να ακούσει. Κι όμως, αυτό ακριβώς έκανε ο συγγραφέας, προσπαθούσε να ακούσει τα πράγματα που ακούει στην καθημερινή του ζωή, κι επειδή δεν τα κατάφερνε πίστεψε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τις αισθήσεις του. Τις επόμενες ημέρες, λοιπόν, άλλαξε τακτική. Έμπαινε κι έβγαινε από το δάσος προσπαθώντας να ακούσει όχι πια με τα αυτιά του, αλλά με τα μάτια του. Συνειδητοποίησε ότι τα πήγαινε καλύτερα. Κάθε τόσο συναντούσε κάποιον Φινλανδό και τον ρωτούσε πώς είχε περάσει το καλοκαίρι του. Οι περισσότεροι γκρίνιαζαν ότι έκανε κρύο κι έβρεχε, τα έλατα και τα πεύκα είχαν μουσκέψει. Αλλά το φθινόπωρο ήταν ξηρό, και τη νύχτα έπιανε παγετός. Τα φύλλα έπεφταν πολύ γρήγορα. Τα πρωινά, το ποτάμι καλυπτόταν από ομίχλη, γεγονός που επέτεινε την ψευδαίσθηση της σιωπής.  
Ψευδαίσθηση; Γιατί ψευδαίσθηση; Όπως γράφει ο Κλίνκενμποργκ στους Νιου Γιορκ Τάιμς, το τελευταίο βράδυ επέστρεψε στη γέφυρα. Ο ουρανός ήταν και πάλι καθαρός και το φως του δειλινού αρνιόταν πεισματικά να δώσει τη θέση του στο πραγματικό σκοτάδι. Καθώς στεκόταν πάνω από το ποτάμι, άκουσε τον αδύναμο, αλλά καθαρό ήχο από έναν καταρράκτη, κάπου πεντακόσια μέτρα μακριά. Ο καταρράκτης ήταν φυσικά εκεί και το πρώτο βράδυ που ο συγγραφέας βρέθηκε στη γέφυρα. Και τότε γιατί δεν τον άκουσε; Προφανώς επειδή ήταν πολύ απασχολημένος με το να μην ακούει τα πράγματα που ήταν συνηθισμένος να ακούει, και κυρίως το μουγκρητό της πόλης ακόμη και στις πιο ήσυχες στιγμές της. Χρειάστηκε μια εβδομάδα για να αδειάσει τα αυτιά του, για να μάθει να μην ακούει τίποτα, και για να διαπιστώσει ότι σ΄ εκείνο το τίποτα υπήρχε παρά ταύτα κάτι για να ακούσει.

Πόσο;

Πόσο αξίζει...η ζωή ενός φοιτητή; Όσο και το δάνειο που έχουν πάρει οι γονείς του για να τον σπουδάσουν. Πριν από 35 χρόνια, το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας έπαιρνε 6,6% του δημόσιου προϋπολογισμού και οι φυλακές 3%. Σήμερα, το πανεπιστήμιο παίρνει 2,2% και η βιομηχανία των φυλακών 7,4%. Οσο λιγότεροι νέοι μπορούν να σπουδάσουν τόσο γεμίζουν οι φυλακές. Το αμερικανικό δημόσιο αφαιρεί τα χρήματα που προορίζονταν για τη μόρφωση των πιο ελπιδοφόρων πολιτών του και τα δίνει για να πλουτίσουν οι άνθρωποι που κερδίζουν από τη φυλάκιση των πιο φτωχών. Πόσο αξίζει η ζωή ενός άρρωστου, ενός γέρου; Στη Γουόλ Στριτ, οι τραπεζίτες αγοράζουν μισοτιμής ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής («ομόλογα θανάτου», όπως τα λένε) που ξεπουλάνε άρρωστοι και ηλικιωμένοι λόγω της κρίσης. Οι τραπεζίτες εξακολουθούν να καταβάλλουν το ασφάλιστρο. Και όσο νωρίτερα πεθαίνουν οι ασφαλισμένοι τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος για τους τραπεζίτες. Πόσο αξίζει η ζωή ενός παιδιού; Όσο και το μερίδιο του χρέους που του πέφτει στο κεφάλι μόλις γεννηθεί. Ο Ηρώδης έσφαξε πολλά μωρά, αλλά κυνηγούσε μόνο ένα. Όμως, αν οι σύγχρονοι μισάνθρωποι επικρατήσουν, τότε μπορούμε να φανταστούμε από τώρα τον πλανήτη μας σαν ένα απέραντο κοιμητήριο με δισεκατομμύρια σταυρούς - έναν για κάθε παιδί που δεν μπόρεσε να γεννηθεί, επειδή οι γονείς του ήταν πάρα πολύ φτωχοί για να το αναστήσουν.
Η αμερικανική...Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας υπολόγισε την αξία της ανθρώπινης ζωής σε 9,1 εκατ. δολάρια. Για την αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων, αυτή η αξία ανέρχεται σε 7,9 εκατ. δολάρια. Και για το αμερικανικό υπουργείο Μεταφορών σε 6 εκατ. δολάρια. Σε αυτούς τους υπολογισμούς, βέβαια, όπου αυτές οι υπηρεσίες λένε «αξία», στην πραγματικότητα εννοούν «κόστος». Κόστος για το περιβάλλον, κόστος για τα φάρμακα, κόστος για τις συγκοινωνίες. Σαν να έχει γίνει η ύπαρξη του ανθρώπου ένα αφόρητο βάρος για τις κοινωνίες. Παίρνει αξία μονάχα όταν κόβεται σε μερίδες: η αξία ενός πνεύμονα ανέρχεται σε 100.000 δολάρια.
Αν προσθέσουμε σε αυτό μάτια, καρδιά, μυελό οστών, ήπαρ, το ποσό αυξάνεται σημαντικά.
Για μερικά...έντομα, ένα πτώμα μοιάζει με στρωμένο τραπέζι. Καθένα έχει την αγαπημένη του μερίδα. Τουλάχιστον αυτά μας τρώνε μονάχα πεθαμένους. Ομως, μια άλλη έρπουσα πανίδα τρέφεται με τις σάρκες μας από τη στιγμή που θα αντικρύσουμε το πρώτο φως της ζωής, περνώντας μας καθημερινά από τα πριονωτά σαγόνια της. Άραγε θα την ξεφορτωθούμε ποτέ; Ίσως μονάχα αν φωνάξουμε τόσο δυνατά όσο για να ακουστεί πως είμαστε ακόμη ζωντανοί.