Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Αλίτσε και Ματία

Οι πρώτοι αριθμοί ξέρουμε τι είναι: όσοι διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και με το ένα. Είναι μοναχικοί, είναι ιδιαίτεροι, αλλά οι πιο ιδιαίτεροι απ΄ όλους είναι σίγουρα οι λεγόμενοι «δίδυμοι», αυτοί που μόνο ένα νούμερο τους εμποδίζει να αγγιχτούν. Ας πούμε, το 11 και το 13.

Η Αλίτσε και ο Ματία μοιάζουν με δύο δίδυμους πρώτους αριθμούς. Έχουν πολλά κοινά σημεία, αισθάνονται κοντά ο ένας στον άλλο, αλλά δεν μπορούν να αγγιχτούν. Αυτό που τους ενώνει και ταυτόχρονα τους εμποδίζει είναι μια τραγική εμπειρία που είχαν στην παιδική τους ηλικία. Ο Ματία είχε μια αδελφή, τη Μικέλα, που ήταν διανοητικά καθυστερημένη. Ντρεπόταν τόσο πολύ γι΄ αυτήν, ώστε μια μέρα που ένας συμμαθητής του τους κάλεσε στα γενέθλιά του, την παρακάλεσε να τον περιμένει σ΄ ένα πάρκο. Αλλά το πάρκο το διέσχιζε ένα ποτάμι κι εκείνη εξαφανίστηκε στα νερά του. Ο Ματία, για να τιμωρήσει τον εαυτό του, έκανε μια βαθιά χαρακιά στο χέρι του. Και συνέχισε να ακρωτηριάζεται για πολλά χρόνια, προσπαθώντας μάταια να απαλλαγεί από το τρομερό βάρος της ενοχής του.

Το πρωινό που αποδείχθηκε μοιραίο για την Αλίτσε ήταν συννεφιασμένο, το βουνό ήταν σκεπασμένο από την ομίχλη κι εκείνη δεν ήθελε να πάει για σκι. Αλλά ο πατέρας της επέμενε. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε άσχημα, έκανε εμετό, έχασε τον δρόμο- κι ύστερα ήρθε το ατύχημα. Έμεινε παράλυτη και ανορεξική. Έπαψε να έχει ενδιαφέρον για τη ζωή. Όταν ήθελε να κοιμηθεί δεν κατέβαζε τις περσίδες, απλώς έκλεινε τα μάτια και αγνοούσε το φως, τα αντικείμενα που την περιέβαλλαν και το μισητό της σώμα. Ώσπου μια μέρα γνώρισε τον Ματία, έναν άνθρωπο εξίσου απροσάρμοστο, εξίσου μόνο κι εξίσου απελπισμένο μ΄ εκείνη. Ένωσαν τις μοναξιές τους και τις στερήσεις τους, πιστεύοντας ότι θα μπορούσαν έτσι να συνάψουν μια ερωτική σχέση. Διαψεύστηκαν.

Η Αλίτσε και ο Ματία είναι οι πρωταγωνιστές του πρώτου βιβλίου του 25χρονου Ιταλού Πάολο Τζορντάνο, με τον τίτλο «Η μοναξιά των πρώτων αριθμών». Η σοβαρότητα και η ακρίβεια με την οποία ένας νέος άνθρωπος προσεγγίζει ένα τόσο επικίνδυνο θέμα προκαλούν κατάπληξη, γράφει η Ρεπούμπλικα . Ίσως να έχει να κάνει με το ότι ο Τζορντάνο σπούδασε φυσική των σωματιδίων στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, όπου πήρε διδακτορικό, και στη συνέχεια θήτευσε στη Scuola Ηolden, το εργαστήρι δημιουργικής γραφής που διευθύνει ο Αλεσάντρο Μπαρίκο. Ίσως ο συγγραφέας να κρύβει κάποιο μυστικό και από τη δική του παιδική ηλικία. Η συνάντηση των μαθηματικών με τη ζωή είναι έτσι κι αλλιώς γοητευτική, και οι πρώτοι αριθμοί μπορεί να σε παρασύρουν σε ατέλειωτες περιπλανήσεις.

Υπήρχε πάντα ποίηση στη μουσική

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αξιολογήσεις έναν άνθρωπο που επισκέπτεσαι για πρώτη φορά. Ένα από τα ασφαλέστερα (ή πιο παραπλανητικά) κριτήρια είναι το μέγεθος της βιβλιοθήκης του - αν υποθέσουμε βέβαια ότι έχει βιβλιοθήκη.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα της Αργεντινής Λα Νασιόν, ο Φίλιπ Ροθ βεβαίωσε ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχουν σήμερα περισσότεροι από 25.000 «καλοί» αναγνώστες. Και στη συνέχεια έκανε μια πρόβλεψη: «Σε μερικά χρόνια, οι καλοί αναγνώστες θα είναι τόσο λίγοι που θα μοιάζουν με μια αίρεση. Θα αναφερόμαστε, για παράδειγμα, στους 150 Αμερικανούς πολίτες που διαβάζουν την Άννα Καρένινα».

Οι εκτιμήσεις του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα μπορεί να εισπραχθούν με διάφορους τρόπους. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αφορούν αποκλειστικά τη χώρα του, μια χώρα που διαθέτει εκατομμύρια δολάρια για εξοπλισμούς, αλλά που έξι στους δέκα νέους της δεν μπορούν να τοποθετήσουν το Ιράκ στον παγκόσμιο άτλαντα. H εικόνα αυτή είναι ήδη καταθλιπτική: δεδομένου ότι ο πληθυσμός των Ηνωμένων Πολιτειών φτάνει τα 290 εκατομμύρια, προκύπτει ότι αντιστοιχεί ένας καλός αναγνώστης σε 11.600 πολίτες, ενώ σε λίγα χρόνια θα πρέπει να ψάχνουμε ανάμεσα σε δύο εκατομμύρια Αμερικανούς για να βρούμε τον έναν που διαβάζει την Άννα Καρένινα! Ποια μπορεί να περιμένει κανείς ότι θα είναι η συμβολή αυτής της χώρας στην παγκόσμια ανάπτυξη και ευημερία;

Υπάρχει μια πιο δυσάρεστη εκδοχή: ότι οι υπολογισμοί του Ροθ δεν αφορούν μόνο την υπερδύναμη, αλλά λίγο-πολύ όλες τις ανεπτυγμένες χώρες (στον υπόλοιπο κόσμο η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη). Ότι δηλαδή στην Ελλάδα των δέκα εκατομμυρίων οι καλοί αναγνώστες δεν υπερβαίνουν τους 900 (!), ενώ σε λίγα χρόνια οι άνθρωποι που θα γνωρίζουν τον Τολστόι και το έργο του θα μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού. Χιλιάδες άνθρωποι θα διαβάζουν βέβαια Χάρυ Πότερ και Κώδικα Ντα Βίντσι (αν δεν τους έχει αφορίσει στο μεταξύ ο Αρχιεπίσκοπος). Αποτελεί όμως αυτό πραγματικά παρηγοριά;

Ίσως πάλι τα πράγματα να μην είναι τόσο άσχημα. Ίσως ο Ροθ να γέρασε και να μην μπορεί να παρακολουθήσει τις αλλαγές της εποχής. Ίσως να μη χρειαζόμαστε πια τόσο τα βιβλία γιατί φτάνουν σε μας με διαφορετική μορφή, μεταλλαγμένη. Όπως επισημαίνει ο Ισπανός σκηνοθέτης Μανουέλ Ουέργκα στην Ελ Παΐς, η ψηφιακή εποχή μάς έμπασε στο ιλιγγιώδες πεδίο του Διαδικτύου, που αποτελεί από μόνο του μια τεράστια πηγή ενημέρωσης και γνώσης. Αυτό με τη σειρά του μας φέρνει σε επαφή με τα e-mail, τα chats, τα forum και τα blogs. Στο κάτω-κάτω, ακόμα και η ποίηση δεν εξαντλούνταν ποτέ στους στίχους. Υπήρχε πάντα ποίηση στη μουσική, στα τραγούδια, στις εικόνες, στα γκράφιτι, ακόμα και στα SMS. Ας μη χάνουμε λοιπόν το θάρρος μας. Ίσως να μη διαβάζουμε λιγότερο, αλλά να διαβάζουμε αλλιώς, ακριβώς επειδή ζούμε αλλιώς.

Δεν έχουμε καιρό για μίση

Όνομα: Μαουρίσιο Ρόσενκοφ. Ψευδώνυμο: ελ Ρούσο. Σημερινό αξίωμα: γενικός διευθυντής Πολιτισμού του Μοντεβιδέο. Χθεσινή, σημερινή και αυριανή ιδιότητα: Τουπαμάρο.

«Μπήκα στη φυλακή τον Μάιο του 1972 και βγήκα τον Μάρτιο του 1985. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι η έλλειψη αέρα: στα κελιά μας, που ήταν 1.80 επί 80, βάζαμε ένα χαρτί στο πάτωμα και όταν το βλέπαμε να κινείται είχαμε την ψευδαίσθηση του αέρα. Στην πραγματικότητα, αυτό που κινούσε το χαρτί ήταν τα βήματά μας. Μας βασάνιζαν συνεχώς. Όπως έλεγε ένας συνταγματάρχης, που σήμερα είναι στρατηγός, "αφού δεν μπορούμε να τους σκοτώσουμε, θα τους τρελάνουμε". Για να ανακουφίσουμε τη δίψα μας ανακυκλώναμε τα ούρα μας, σας διαβεβαιώ ότι γίνεται, πρέπει απλώς να περιμένεις να κατακαθίσουν τα άλατα. Ήμουν όμως και τυχερός: ένας δεσμοφύλακας έμαθε ότι ήμουν καλός στο γράψιμο και με διέταξε να γράφω για λογαριασμό του γράμματα στην αρραβωνιαστικιά του. Τη γοήτευσα! Κι εκείνος μου έδινε τσιγάρα. Ύστερα άρχισα να γράφω γράμματα και για άλλους, ώς και γάμους ολόκληρους κανόνισα!

Δεν παριστάνω τον ήρωα, λύγισα πολλές φορές. Ξέραμε όμως πως έπρεπε να αντισταθούμε. Στην Αμερική κυβερνούσε ο Κάρτερ, και κάθε φορά που ζητούσε να βελτιωθούν οι συνθήκες κράτησής μας τα πράγματα χειροτέρευαν. Απομνημόνευα πολύ, κυρίως στίχους, όπως αυτόν: "Δεν υπάρχει χρόνος που να μη σπάει/ ούτε χρόνος που να μην τελειώνει". Θα τελείωνε, το ξέραμε. Όταν έπεσε η δικτατορία, μας έστειλαν σε ένα φραγκισκανικό μοναστήρι, στο Μοντεβιδέο. Ακούγαμε τον κόσμο στους δρόμους να φωνάζει: "Τούπα, αδέλφια μας, σας περιμένουμε!". Όταν βγήκα, πήγα να δω τους γονείς μου. Ζούσαν σε έναν οίκο ευγηρίας. Είχα αλλάξει τόσο πολύ που δεν με γνώρισαν. Όταν η μάνα μου συνήλθε από το σοκ, με ρώτησε αυτό που ρωτάει κάθε μάνα: "Έφαγες τίποτα; " Ο πατέρας μου, παλιός μπολσεβίκος, μου ψιθύρισε: "Τώρα που βγήκες, γιε μου, θέλω να μου εξηγήσεις τη διαφορά ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους Τουπαμάρος". Κι εγώ του είπα, "άκου, γέρο μου, οι Τουπαμάρος είναι οι κομμουνιστές". Πολύ του άρεσε.

Με ρωτάτε πώς αισθάνομαι που βρισκόμαστε τώρα στην εξουσία. Μα κάνετε λάθος: είμαστε απλώς στην κυβέρνηση, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούμε να αλλάξουμε ορισμένα πράγματα. Αν είχαμε την εξουσία, θα είχαμε τη δύναμη να επιταχύνουμε ή να επιβάλουμε τις αλλαγές. Με ρωτάτε επίσης πώς έγινε κι έδωσα το χέρι σε έναν πρώην βασανιστή μου, που τον συνάντησα σε μια εκδήλωση κατά της φτώχειας. Μα είμαστε πολιτικοί μαχητές, όχι εκδικητές. Δεν έχουμε καιρό για μίση, αυτό που προέχει είναι να ξεριζώσουμε την πείνα. Παραμένουμε πάντα Τουπαμάρος, ναι. Αλλά υπάρχει η ώρα του αντάρτικου και η ώρα του Κοινοβουλίου».

(Από συνέντευξη του Μαουρίσιο Ρόσενκοφ στην Ελ Παΐς)

Το σεξ είναι σαν το κρασί


Έρωτας ή σεξ; Τρυφερά χάδια και ερωτικές εξομολογήσεις ή ένα απλό πήδημα; Δίλημμα διαχρονικό, οικουμενικό, ιδανικό για τους διανοούμενους και τους φιλοσόφους, κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Για καλό ή για κακό, η ελληνική γλώσσα κάνει διάκριση ανάμεσα στην αγάπη και τον έρωτα. Για τους αγγλόφωνους, αντίθετα, και οι δύο συναισθηματικές καταστάσεις περιγράφονται από τη λέξη love, όπως και για τους γαλλόφωνους, amour, μια λέξη που έχει το επιπλέον πλεονέκτημα να αρχίζει από άλφα, όπως η απουσία, και δίνει έτσι τη δυνατότητα στη συγγραφέα Καμίλ Λοράνς να προτείνει τον ακόλουθο, πολύ γυναικείο ορισμό: «Στην αγάπη- ή τον έρωτα- πάντα κάτι λείπει. Στο σεξ, αντίθετα, συμβαίνει κάτι σε μια συγκεκριμένη στιγμή που προσδίδει μια αίσθηση ενότητας». Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτά τα δύο, έρωτας και σεξ, μπορούν να συνυπάρξουν. Και για πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα: μια στιγμή, μια μέρα, μια ζωή;

Ξέρουμε πώς ξεκίνησαν όλα. Από τη μια μεριά υπήρχαν τα αρσενικά που παρήγαν δισεκατομμύρια αναπαραγωγικά κύτταρα και δέχονταν ισχυρή πίεση να τα καταναλώσουν ώστε να διαιωνιστεί το είδος, κι από την άλλη τα θηλυκά που παρήγαν πολύ λιγότερα τέτοια κύτταρα και αισθάνονταν την υποχρέωση, για την περίπτωση που θα έμεναν έγκυοι, να κάνουν μια επιλογή ανάμεσα στους διατιθέμενους συντρόφους. Ιδού η αφετηρία της μεγάλης παρεξήγησης, που χωρίζει, αλλά και συχνά ενώνει, τους άνδρες και τις γυναίκες στο θέμα της σεξουαλικότητας. Για τους πρώτους, έρωτας σημαίνει σεξ. Για τις δεύτερες, σεξ σημαίνει έρωτας. «Οι γυναίκες αποδέχονται το σεξ ως σύμβολο του έρωτα και οι άνδρες αποδέχονται τον έρωτα ως έναν τρόπο για να φτάσουν στο σεξ», λέει στη Λιμπερασιόν ο Μισέλ Σνεντέρ, που έγραψε μια από τις ωραιότερες ερωτικές ιστορίες χωρίς έρωτα, με θέμα τον 30μηνο δεσμό της Μέριλιν Μονρόε με τον τελευταίο ψυχαναλυτή της, τον Ραλφ Γκρίνσον.

Το βέβαιο είναι ότι το σεξ είναι κάτι πραγματικό, ενώ ο έρωτας ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Το πρώτο υπόκειται σε περιορισμούς, υπακούει σε κάποιους κώδικες, άρα έχει πολιτικό χαρακτήρα. Ο δεύτερος είναι κάτι απόλυτο. «Σεξουαλική σχέση δεν υπάρχει», είχε πει ο Λακάν, αλλά θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ακριβώς το αντίθετο, πως δεν υπάρχουν παρά σεξουαλικές σχέσεις. Ακόμη και το αίσθημα της κατοχής από το σεξ απορρέει, παρατηρεί στη γαλλική εφημερίδα η συγγραφέας και δημοσιογράφος Σαντρίν Τρενέ («Η γεύση του έρωτα»). Με λίγα λόγια, το σεξ είναι σαν το κρασί: το πίνεις και το απολαμβάνεις (μπορεί βέβαια και να σε χαλάσει). Δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Ο έρωτας, αντίθετα, απαιτεί προσπάθεια, μπορεί να σε κάνει ευτυχισμένο ή να σε οδηγήσει σε κατάθλιψη, είναι θέμα τύχης, είναι θέμα επιλογής.

Χαμένοι στον Αμαζόνιο

Ο αρχικός του σκοπός ήταν να φέρει μια μικρή και απομονωμένη φυλή της Βραζιλίας κοντά στον Θεό. Και κατέληξε να αμφισβητήσει τη βασική θεωρία του Νόαμ Τσόμσκι για τη γλώσσα.

Το 1977 ο Ντάνιελ Έβερετ και η οικογένειά του έφτασαν στη γη των Πιράχα, βαθιά στη ζούγκλα του Αμαζονίου. Ο σκοπός του χριστιανού ιεραπόστολου και γλωσσολόγου ήταν να μάθει τη γλώσσα που μιλούν τα μέλη της φυλής, μια από τις πιο δύσκολες γλώσσες στον κόσμο, και στη συνέχεια να μεταφράσει τη Βίβλο. Δεδομένου ότι οι Πιράχα δεν μπορούσαν ούτε να διαβάσουν ούτε να γράψουν, αλλά ούτε καν να κατανοήσουν την έννοια της γραπτής γλώσσας, η αποστολή του Έβερετ έμοιαζε από την αρχή με άθλο. Και η γλώσσα δεν ήταν το μόνο του πρόβλημα. Λίγους μήνες μετά την άφιξή τους, η γυναίκα του και η κόρη του λίγο έλειψε να πεθάνουν από ελονοσία. Κι ένα βράδυ που η φυλή μέθυσε, κάποιος προσπάθησε να τον σκοτώσει, αλλά μεταπείστηκε χάρις στη δύναμη του λόγου.

Όπως γράφει όμως ο Έβερετ στο βιβλίο του «Μην κοιμάσαι, έχει φίδια: η ζωή και η γλώσσα στη ζούγκλα του Αμαζονίου», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ρrofile Βooks, οι μεγαλύτερες δυσκολίες που συνάντησε είχαν να κάνουν με τη γλώσσα. Οι Πιράχα δεν μιλούν καμιά άλλη γλώσσα, ενώ στη δική τους οι λέξεις αλλάζουν συνεχώς μορφή με αυθαίρετους τρόπους. Αλλά εκείνος, ως γνήσιος ιεραπόστολος, δεν το έβαλε κάτω. Ύστερα από μερικές δεκαετίες αποφάσισε ότι απέκτησε επιτέλους τον έλεγχο της γλώσσας. Στο μεταξύ είχε διαπιστώσει ότι οι Πιράχα δεν ενδιαφέρονται για τον Θεό, τη Βίβλο ή οποιαδήποτε φιλοσοφία δεν μπορούν να βιώσουν οι ίδιοι. Είχε επίσης διαπιστώσει ότι ούτε εκείνος πίστευε πια στον Θεό.

Ο Έβερετ διαπίστωσε όμως και κάτι άλλο, που αντικρούει την άποψη του Τσόμσκι περί οικουμενικής γραμματικής. Αντί να λένε «Ο άνδρας, που ήταν ψηλός, μπήκε στο σπίτι», οι Πιράχα λένε: «Ο άνδρας μπήκε στο σπίτι. Ήταν ψηλός». Η γλώσσα τους στερείται τη λεγόμενη επαναδρομή, τη διαδικασία δηλαδή μέσω της οποίας οι δευτερεύουσες φράσεις ενσωματώνονται στις βασικές προτάσεις οδηγώντας σε άπειρους συνδυασμούς. Είναι τυχαίο; Μήπως αυτό το στοιχείο υπάρχει στη γλώσσα, απλώς βρίσκεται σε λανθάνουσα μορφή; Όχι, απαντά ο Έβερετ, οι Πιράχα δεν έχουν ανάγκη από πράγματα που δεν μπορούν να επαληθεύσουν, κατά συνέπεια επικοινωνούν μεταξύ τους με απλές καταφατικές προτάσεις. Η δομή της γραμματικής τους έχει καθοριστεί από το ιδιαίτερο περιβάλλον τους, δεν υπακούει σε κάποιους οικουμενικούς κώδικες όπως υποστηρίζει ο Τσόμσκι.

Η θεωρία του Έβερετ είναι ενδιαφέρουσα. Όπως γράφει όμως ο Άντριου Άντονι στην Ομπζέρβερ, δεν είναι εύκολο να δοθεί συνέχεια στο θέμα. Ελάχιστοι άνθρωποι μιλούν ακόμη τη γλώσσα των Πιράχα. Και πολύ δύσκολα κάποιος άλλος γλωσσολόγος θα βρει τον χρόνο και το κέφι να ασχοληθεί μαζί τους.

Ένα πηγαίο γέλιο

Λέγονται Μπενζαμέν Φρεμώ και Κλεμαντίν Μαρκοβισί, είναι 25 ετών και αποφοίτησαν από την περίφημη Σχολή Μεταλλειολόγων του γαλλικού Πολυτεχνείου. Το σημαντικότερο απ' όλα, όμως, είναι ότι τα παιδιά αυτά έχουν χιούμορ.

Το θέμα της πτυχιακής τους εργασίας ήταν φιλόδοξο: «H γέννηση μιας μόδας στη στρατηγική». Αλλά η προσπάθειά τους να το επεξεργαστούν με την κλασική μέθοδο δεν τους ικανοποιούσε. Όλοι οι πρόεδροι επιχειρήσεων, διευθυντές στρατηγικής και σύμβουλοι τους οποίους ρώτησαν με ποιον τρόπο έχουν επηρεαστεί από τα «μεγάλα ρεύματα της στρατηγικής σκέψης» απαντούσαν με κλισέ και ξύλινη γλώσσα. Οι δύο απόφοιτοι σκέφτηκαν τότε να αλλάξουν τρόπο προσέγγισης. Συνέταξαν ένα κείμενο 13 σελίδων για μια νέα, ριζοσπαστική θεωρία του μάνατζμεντ και το έστειλαν σε εκατό ανθρώπους, στους οποίους περιλαμβάνονταν σύμβουλοι, ερευνητές και δημοσιογράφοι. H θεωρία αυτή, τους έγραψαν, λέγεται «Strategic Alignment» (Στρατηγική Ευθυγράμμιση) και την επινόησαν δύο εξέχοντες Αμερικανοί ερευνητές του Harvard Business School, ο Τζόρνταν Άιζενμαν και ο Τόμας Σίγκελ. H κεντρική της ιδέα είναι η ερμηνεία της επιχείρησης με βάση τρεις πόλους: την Ύπαρξη, τον Λόγο και την Πράξη. Πριν από τη λήψη κάθε απόφασης, πρέπει να εξασφαλίζεται ότι οι πόλοι αυτοί βρίσκονται σε αρμονία. Και, φυσικά, η target zone να είναι πολύ προσεκτικά καθορισμένη.

H ανταπόκριση ήταν ενθουσιώδης: το 57% των ανθρώπων που έλαβαν το σημείωμα απάντησαν με εκτεταμένα σχόλια, σκέψεις και προτάσεις, μαζί με λεπτομερείς βιβλιογραφικές αναφορές. Όλοι πρόσεξαν άλλωστε ότι η θεωρία αυτή έχει ήδη δοκιμαστεί με επιτυχία σε μια μεγάλη αμερικανική εταιρεία, την John L. Botsan Company, που εδρεύει στη Νότια Ντακότα. Πολλοί διευθυντές επιχειρήσεων έκριναν σκόπιμο να αναφερθούν σε παραδείγματα από τη δική τους εμπειρία. Το υλικό που είχαν στα χέρια τους ο Μπενζαμέν και η Κλεμαντίν ήταν πλούσιο, η εργασία τους θα ήταν πλήρης. Οι καθηγητές, οι σύμβουλοι και οι διευθυντές μεγάλων βιομηχανικών ομίλων που συγκεντρώθηκαν την περασμένη Τετάρτη στο Πολυτεχνείο για να παρακολουθήσουν την «υποστήριξη» της εργασίας ήταν βέβαιο ότι θα έμεναν ικανοποιημένοι.

Αλλά οι δύο απόφοιτοι τούς επιφύλασσαν μια έκπληξη: η περίφημη θεωρία τους δεν έχει υπάρξει παρά μονάχα στα κεφάλια τους. Εκείνοι την κατασκεύασαν για να προσδώσουν ενδιαφέρον στην εργασία τους και την «έντυσαν» με πολλούς αγγλικούς όρους για να κάνουν μεγαλύτερη φιγούρα. Το κοινό δεν έδειξε πάντως να ενοχλείται από την αποκάλυψη της φάρσας. Κάποιος είπε ότι έλαβε το κείμενο την ώρα που ετοίμαζε μια στρατηγική μελέτη για μια μεγάλη τράπεζα και ότι η κεντρική ιδέα της θεωρίας τού φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμη. «Τίποτα δεν χάνεται, τίποτα δεν δημιουργείται», σχολίασε κάποιος άλλος, εμπνεόμενος προφανώς από τον Λαβουαζιέ. «Όλα μετατρέπονται σε κάτι άλλο - στην περίπτωση αυτή, σε ένα πηγαίο γέλιο».

Ένα κι ένα δεν κάνει πάντα δύο

Το θεατρικό έργο «Για το Εγώ», που ανέβηκε πριν μερικά χρόνια στο Soho Theatre του Λονδίνου με βάση μια ιδέα του νευροψυχολόγου Πωλ Μπροκ, προσπαθεί να εξηγήσει τη θεωρία του Φράνσις Κρικ, σύμφωνα με την οποία δεν είμαστε τίποτα άλλο από ένα πακέτο νευρώνων. Ή, όπως το θέτει ένας από τους χαρακτήρες του έργου, ότι η συνείδησή μας «αποτελείται αποκλειστικά από ύλη: σάρκα και αίμα, κόκαλα και εγκεφαλική ουσία. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκεί, ούτε περιεχόμενο ούτε εγώ». Ο Άλεξ δεν μιλάει θεωρητικά: περιγράφει την εμπειρία του από τη σχέση με τη γυναίκα του, που έχει κατεστραμμένο εγκέφαλο.

Το συγκεκριμένο έργο εντάσσεται σε μία όλο και πιο εμφανή τάση επικοινωνίας και σύγκλισης ανάμεσα στους κόσμους του εργαστηρίου και του θεάτρου. Ο Καρλ Τζεράσι, καθηγητής Χημείας του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ και εφευρέτης του αντισυλληπτικού χαπιού, έχει περάσει τα εννιά τελευταία χρόνια γράφοντας θεατρικά έργα γύρω από την επιστήμη. Στόχος του είναι να περάσει λαθραία, μέσω του θεάτρου, «επιστημονικά στοιχεία στη συνείδηση ενός επιστημονικά αναλφάβητου κοινού». Το τελευταίο του έργο, με τίτλο «Ταμπού», ανέβηκε την περασμένη εβδομάδα στο New End Theatre του Λονδίνου και πραγματεύεται τις συνέπειες των σύγχρονων τρόπων τεχνητής γονιμοποίησης σε δύο ζευγάρια. Οι επιστημονικές πληροφορίες που περνούν «λαθραία» στη συνείδηση των θεατών είναι πολλές. H μεγαλύτερη όμως αρετή του έργου, γράφει ο Κρις Ουίλκινσον στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, είναι η ανάλυση των συναισθηματικών τραυμάτων που προκαλεί η επιστήμη στους ανθρώπους.

H επιστήμη δεν περιορίζεται στην αποκάλυψη των μυστικών του σύμπαντος. Οι πρόοδοί της απορρέουν από συγκρούσεις, αμφιβολίες, πάθη, υποψίες. «Πυρπολήσαμε παιδιά», εμφανίζεται να λέει ο γηραιός Αϊνστάιν στο θεατρικό έργο «Ασημαντότητα» του Τέρυ Τζόνσον, όταν τον ρωτούν γιατί κρύφτηκε σε ένα ανώνυμο δωμάτιο ξενοδοχείου και καταστρέφει τους υπολογισμούς του κάθε φορά που τους τελειώνει. Στα απομνημονεύματά του, ο Γερμανός φυσικός Βέρνερ Χάιζενμπεργκ γράφει ότι ήλπιζε να αποδείξει πως οι ρίζες της επιστήμης βρίσκονται στις συζητήσεις. Στο θεατρικό έργο «Κοπεγχάγη» του Μάικλ Φρέιν, όμως, τοποθετεί το ζήτημα κάπως διαφορετικά: «Τα μαθηματικά γίνονται πολύ περίεργα όταν τα εφαρμόζεις στους ανθρώπους», λέει στην τελευταία του συνάντηση με τον Νιλς Μπορ, συνάδελφο και καλό του φίλο μέχρι τη στιγμή που η προσπάθεια σχάσης του ατόμου για την κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας τούς έριξε σε αντίθετα στρατόπεδα. «Ένα κι ένα μπορεί να οδηγήσει σε πολλά και διάφορα αποτελέσματα».

H επιστήμη και το θέατρο έχουν θεωρητικά διαφορετικούς στόχους: η πρώτη εξερευνά τα μαθηματικά του φυσικού κόσμου, το δεύτερο τα μαθηματικά του ανθρώπινου κόσμου. Μα η επιστήμη αποτελεί κι αυτή μέρος του ανθρώπινου κόσμου, αργά ή γρήγορα το κατάλαβαν όλοι οι λειτουργοί της.