Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Στο όνομα της ζωής

Οι μεγάλοι μάς φαίνονται μεγάλοι μόνο και μόνο επειδή είμαστε πεσμένοι στα γόνατα», έλεγε ο Λουσταλό, ένας δημοσιογράφος που ενώθηκε με τους εξεγερμένους κατά τη Γαλλική Επανάσταση. «Ας σηκωθούμε όρθιοι!»
Τα λόγια εκείνα του Λουσταλό εμπνέουν πάντα τον Ραούλ Βανεγκέμ, έναν από τους «γκουρού» κάποιων άλλων εξεγερμένων, που σηκώθηκαν όρθιοι πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια για να αμφισβητήσουν τις αξίες των μεγάλων, δηλαδή των δασκάλων τους, των πολιτικών τους και, πάνω απ΄ όλα, των πατεράδων τους. «Η προσπάθειά μας να επιβιώσουμε μας έχει μέχρι τώρα εμποδίσει να ζήσουμε», έγραφε στο Εγχειρίδιο Καλής Συμπεριφοράς προς χρήση της Νέας Γενιάς , ένα βιβλίο-φάρο για εκείνη την εποχή. Ο Μάης του ΄68 ήταν μια θεαματική απόρριψη της επιβίωσης στο όνομα της ζωής. Τι συνέβη λοιπόν και απειλείται σήμερα ακόμη κι αυτή η επιβίωση, ως αποτέλεσμα της καταστροφής της βιόσφαιρας και της επέκτασης της φτώχειας;
Στα
70+ χρόνια του, ο άλλοτε θεωρητικός των καταστασιακών είναι πάντα αισιόδοξος και πάντα μαχητικός. Τον ενοχλούν βέβαια η παθητικότητα, η μοιρολατρία, ο φετιχισμός του χρήματος, η αρπακτικότητα, η συγκεντρωτική και ανταγωνιστική εκπαίδευση, η λεηλασία της γης, η έλλειψη δημιουργικότητας από όλους εκείνους που προσπαθούν να καταπολεμήσουν τη βαρβαρότητα με τα όπλα της βαρβαρότητας και όχι με τη δύναμη της ζωής. Αλλά δεν χάνει το ριζοσπαστικό του πνεύμα. «Ποτέ δεν ήμασταν τόσο κοντά στη ζωή και τόσο μακριά από το να τολμήσουμε να την αρπάξουμε», λέει σε συνέντευξή του στον Νουβέλ Ομπζερβατέρ. «Πιστεύω ακράδαντα, όμως, ότι κάτω από τον σκοταδισμό, τη δουλοπρέπεια, τον νόμο του πιο ισχυρού και του πιο πονηρού, βρίσκεται σε κίνηση μια δύναμη ζωής. Τίποτα δεν θα εμποδίσει τη ριζοσπαστική σκέψη να προοδεύει και να υπονομεύει υπογείως το θέαμα όπου η υπαρξιακή ένδεια αναγορεύεται σε αρετή».
Ωραία λόγια, αλλά πού στηρίζονται; Σε ποια κινήματα, σε ποια πειράματα, σε ποια ρεύματα; Ίσως ο Βανεγκέμ να δίνει απαντήσεις σ΄ ένα δοκίμιό του που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Ανάμεσα στο πένθος του κόσμου και τη χαρά της ζωής. Οι καταστασιακοί και η μετάλλαξη των συμπεριφορών» (εκδ. Verticales-Gallimard). Ίσως να διακρίνει καλύτερα από εμάς αυτήν «τη συμμαχία με τη φύση, όπου η ζωή θα ξαναβρεί τα δικαιώματά της και θα ξεπεράσει την επιβίωση». Να διεκδικήσουμε για λογαριασμό μας τους φυσικούς πόρους- τονίζει- ώστε να απαλλαγούμε από την τυραννία της εργασίας. Ενδιαφέρον: αλλά πώς θα το εξηγήσουμε στη γενιά των 600 ευρώ;
Ας μείνουμε στα γενικότερα, και διαχρονικότερα. «Να στηριχθούμε στην ορμή της ζωής ώστε να την εξευγενίσουμε», αυτός είναι κατά τον Ραούλ Βανεγκέμ ο καλύτερος και πιο ευχάριστος τρόπος να κτίσουμε το πεπρωμένο μας απέναντι στα εμπόδια μιας οικονομίας που εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο και τη γη. «Γιατί όποιος προσαρμόζει τη ζωή του στα κριτήρια της επιτυχίας και της αποτυχίας έχει ήδη σταματήσει να ζει».

Η ψευδαίσθηση της σιωπής

Κάπου στη Βόρεια Φινλανδία, λίγο πριν αρχίσει ο Αρκτικός Κύκλος και μερικά χιλιόμετρα από την απαγορευμένη ζώνη που αποτελεί τα σύνορα με τη Ρωσία, υπάρχει ένα δάσος όπου αυτόν τον καιρό επικρατεί μια σουρεαλιστική σιωπή. Τα περισσότερα πουλιά έχουν μεταναστεύσει. Κι όταν δεν έχει αέρα, δεν ακούγεται απολύτως τίποτα.  
Ο Αμερικανός συγγραφέας Βέρλιν Κλίνκενμποργκ βρέθηκε στην περιοχή στα τέλη του περασμένου μήνα. Το πρώτο βράδυ στάθηκε στη μέση μιας γέφυρας, πάνω από ένα ποτάμι που χύνεται στη Ρωσία. Ήταν σούρουπο, ο ουρανός ήταν καθαρός και δεν υπήρχε ούτε η παραμικρή πνοή αέρα. Έμεινε στη γέφυρα για μισή ώρα και στο τέλος πίστεψε ότι κάτι είχαν τα αυτιά του. Δεν ήταν δυνατόν, δεν ήταν λογικό όλο αυτό το διάστημα να μην ακούει τίποτα. Μήπως είχε κουφαθεί; Τέντωσε τα αυτιά του, έξυσε το έδαφος με το πόδι του, πέταξε μια πέτρα στο νερό και χτύπησε με τη γροθιά του το κιγκλίδωμα της γέφυρας. Η ακοή του ήταν μια χαρά.   
Το ανθρώπινο αυτί δεν είναι προορισμένο να αγωνίζεται για να ακούσει. Κι όμως, αυτό ακριβώς έκανε ο συγγραφέας, προσπαθούσε να ακούσει τα πράγματα που ακούει στην καθημερινή του ζωή, κι επειδή δεν τα κατάφερνε πίστεψε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τις αισθήσεις του. Τις επόμενες ημέρες, λοιπόν, άλλαξε τακτική. Έμπαινε κι έβγαινε από το δάσος προσπαθώντας να ακούσει όχι πια με τα αυτιά του, αλλά με τα μάτια του. Συνειδητοποίησε ότι τα πήγαινε καλύτερα. Κάθε τόσο συναντούσε κάποιον Φινλανδό και τον ρωτούσε πώς είχε περάσει το καλοκαίρι του. Οι περισσότεροι γκρίνιαζαν ότι έκανε κρύο κι έβρεχε, τα έλατα και τα πεύκα είχαν μουσκέψει. Αλλά το φθινόπωρο ήταν ξηρό, και τη νύχτα έπιανε παγετός. Τα φύλλα έπεφταν πολύ γρήγορα. Τα πρωινά, το ποτάμι καλυπτόταν από ομίχλη, γεγονός που επέτεινε την ψευδαίσθηση της σιωπής.  
Ψευδαίσθηση; Γιατί ψευδαίσθηση; Όπως γράφει ο Κλίνκενμποργκ στους Νιου Γιορκ Τάιμς, το τελευταίο βράδυ επέστρεψε στη γέφυρα. Ο ουρανός ήταν και πάλι καθαρός και το φως του δειλινού αρνιόταν πεισματικά να δώσει τη θέση του στο πραγματικό σκοτάδι. Καθώς στεκόταν πάνω από το ποτάμι, άκουσε τον αδύναμο, αλλά καθαρό ήχο από έναν καταρράκτη, κάπου πεντακόσια μέτρα μακριά. Ο καταρράκτης ήταν φυσικά εκεί και το πρώτο βράδυ που ο συγγραφέας βρέθηκε στη γέφυρα. Και τότε γιατί δεν τον άκουσε; Προφανώς επειδή ήταν πολύ απασχολημένος με το να μην ακούει τα πράγματα που ήταν συνηθισμένος να ακούει, και κυρίως το μουγκρητό της πόλης ακόμη και στις πιο ήσυχες στιγμές της. Χρειάστηκε μια εβδομάδα για να αδειάσει τα αυτιά του, για να μάθει να μην ακούει τίποτα, και για να διαπιστώσει ότι σ΄ εκείνο το τίποτα υπήρχε παρά ταύτα κάτι για να ακούσει.

Πόσο;

Πόσο αξίζει...η ζωή ενός φοιτητή; Όσο και το δάνειο που έχουν πάρει οι γονείς του για να τον σπουδάσουν. Πριν από 35 χρόνια, το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας έπαιρνε 6,6% του δημόσιου προϋπολογισμού και οι φυλακές 3%. Σήμερα, το πανεπιστήμιο παίρνει 2,2% και η βιομηχανία των φυλακών 7,4%. Οσο λιγότεροι νέοι μπορούν να σπουδάσουν τόσο γεμίζουν οι φυλακές. Το αμερικανικό δημόσιο αφαιρεί τα χρήματα που προορίζονταν για τη μόρφωση των πιο ελπιδοφόρων πολιτών του και τα δίνει για να πλουτίσουν οι άνθρωποι που κερδίζουν από τη φυλάκιση των πιο φτωχών. Πόσο αξίζει η ζωή ενός άρρωστου, ενός γέρου; Στη Γουόλ Στριτ, οι τραπεζίτες αγοράζουν μισοτιμής ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής («ομόλογα θανάτου», όπως τα λένε) που ξεπουλάνε άρρωστοι και ηλικιωμένοι λόγω της κρίσης. Οι τραπεζίτες εξακολουθούν να καταβάλλουν το ασφάλιστρο. Και όσο νωρίτερα πεθαίνουν οι ασφαλισμένοι τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος για τους τραπεζίτες. Πόσο αξίζει η ζωή ενός παιδιού; Όσο και το μερίδιο του χρέους που του πέφτει στο κεφάλι μόλις γεννηθεί. Ο Ηρώδης έσφαξε πολλά μωρά, αλλά κυνηγούσε μόνο ένα. Όμως, αν οι σύγχρονοι μισάνθρωποι επικρατήσουν, τότε μπορούμε να φανταστούμε από τώρα τον πλανήτη μας σαν ένα απέραντο κοιμητήριο με δισεκατομμύρια σταυρούς - έναν για κάθε παιδί που δεν μπόρεσε να γεννηθεί, επειδή οι γονείς του ήταν πάρα πολύ φτωχοί για να το αναστήσουν.
Η αμερικανική...Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας υπολόγισε την αξία της ανθρώπινης ζωής σε 9,1 εκατ. δολάρια. Για την αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων, αυτή η αξία ανέρχεται σε 7,9 εκατ. δολάρια. Και για το αμερικανικό υπουργείο Μεταφορών σε 6 εκατ. δολάρια. Σε αυτούς τους υπολογισμούς, βέβαια, όπου αυτές οι υπηρεσίες λένε «αξία», στην πραγματικότητα εννοούν «κόστος». Κόστος για το περιβάλλον, κόστος για τα φάρμακα, κόστος για τις συγκοινωνίες. Σαν να έχει γίνει η ύπαρξη του ανθρώπου ένα αφόρητο βάρος για τις κοινωνίες. Παίρνει αξία μονάχα όταν κόβεται σε μερίδες: η αξία ενός πνεύμονα ανέρχεται σε 100.000 δολάρια.
Αν προσθέσουμε σε αυτό μάτια, καρδιά, μυελό οστών, ήπαρ, το ποσό αυξάνεται σημαντικά.
Για μερικά...έντομα, ένα πτώμα μοιάζει με στρωμένο τραπέζι. Καθένα έχει την αγαπημένη του μερίδα. Τουλάχιστον αυτά μας τρώνε μονάχα πεθαμένους. Ομως, μια άλλη έρπουσα πανίδα τρέφεται με τις σάρκες μας από τη στιγμή που θα αντικρύσουμε το πρώτο φως της ζωής, περνώντας μας καθημερινά από τα πριονωτά σαγόνια της. Άραγε θα την ξεφορτωθούμε ποτέ; Ίσως μονάχα αν φωνάξουμε τόσο δυνατά όσο για να ακουστεί πως είμαστε ακόμη ζωντανοί.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Περί λογικής αναγκαιότητας ΙΙ

Ο Θεός πέθανε επειδή αντικαταστάθηκε από κάτι άλλο, κάτι που ο ίδιος ο Νίτσε δεν μπορεί να δει καθαρά ή να ονομάσει με το όνομά του.
Από τι αντικαταστάθηκε ο Θεός; Αντικαταστάθηκε από τις συμβασιακές σχέσεις ως αποκρυσταλλώσεις των σχέσεων που απορρέουν από την κεφαλαιοκρατική παραγωγή. Οι σχέσεις αυτές είναι πάνω από όλα αυτοματικές: καθορίζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις, επιβάλλουν συνέπειες, ενσαρκώνουν μια νέα εξουσία της μοίρας χωρίς να είναι απαραίτητη η προσφυγή σε μια υποκειμενική μορφή της απόφασης. Μόνο με αυτή την έννοια είναι η "τεχνολογία" το αίτιο του θανάτου του Θεού: μόνο στο βαθμό που "τεχνολογία" σημαίνει "αυτοματισμός", και μόνο στον βαθμό που ο "αυτοματισμός" είναι συνώνυμος με την α-νόητη, απάνθρωπη αλλά και υπεράνθρωπη (Übermensch!) λειτουργικότητα του κόσμου, τη λειτουργικότητα χωρίς προσφυγή --και χωρίς καν τη δυνατότητα προσφυγής-- στην απόφαση, στην ηθική, στη σφαίρα του καλού και του κακού (Πέρα απ' το καλό και το κακό!)
Στον βαθμό που ξεριζώνει και καταστρέφει κάθε μυθικό στοιχείο, κάθε μυθικό μέσο εκλογίκευσης του χαρακτήρα των ανθρώπινων σχέσεων και των σχέσεων ανθρώπου και φύσης, ο καπιταλισμός αναλαμβάνει το ρόλο του ριζοσπαστικού μηδενισμού: ξεγυμνώνει την βία που εκλογίκευε ο διαμεσολάβηση της θεϊκής αρχής, αναδεικνύει όλη την κρυφή κτηνωδία της εκμετάλλευσης κάτω από την επιφάνεια της ιεροποίησης, αποκαλύπτει το τρομακτικό πρόσωπο της λυκανθρωπίας, το βασίλειο του homo hominis lupus κάτω απ' τις σεπτές τελετουργίες και την ψεύτικη σοφία του κόσμου.
Αλλά στο σημείο ακριβώς αυτό, στο σημείο της μέγιστης έκθεσης της απόλυτης αυθαιρεσίας ως μοναδικού υφιστάμενου θεμελίου του κοινωνικού δεσμού, ο καπιταλισμός υψώνει ένα νέο, εκδικητικά μυθικό είδωλο στη θέση του νεκρού Θεού: τη μηχανή, όχι ως παραγωγικό μέσο αλλά ως αρχή λειτουργίας της κοινωνίας. Η ζωή δεν αυτοματοποιείται με τη γελοία έννοια ότι έχουμε μίξερ ή ασανσέρ, αλλά με την έννοια ότι σταματά να υπόκειται στη Θεοδικία, στην απόφανση μιας ανώτερης αρχής που μπορεί να καταστρέφει επειδή μπορεί επίσης να δημιουργεί. Τα παιδιά εξακολουθούν να πεθαίνουν, αλλά αυτό αφορά απρόβλεπτες μεταλλάξεις στην μετοχική αξία κάποιων εταιριών τροφίμων στις αγορές· οι άνθρωποι χάνουν το ψωμί τους, αλλά αυτό αφορά τις επιπτώσεις του αποπληθωρισμού· οι ελευθερίες εξαφανίζονται, αλλά αυτό έχει να κάνει με τις πιέσεις του ανταγωνισμού για αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Το όνομα του αυτόματου μηχανισμού που διαμεσολαβεί και ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις μετά τον θάνατο του Θεού είναι οικονομία. Αλλά αν και παίρνονται συχνά ανθρώπινες αποφάσεις για την οικονομία, για την οικονομική πολιτική, οι αποφάσεις αυτές είναι ολοκληρωτικά ανίσχυρες μπροστά στις βουλές της ίδιας της οικονομίας, γυρίζουν συχνά μπούμεραγκ, δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν, κλπ. Υπάρχουν μεν οικονομολόγοι και οικονομικοί αναλυτές όπως υπήρχαν θεολόγοι και ιερείς, αλλά σε τελική ανάλυση είναι κανείς αναγκασμένος να αποδεχτεί ότι οι μηχανισμοί της οικονομίας είναι τόσο πολύπλοκοι, η λειτουργία της καθορίζεται από ένα τέτοιο ασύλληπτο αριθμό παραγόντων, ώστε κανείς να μην μπορεί πραγματικά να τιθασεύσει ή να ελέγξει τον μηχανισμό, ο οποίος είναι αυθεντικά αυτόματος ακριβώς επειδή οι ανθρώπινες παρεμβάσεις δεν τον ελέγχουν πραγματικά, δεν μπορούν να τον στρέψουν στη μία ή την άλλη κατεύθυνση, κλπ.
Ενώ ο σύγχρονός του Φόιερμπαχ ασχολούνταν ακόμη με τη φιλοσοφική αποδόμηση της θρησκείας, ο Μαρξ έγινε αυτό που έγινε εν μέρει γιατί είχε ήδη προχωρήσει στο επόμενο στάδιο, το στάδιο που ο Νίτσε κατέγραψε με αρκετά χρόνια καθυστέρηση: το στάδιο που, γνωρίζοντας ήδη ότι ο Θεός είναι νεκρός, δεν έβλεπε πλέον ως προτεραιότητα της σκέψης την έκδοση των πιστοποιητικών θανάτου του, αλλά την κριτική αποδόμηση αυτού που τον αντικατέστησε. Το Κεφάλαιο, η Κριτική της πολιτικής οικονομίας, είναι ένα εγχειρίδιο αποδόμησης του Θεού μετά τον θάνατο του Θεού: αυτό που ρίχνει από τον θρόνο είναι αυτό που διαδέχτηκε τον Θεό, δηλαδή η ιδέα του υπεράνθρωπου και ανεξέλεγκτου --και συνάμα αναμφισβήτητου και ρυθμιστικού-- αυτοματισμού της πολιτικής οικονομίας. Ο σοσιαλισμός, κατά βάση, είναι η απάντηση στην προκριμένη απάντηση στον θάνατο του Θεού.
Δεν είναι μια απάντηση αντιδραστική, μια απάντηση που συνίσταται στην νοσταλγία για τον Θεό και στην επιθυμία για την παλινόρθωση του Θεού. Αυτό είναι σαφέστατο στην άγρια χαρά με την οποία το Κομμουνιστικό Μανιφέστο περιγράφει τον μηδενιστικό θρίαμβο του κεφαλαίου απέναντι στην παλιά κοινωνική ζωή, την ορμή με την οποία διέλυσε κάθε απομεινάρι παραδοσιακά δομημένων κοινωνικών σχέσεων. Αλλά δεν είναι επίσης μια απάντηση μηδενιστική με την καπιταλιστική έννοια. Ο σοσιαλισμός λέει "ναι" στον θάνατο του Θεού, λέει όμως "όχι" στον θάνατο της Ιδέας. Και βέβαια, αυτό σημαίνει ότι λέει επίσης όχι στον θάνατο του Θεού, στον βαθμό που ο Θεός είναι η Ιδέα (αυτό το κατανοούσε ιδιαίτερα ξεκάθαρα ο Χέγκελ). Το "ζήσε χωρίς Ιδέα" του καπιταλισμού είναι ένα πρόσταγμα που, συντρίβοντας και τα τελευταία απομεινάρια του ανθρωποποιήσιμου θείου (και συγκεκριμένα του θείου ως εγγύησης της δυνατότητας της αυτο-υπέρβασης του ανθρώπου, της δυνατότητας του ανθρώπου να είναι εγχείρημα του εαυτού του -- βλ. ντε λα Μιραντόλα, "Για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου"), οδηγεί στην θεοποίηση του αυτόματου, γιατί το να ζεις χωρίς Ιδέα είναι το να ζεις αυτοματικά, χωρίς σκέψη, δηλαδή ως ζώο με την Καρτεσιανή έννοια (για τον Ντεκάρτ, το ζώο είναι ένα αυτόματο, το αυτόματο είναι κατά βάση το ζώο). 
Ο σοσιαλισμός, κατ' αντιπαράθεση, αρνείται τον Θεό διαλεκτικά, τον διατηρεί δηλαδή ζωντανό μέσα από την άρνησή του, υπό τη μορφή ακριβώς της Ιδέας ως δύναμης αποκλειστικά εξαρτώμενης από τον άνθρωπο (τον κάθε άνθρωπο), και άρα ως δύναμης ατέρμονα ευάλωτης, και συνάμα ως δύναμης ατέρμονα υπερ-άνθρωπης, δύναμης που μπορεί να εξυψώσει τον άνθρωπο πάνω απ' το να είναι "απλώς" άνθρωπος (Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο!), δηλαδή αυτόματο επιβίωσης, lupus homini. Η Ιδέα του σοσιαλισμού, η Ιδέα πάνω στην οποία βασίζεται η ανθρώπινη εξύψωση, είναι η ανθρώπινη ισότητα: ο άνθρωπος παύει να είναι απλώς ζώο από τη στιγμή που αποδέχεται τις συνέπειες που εκπορεύονται από την αξιωματική παραδοχή της ισότητάς του με όλους τους άλλους. Ή αλλιώς (και αντίστροφα), η αποκτήνωση του ανθρώπου είναι συνώνυμη με την αποδοχή των συνεπειών που απορρέουν από την αποδοχή του αυτοματικού χαρακτήρα της ανθρώπινης ανισότητας. "Εκείνος δε που δε μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία με τους άλλους ή αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτε, αυτός δεν έχει καμιά θέση στην πόλη, γιατί είναι ή θηρίο ή θεός", έγραφε ο Αριστοτέλης (Πολιτικά, 1253a). Ο καπιταλισμός όμως, έχοντας σκοτώσει τον Θεό, δεν μπορεί να κάνει "αυτόν που δεν έχει ανάγκη από τίποτε" (τον κυρίαρχο) παρά μόνο "θηρίο", και από την άλλη, να μετατρέψει το θηρίο αυτό σε ένα ολοκληρωτικά ανήμπορο πλάσμα, φιγούρα της απόλυτης υποτέλειας, της απόλυτης εξάρτησης: το αριστοτελικό "ή θηρίο ή Θεός" έγινε "θηρίο και δούλος" -- θηρίο στον βαθμό που η απόρριψη της Ιδέας της ανθρώπινης ισότητας, της κομμουνιστικής Ιδέας, αυτοματοποιεί, με την αυτοματοποίηση αυτή να είναι σύνωνυμη της βίας απέναντι στον εαυτό και στον άλλο, δούλος στον βαθμό που η αυτοματοποίηση αυτή είναι συνώνυμη επίσης της απόλυτης ενσωμάτωσης της υποτέλειας σε έναν τρίτο, στην μηχανή της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης ως υπέρτατης ενσάρκωσης του αυτομάτου.
Η κομμουνιστική Ιδέα, είπαμε, είναι ταυτόχρονα ατέρμονα ευάλωτη και ατέρμονα υπερ-άνθρωπη: είναι το διαρκώς επαπειλούμενο θεμέλιο ενός αλλιώς αδιανόητου ηρωϊσμού του υποκειμένου. Επιβιώνει ως κυνηγημένο σκυλί, γιατί ο κόσμος στον οποίο υφίσταται είναι απόλυτα εχθρικός προς αυτή, εχθρικότερος από ό,τι θα μπορούσε να είναι ο κόσμος πριν τον θάνατο του Θεού. Οι φορείς της εμφανίζονται στον κατεστραμμένο κόσμο ως φορείς κάποιου ιού, κάποιας ασθένειας· ως χρήζοντες θεραπείας, απομόνωσης, καραντίνας, βιολογικού καθαρισμού. Η Ιδέα είναι ανάθεμα για τον κόσμο που οργανώνεται πάνω στο θεμέλιο του αυτοματισμού, γιατί η Ιδέα είναι απόλυτη, και ο αυτοματικός κόσμος γνωρίζει μόνο ποσότητες, μετρήσεις, ρυθμίσεις, προσαρμογές. Ο αυτοματικός κόσμος έχει χώρο μόνο για μεταρρύθμιση, γιατί το υπέρτατο αγαθό του είναι η διατήρηση των ισορροπιών ως προϋπόθεση της λειτουργικότητας της κεφαλαιοκρατικής μηχανής. Η Ιδέα είναι επαναστατική. Γι αυτό η Ιδέα διώκεται, όχι μόνο από το Κράτος, όχι μόνο από τους μηχανισμούς του, όχι μόνο από τους άλλους ανθρώπους, αλλά μέσα σε κάθε άνθρωπο. "Ζήσε χωρίς Ιδέα", χωρίς τον ιό που απειλεί τον αυτοματικό κόσμο, είναι μια φράση που ακούγεται μέσα σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε στιγμή. "Ζήσε χωρίς Ιδέα" είναι η μόνιμη επωδός της εμπειρίας της ήττας και της απογοήτευσης, της πικρίας, της απόγνωσης και της απελπισίας. "Ζήσε χωρίς Ιδέα" είναι αυτό που τραγουδά μελίρρητα ο "σκεπτικισμός", που είναι βέβαια "σκεπτικιστικός" μόνο απέναντι στην Ιδέα, μόνο απέναντι σε ό,τι ανθίσταται στην παθητική προσαρμογή στον αυτοματισμό, και ποτέ απέναντι στην εύγλωττη προφάνεια της αναγκαιότητας του αυτοματισμού, ποτέ απέναντι σε ό,τι, επειδή δεν μπορεί να ειπωθεί πως είναι το αποτέλεσμα σκέψης, δεν είναι επίσης ευάλωτο και στην καχυποψία απέναντι στην σκέψη. "Ζήσε χωρίς Ιδέα" είναι το τραγούδι ενός θνησιγενούς κόσμου, που γεννοβολά πεθαίνοντας, που σαπίζει βγάζοντας διαρκώς νέα παρακλάδια, νέες ρίζες, νέα προσωπεία, νέες λέξεις, νέες ιδεολογικές εκλογικεύσεις (αλλά η "ιδεολογία" δεν είναι η Ιδέα, είναι μάλλον το αντίθετο της Ιδέας, ένα Συμβολικό που επιτρέπει την απονεύρωση μπροστά στο Πραγματικό).
Σε τελική ανάλυση, την Ιδέα την υπερασπίζεται κάποιος με τη ζωή του, γιατί δεν μπορεί να την υπερασπιστεί κανείς παρά με τη ζωή του, δεν υπάρχουν άλλα μέσα για την υπεράσπιση της Ιδέας. Αλλά αυτός που υπερασπίζεται την Ιδέα, το κομμάτι του Θεού που δεν πέθανε γιατί επέστρεψε στον άνθρωπο, δεν υπερασπίζεται παρά τη ζωή του, τη ζωή ως διαλεκτική άρνηση και υπέρβαση της επιβίωσης.

radical desire

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Περί λογικής αναγκαιότητας I

Ο Θεός είναι νεκρός. Ο Θεός παραμένει νεκρός. Και τον έχουμε σκοτώσει εμείς.
Friedrich Nietzsche, Χαρούμενη επιστήμη, #125, "Ο τρελός"
Πριν μιλήσει κανείς για το τι σημαίνει η διάσημη φράση "ο Θεός είναι νεκρός" είναι αναγκασμένος να αποσαφηνίσει πώς αντιλαμβάνεται τη λέξη "Θεός". Τι εννοεί ο Νίτσε με τη λέξη; Η απάντηση "τον Θεό, όπως καταλαβαίνουμε όλοι την έννοια Θεός, τον Θεό ως δημιουργό του κόσμου, αιώνιο, παντογνώστη, παντοδύναμο, πανταχού παρόντα" είναι εμφανώς ανεπαρκής. Αν ο "Θεός" του Νίτσε ήταν παντοδύναμος, δεν θα μπορούσαμε να τον σκοτώσουμε. Αν ήταν αιώνιος, δεν θα ήταν νεκρός. Αν ήταν πανταχού παρών, δεν θα ήταν τώρα απών. Αν ήταν παντογνώστης, θα γνώριζε τον κίνδυνο που διατρέχει από εμάς. Αν ήταν ο δημιουργός του κόσμου, ο κόσμος δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς αυτόν εφόσον αυτή η δημιουργία ήταν η αφετηρία και πηγή κάθε δημιουργίας, η μοναδική, κατ' εξαίρεση πράξη ενός μοναδικού και κατ' εξαίρεση όντος, κάτι εξ ορισμού αδύνατο να επαναληφθεί, κάτι που δεν έχει νόημα χωρίς την ύπαρξη του όντος αυτού.
Όλοι αυτοί οι κατηγορικοί προσδιορισμού του Θεού αδυνατούν λοιπόν να προσδιορίσουν το τι σημαίνει "Θεός" μέσα στην πρόταση "ο Θεός είναι νεκρός."
Υπάρχει όμως μια διαφορετική προσέγγιση στο θείο, η οποία δεν συνίσταται τόσο στις ιδιότητές του όσο στη δομική λειτουργία του μέσα στον κόσμο. Ο Θεός, από αυτή την οπτική, είναι απλώς το όνομα της αρχής διαμεσολάβησης της ύπαρξης. Η ύπαρξη δεν είναι τυχαία, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των πλασμάτων δεν είναι χαώδεις και χωρίς σχέδιο, επειδή διαμεσολαβούνται από μια ανώτερη αρχή. Ο "Θεός" είναι η εγγύηση, το εγγυητικό θεμέλιο των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπων και φύσης. Είναι η αόρατη κόλλα που συγκροτεί μια τάξη στον κόσμο, δομεί μια ιεραρχία, καθορίζει θέσεις για τα υποκείμενα και για τα πράγματα. Είναι αυτό που εγγυάται ότι υπάρχουν καν υποκείμενα ως κάτι διαφορετικό από τα πράγματα. Είναι επομένως αυτό που ταυτόχρονα διαχωρίζει τα όντα (όπως κάνει ο μυθικός Θεός στη Γένεση, διαχωρίζοντας γη και θάλασσα, γη και ουρανό, φώς και σκοτάδι, κλπ) και τα συνδέει, που τα συνδέει διαχωρίζοντάς τα, καθώς τα όντα δεν θα μπορούσαν να συνδέονται αν πρώτα δεν διαχωρίζοντουσαν. Ο Θεός είναι αυτό που εγγυάται ότι τα όντα δεν αντικρίζουν το ένα το άλλο απευθείας, γυμνά και αδιαμεσολάβητα, αλλά κοιτούν το ένα το άλλο όντας και τα δύο κάτω από ένα τρίτο βλέμμα. Χωρίς αυτό το τρίτο, το έδαφος μιας σχέσης δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί, καθώς η σχέση δεν θα είχε καμία συγκροτητική αρχή, καμία δυνατότητα επιδιαιτησίας, και κανένα σημείο από το οποίο να μπορεί να αναπαρασταθεί ως σχέση. Και αυτό δεν αφορά απλώς τη σχέση ανάμεσα σε έναν και κάποιον άλλο (αλλά τι θα ήταν ο "ένας" και ο "κάποιος άλλος" χωρίς ένα τρίτο σημείο αναφοράς;) αλλά και τη σχέση ανάμεσα στον ένα και τον εαυτό του, όπως δείχνει ξεκάθαρα ο Ροβινσώνας Κρούσος του Ντεφό, που "ανακαλύπτει" ή ακριβέστερα εφευρίσκει το Θεό ακριβώς όταν μένει μόνος του στον κόσμο, και άρα όταν αναγκάζεται από τις περιστάσεις να δομήσει και να συντηρήσει μια σχέση με τον εαυτό του που να μην οδηγεί στην τρέλα.
Αυτός λοιπόν είναι ο Θεός που "είναι νεκρός" και "παραμένει νεκρός" γιατί ήταν πάντα θνητός -- και ήταν τέτοιος επειδή ήταν, φυσικά, δημιούργημα του νου, λογικό εύρημα. Ο Θεός ήταν --αυτό είναι κρίσιμο-- λογικό εύρημα, αποτύπωση μιας λογικής αναγκαιότητας. Τα μυθολογικά του στοιχεία --η γενειάδα του, τα αποκαθαρκτικά του εγκλήματα, η εκδικητικότητά του, οι μικρές του ή μεγάλες του αντιφάσεις, η ακατανόητη βιογραφία του, όλα τούτα αποτελούν στοιχεία συσκότισης της κρυστάλλινης λογικής της αναγκαιότητάς του ως προϋπόθεσης της κοινωνικής οργάνωσης της ζωής, που με τη σειρά της προϋποθέτει μια αρχή εδραίωσης ή θεμελίωσης των κοινωνικών σχέσεων -- εξισωτικών ή άνισων, αυτό ήταν ιστορικά αδιάφορο για τον Θεό ή τους θεούς που προηγήθηκαν αυτού, και που δεν έτυχε ποτέ στην διάρκεια της ζωής τους να κάνουν άλλο από το να συντηρούν τη μορφή των σχέσεων που υποτίθεται πως δημιούργησαν.
Πώς πέθανε ο Θεός; Από τι σκοτώθηκε; Τι θα έδειχνε μια βιοψία στο άψυχο κορμί του για τα αίτια και τα μέσα του θανάτου του; Η απάντηση ότι ο Θεός πέθανε εξαιτίας της ανάπτυξης και αυτονόμησης της τεχνολογίας είναι συσκοτιστική αν δεν εκτεθεί στο φως της ανάλυσης μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για το τι είναι "τεχνολογία." Ο Θεός δεν πέθανε επειδή ανακαλύφθηκε η ατμομηχανή. Δεν τον σκότωσε ο ηλεκτρισμός. Ούτε καν η θεωρία της εξέλιξης των ειδών. Ο Θεός πέθανε επειδή δεν ήταν πια αναγκαίος ως διαμεσολαβητική αρχή, εγγύηση της σταθερότητας των ανθρώπινων σχέσεων και των σχέσεων των ανθρώπων με τα ζώα και με τη φύση.

radical desire
συνεχίζεται...

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Περί ελευθερίας

Οικονομική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση από την οικονομία, απελευθέρωση απ’ την καθημερινή πάλη για την ύπαρξη, απαλλαγή απ’ την ανάγκη να κερδίζουμε τη ζωή μας. Πολιτική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση απ’ την πολιτική αυτή πάνω στην οποία τα άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο. Πνευματική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει αποκατάσταση της ατομικής σκέψης, που είναι σήμερα πνιγμένη από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και θύμα της διαπαιδαγώγησης. Θα πρέπει ακόμα να σημαίνει ότι θα πάψουν να υπάρχουν κατασκευαστές της «κοινής γνώμης», και η ίδια η κοινή γνώμη ακόμα. Αν οι προτάσεις αυτές έχουν έναν τόνο εξωπραγματικό, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι ουτοπικές, αλλά επειδή είναι ισχυρές οι δυνάμεις που τις αντιμάχονται.
Το αποτέλεσμα είναι η ευφορία μέσα στη δυστυχία. Να αναπαύεσαι, να διασκεδάζεις, να δρας και να καταναλώνεις, όπως όλοι οι άλλοι, να αγαπάς και να μισείς ό,τι αγαπούν και μισούν οι άλλοι, αυτά στο μεγαλύτερό τους μέρος είναι ανάγκες πλαστές. Το γεγονός ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει το άτομο ανανεώνουν και δυναμώνουν συνεχώς αυτές τις ανάγκες, με αποτέλεσμα το άτομο να τις κάνει πια δικές του, να ταυτίζεται μαζί τους και να αναζητά τον εαυτό του στην ικανοποίησή τους, δεν αλλάζει σε τίποτα το πρόβλημα. Οι ανάγκες παραμένουν αυτό που πάντα ήταν, προϊόντα μιας κοινωνίας που τα κυρίαρχα συμφέροντά της απαιτούν την καταπίεση.
Οι καταπιεστικές ανάγκες είναι οι ισχυρότερες, αυτό είναι γεγονός τετελεσμένο, καθιερωμένο από την ήττα και την αμάθεια. Είναι όμως και ένα γεγονός που πρέπει ν’ αλλάξει, και το άτομο που «ευημερεί» έχει το ίδιο συμφέρον ως προς αυτό, όσο και εκείνοι που πληρώνουν την ευημερία του με τη δική τους αθλιότητα...

Χέρμπερτ Μαρκούζε, "Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος"