Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Η εποχή της αντίδρασης

Δεκάδες πολίτες μιας χώρας, μεταξύ των οποίων η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, διαπιστώνουν έκπληκτοι ότι τα τηλέφωνά τους παρακολουθούνται. Ένα στέλεχος της αντιπολίτευσης της ίδιας χώρας κατηγορείται για «αντεθνική προπαγάνδα» επειδή συναντήθηκε με έναν ξένο αξιωματούχο. Την ίδια ώρα, χιλιάδες άνθρωποι διαδηλώνουν στον μουσουλμανικό κόσμο επειδή μια μικρή εφημερίδα της Σκανδιναβίας δημοσίευσε σκίτσα που κατά την άποψή τους είναι προσβλητικά. Καλά, σε ποιον αιώνα ζούμε; Μήπως αντί να προοδεύουμε, μιμούμαστε τον βηματισμό του κάβουρα;

Ο Ουμπέρτο Έκο δεν γνώριζε ασφαλώς τα παραπάνω γεγονότα όταν έγραφε βιβλίo του στο οποίο έδινε τον τίτλο «Στα βήματα του κάβουρα». Κι εννοούσε την αμφισβήτηση της θεωρίας της εξέλιξης όχι πλέον από μερικούς φανατικούς των μεσοδυτικών αμερικανικών πολιτειών, αλλά από τον ίδιο τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών και το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα της Ιταλίας. Ο διάσημος σημειολόγος είχε στο μυαλό του την επαναφορά της άμβλωσης ως σημείου αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της χώρας του. Την ψήφιση του νόμου που επιτρέπει στους πολίτες να πυροβολούν εναντίον των διαρρηκτών. Την επιστροφή της Ιταλίας στην προπολεμική περίοδο, με την Εκκλησία να αμφισβητεί τους νόμους του Κράτους. Όλον αυτόν τον αφόρητο και γενικευμένο λαϊκισμό, χειρότερο κι από τους χειρότερους λαϊκισμούς της Λατινικής Αμερικής.

Γιατί όμως η Ιστορία πηγαίνει προς τα πίσω; Γιατί επιστρέφουμε σε φαινόμενα που νομίζαμε πως τα έχουμε ξεπεράσει; Σε όλες τις φάσεις της Ιστορίας που χαρακτηρίζονταν από βίαιες επιταχύνσεις - λέει ο Έκο σε συνέντευξή του στο Λ' Εσπρέσσο - παρατηρούνταν ένα φαινόμενο δράσης-αντίδρασης. Από εδώ άλλωστε προκύπτει ο όρος «αντιδραστικός». Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, είχαμε μερικές δεκαετίες παλινόρθωσης. Ο εικοστός αιώνας ήταν ο κατ' εξοχήν αιώνας της ταχύτητας και των επιταχύνσεων. Ορισμένες τάσεις που σιγόβραζαν για αιώνες, ήλθαν ξαφνικά με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια: αρκεί να σκεφτεί κανείς την απελευθέρωση καταπιεσμένων λαών, το φεμινιστικό κίνημα, τις διεκδικήσεις του προλεταριάτου, την αποτίναξη της κυριαρχίας των γονιών από τα παιδιά. Όλες αυτές οι «απελευθερώσεις» επήλθαν σχεδόν αστραπιαία - και σημαντικά στρώματα της κοινωνίας δεν τις αποδέχθηκαν στην πραγματικότητα ποτέ. Ήταν αρκετό λοιπόν κάποια δύναμη να δώσει φωνή σε αυτά τα σύνδρομα άρνησης (ο Μπους στην Αμερική, ο Χάιντερ στην Αυστρία, ο Μπερλουσκόνι και η Λέγκα στην Ιταλία) για να ξεκινήσει η επιστροφή στο παρελθόν.

Με τον θρίαμβο της νεοσυντηρητικής σκέψης, τονίζει ο Έκο, γυρίσαμε σ' ένα όραμα ιμπεριαλιστικό και αποικιοκρατικό. Με την ενίσχυση της διεθνούς τρομοκρατίας, γυρίσαμε στην παλιά αναρχική λογική της βόμβας στην πλατεία. Μόνο που αυτή η πλατεία είναι αχανής και δεν έχεις πουθενά να κρυφτείς.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Ο τρίτος δρόμος

Τα «γεράκια» τα ξέρουμε: είναι η Μέρκελ, οι τεχνοκράτες της ΕΕ και του ΔΝΤ, οι οικονομολόγοι που συνδέονται με το αμερικανικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, όλοι εκείνοι που ορκίζονται στη λιτότητα και τη μείωση των δαπανών. Η αγαπημένη τους παρομοίωση είναι ανάμεσα στο κράτος και την οικογένεια. Κανείς από τους δύο δεν πρέπει να ζει πάνω από τις δυνατότητές του.

Ξέρουμε καλά και τα «περιστέρια». Με γνωστότερους εκπροσώπους τον Πολ Κρούγκμαν και τον Τζόζεφ Στίγκλιτς, πιστεύουν πως η λιτότητα είναι αντιπαραγωγική, αφού οι περικοπές εντείνουν την ύφεση και η ύφεση αυξάνει το χρέος. Εχουν όμως κι ένα κοινό σημείο με τα «γεράκια»: και οι δύο σχολές πιστεύουν πως το χρέος δημιουργεί μακροπρόθεσμα πληθωρισμό, ιδίως αν χρηματοδοτείται με το τύπωμα χρήματος, άρα πρέπει να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για τον περιορισμό του.

Οπως γράφει όμως ο Φεντερίκο Ραμπίνι στη «Ρεπούμπλικα», υπάρχει και μια τρίτη σχολή οικονομικής σκέψης. Λέγεται Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (Modern Monetary Theory) και παρουσιάζεται ως ο αυθεντικός διάδοχος του κεϊνσιανισμού. Τα «κέντρα» της είναι το Πανεπιστήμιο του Μιζούρι στο Κάνσας Σίτι, το Bard College στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης και το Roosevelt Institute της Ουάσιγκτον. Και ο σημαντικότερος εκπρόσωπός της είναι ο Τζέιμς Γκαλμπρέιθ, γιος του διάσημου οικονομολόγου Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ, που μελέτησε την Υφεση του 1929 και υπήρξε σύμβουλος του Τζον Κένεντι. Η σχολή αυτή αμφισβητεί τα κυρίαρχα δόγματα, όπως ότι το έλλειμμα πρέπει να είναι κάτω από το 0,5% του ΑΕΠ ή ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο όταν είναι μεγαλύτερο από το 120% του ΑΕΠ. Τα όρια αυτά είναι τεχνητά, λένε οι «επαναστάτες» της Mmt. Οι κεντρικές τράπεζες είναι απολύτως ελεύθερες να χρηματοδοτούν τα ελλείμματα των χωρών τυπώνοντας χρήμα. Μια τέτοια παρέμβαση δεν είναι απλώς δυνατή, είναι αναγκαία, αφού μόνο έτσι εξασφαλίζεται η ανάπτυξη. Οσο για τον πληθωρισμό, συνιστά πραγματικό κίνδυνο μόνο όταν η οικονομική κατάσταση βρίσκεται στα όρια της πλήρους απασχόλησης - κάτι που ασφαλώς δεν συμβαίνει σήμερα.

Εκτός από τον Γκαλμπρέιθ, άλλοι θεωρητικοί αυτής της σχολής είναι ο ρωσικής καταγωγής άγγλος οικονομολόγος Ρόμπερτ Σκιντέλσκι - επίσημος βιογράφος του Κέινς -, ο Αυστραλός Μπιλ Μίτσελ και η Στέφανι Κέλτον, η νεότερη σε ηλικία οικονομολόγος της ομάδας. Οι αναλύσεις τους δημοσιεύονται σε μπλογκ όπως το The Daily Beast, το New Deal 2.0, το Naked Capitalism και το Firedoglake. Και τις διαβάζουν εκατομμύρια. Καμιά φορά τους προσέχουν και οι «ισχυροί»: ο Πρόεδρος Ομπάμα συμβουλεύτηκε τον Γκαλμπρέιθ προτού θέσει σε εφαρμογή τη φιλοαναπτυξιακή απάντησή του στην κρίση, ενώ συχνά-πυκνά ζητούσε τις συμβουλές του και η Νάνσι Πελόζι όταν ήταν πρόεδρος της Βουλής. Το μεγαλύτερο μέρος των οπαδών αυτής της εναλλακτικής θεωρίας είναι όμως νέοι, άνθρωποι που απορρίπτουν τη μονόδρομη σκέψη και διψούν για καινούργιες θεραπείες.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Το πορτοφόλι δεν είναι κάτω απ' το φανάρι

Risikogesellschaft σημαίνει «κοινωνία του ρίσκου». Αυτόν τον όρο χρησιμοποίησε το 1986 ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ για να περιγράψει ένα φαινόμενο που ονόμασε «δεύτερη νεωτερικότητα». H πρώτη νεωτερικότητα ήταν η περίοδος κατά την οποία οι πολίτες, τουλάχιστον στη Δύση, μπορούσαν να βασίζονται στα εθνικά κράτη για να τους παρέχουν δημοκρατία, οικονομική ανάπτυξη και ασφάλεια. Ύστερα ξέσπασαν οι παγκόσμιες οικολογικές και οικονομικές κρίσεις, οι ανισότητες μεγάλωσαν, οι συνθήκες εργασίας υποβαθμίστηκαν. Τα εθνικά κράτη δεν μπορούσαν πλέον να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Ορισμένοι μίλησαν τότε για «μετα-νεωτερικότητα». Αλλά τον Μπεκ δεν τον ικανοποιούσε αυτός ο όρος. «Έτσι μιλούν οι τυφλοί που δεν ξέρουν τι τους γίνεται», λέει σε συνέντευξή του στην Γκάρντιαν με αφορμή ομιλία του στο London School of Economics. Έψαξε να βρει λοιπόν ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό της καινούργιας εποχής. Και κατέληξε στο ρίσκο, όχι μόνο στην τεχνολογία και στην οικολογία, αλλά και στην απασχόληση και γενικότερα στη ζωή.

Σύμφωνα με τον Γερμανό κοινωνιολόγο, η Δύση είναι σαν τον μεθυσμένο που έχασε το πορτοφόλι του μια σκοτεινή νύχτα και ψάχνει να το βρει κάτω από ένα φανάρι. «Εδώ έχασες το πορτοφόλι σου;», τον ρωτά ένας περαστικός. «Όχι, αλλά τουλάχιστον εδώ βλέπω», απαντά εκείνος. Τα καινούργια προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν με τα παλιά εργαλεία. Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τον ανταγωνισμό των αναπτυσσόμενων χωρών με προστατευτικά μέτρα. Δεν μπορείς να λύσεις το πρόβλημα της μετανάστευσης απειλώντας να διώχνεις όσες οικογένειες αρνούνται να ενσωματωθούν, όπως κάνει ο Νικολά Σαρκοζύ. Οι Δανοί δεν κατάλαβαν τίποτα από τη σύγκρουση για τα σκίτσα. Την εξήγηση την έχει δώσει εγκαίρως ο Χάμπερμας. Οι «κοσμικές» αυτές κοινωνίες είναι παγιδευμένες στο βασικό αξίωμα της κοινωνικής θεωρίας, ότι η νεωτερικότητα έχει νικήσει τη θρησκεία. Όσο περισσότερη νεωτερικότητα, τόσο λιγότερη θρησκεία. Οι «μετακοσμικές» κοινωνίες αντίθετα, όπως είναι η βρετανική και η αμερικανική, έχουν καταλάβει ότι ο αθεϊσμός δεν είναι παρά ένα από τα πολλά συστήματα σκέψης μιας κοινωνίας και ότι η θρησκεία εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο.

Πώς μπορούμε να ζήσουμε όμως όταν οι παλιές βεβαιότητες διαψεύδονται ή καταρρέουν; Ο Ούλριχ Μπεκ έχει την απάντηση - και τ' όνομά της είναι «κοσμοπολιτισμός». Τα θεμέλιά του υπάρχουν ήδη, με τη μορφή του διεθνούς ποινικού δικαστηρίου, του πρωτοκόλλου του Κυότο ή των συνθηκών για τον έλεγχο των εξοπλισμών. Χρειάζονται όμως κι άλλα, νέοι θεσμοί, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, χρειάζεται μια ολοκληρωμένη απάντηση στον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Η πρόβλεψη του Καντ

«Κάθε άνθρωπος θα καταχράται πάντα την ελευθερία του αν δεν υπάρχει κάποιος, πάνω απ΄ αυτόν, που ασκεί μια εξουσία σύμφωνα με τους νόμους».

Το απόσπασμα αυτό του Καντ, από την "Ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολίτικο", αναδεικνύει τη διαρκή ανάγκη ελέγχου εκείνων που ελέγχουν. Το πρόβλημα αυτό απασχολούσε ανέκαθεν τους φιλοσόφους, από τον Σωκράτη ώς τον Ρουσώ, κι από τον Μακιαβέλι ώς τον Χομπς. Ο λόγος που ο Πλάτων, στην Πολιτεία του, θέτει την εκπαίδευση στο κέντρο του πολιτικού προβληματισμού δεν είναι η ανάγκη να γίνει ο λαός κοινωνός αυτού του αγαθού, αλλά να γίνουν ενάρετοι οι κυβερνώντες. Αυτοί αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους πολίτες προέρχεται από αυτούς που έχουν εξουσιοδοτηθεί να τους προστατεύουν.

Ο γνωστός βιβλιοκριτικός της Μοντ Ροζέ-Πολ Ντρουά χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από τον κόσμο των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Πιστεύεις ότι είσαι απόλυτα προστατευμένος από τους ιούς, αφού φροντίζεις να είναι πάντα εφοδιασμένος ο υπολογιστής σου με το τελευταίο, πιο σύγχρονο και πιο εξελιγμένο αντι-ιικό πρόγραμμα. Μια μέρα, ενώ δουλεύεις, εμφανίζεται το εξής μήνυμα: «Θέλετε να κάνετε επανεκκίνηση ώστε να ολοκληρωθεί η καταστροφή ενός ιού;». Καθώς το ερώτημα προέρχεται από το λογισμικό προστασίας, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι θετική, ένα αυτόματο κλικ στο Υes δηλαδή, και τότε η οθόνη ξαφνικά μαυρίζει, και ξέρεις ότι ξεκινά μια περιπέτεια που θα σου κοστίσει χρήμα και χρόνο. Τι συνέβη; Πώς κατάφερε ο εχθρός να περάσει τις τάφρους και τα τείχη; Η απάντηση είναι η χειρότερη δυνατή: δεν σημειώθηκε επίθεση, αιτία της καταστροφής ήταν ο ίδιος ο μηχανισμός προστασίας, που στη διάρκεια της τελευταίας ενημέρωσής του εξέλαβε «κατά λάθος» σημαντικά αρχεία του συστήματος ως παρείσακτους έτοιμους να κάνουν έφοδο.

Αυτή η «κακοήθης προστασία» παρατηρείται σε πληθώρα κοινωνικών φαινομένων, από παιδοκτόνους γονείς μέχρι εγκληματίες αστυνομικούς, διεφθαρμένους δικαστές και αδίστακτους υπουργούς. Αναζητείτε τον πιθανότερο δολοφόνο; Κοιτάξτε στις τάξεις των σωματοφυλάκων του θύματος. Αναρωτιέστε ποιος είναι ο κλέφτης; Εξετάστε τις κινήσεις του ανθρώπου που έχει τους κωδικούς και τα κλειδιά. Σπάτε το κεφάλι σας να βρείτε τον προδότη; Το πιθανότερο είναι ότι ανήκει στον κύκλο των στενών φίλων. Τόσα και τόσα πραξικοπήματα το έχουν αποδείξει.

Υπάρχει λύση; Ο κόσμος θα ήταν ασφαλώς καλύτερος αν δεν υπήρχαν καταχρήσεις, εγκλήματα και αρρώστιες. Χωρίς ιούς δεν θα χρειάζονταν αντι-ιικά προγράμματα. Χωρίς παραβιάσεις του νόμου δεν θα υπήρχε ανάγκη προστασίας. Αλλά αυτός ο ιδανικός κόσμος δεν υπάρχει. Κατά συνέπεια, είμαστε καταδικασμένοι να χρησιμοποιούμε προστατευτικές πανοπλίες. Το πρόβλημα είναι όταν νομίζουμε ότι αυτές οι πανοπλίες είναι εντελώς ασφαλείς. Όμως πάντα θα χαλάνε, είναι στη φύση τους. Πάντα θα βρίσκει ένα παραθυράκι ο άνθρωπος για να ικανοποιήσει την απληστία του. Χρειάζονται έλεγχο οι ελέγχοντες- και στις δημοκρατίες ο έλεγχος αυτός προέρχεται πάντα από τους ελεγχόμενους.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Τζωρτζ Στάινερ

OΧΙ. Ξεχάσαμε την τέχνη τού να λέμε «όχι», απαντά ο μεγάλος κοσμοπολίτης διανοούμενος στη σχετική έρευνα της Ρεπούμπλικα. «Όχι» στη βιαιότητα της πολιτικής, «όχι» στην παράνοια των οικονομικών ανισοτήτων, «όχι» στην εισβολή της γραφειοκρατίας στην καθημερινή μας ζωή. «Όχι» στην ιδέα ότι μπορεί να θεωρούνται φυσιολογικοί και να γίνονται αποδεκτοί οι πόλεμοι, η πείνα, η παιδική δουλεία. Έχουμε ξεχάσει να λέμε «όχι», έχουμε γίνει πρωταθλητές στην παθητικότητα, αισθανόμαστε αμηχανία απέναντι στη διαμαρτυρία. Οι μεγάλες προσωπικότητες της εποχής μας, αντίθετα, οι Μαντέλα και οι Χάβελ, δεν αισθάνθηκαν ποτέ αυτή την αμηχανία. Πρέπει να φταίει η οικογένεια και το σχολείο, για να μη μιλήσουμε για ολόκληρο το σύστημα ενημέρωσης. Αυτοί μας μπολιάζουν συστηματικά με τον ιό του κομφορμισμού. Αυτοί μας διδάσκουν τον φασισμό του χρήματος.

ΙΔΙΩΤΙΚΟΤΗΤΑ. Δεν υπάρχει πλέον πλευρά της ιδιωτικής ζωής, ακόμη και η πιο ιερή, που να μην εκτίθεται και να μη δημοσιοποιείται. Σε όλους τους τομείς, από την ψυχανάλυση ώς τη δημόσια διοίκηση και από τα μέσα ενημέρωσης ώς την ιατρική, λειτουργεί μια διεστραμμένη «βιομηχανία της διείσδυσης» που απογυμνώνει το ανθρώπινο ον από τα προσωπικά του μυστικά. Κι όμως, η πραγματική δύναμη του καθενός μας βρίσκεται σ΄ αυτό που μπορούμε και πρέπει να κρατάμε μέσα μας. «Η διακριτικότητα εξαφανίζεται», έλεγε ο Έζρα Πάουντ σ΄ ένα ποίημα που έγραψε το 1912. Η διαίσθησή του εκείνη επιβεβαιώνεται, οι συνέπειες είναι ολέθριες και το χειρότερο είναι ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω.

ΠΑΘΗ. Υπάρχει στον άνθρωπο ένα συναίσθημα πιο δυνατό από τον έρωτα και το μίσος. Πρόκειται για εκείνα τα «βαθιά πάθη», ανεξήγητα συχνά για τους άλλους, που στα δικά μας μάτια όμως αποτελούν ανώτατες αξίες. Πολλοί τα λένε χόμπι, αλλά είναι κάτι πολύ σημαντικότερο, που μερικές φορές συνδέεται με την ίδια μας τη μοίρα. «Εμένα, ας πούμε, μ΄ αρέσει να ακούω τζαζ, να παίζω με το σκυλί μου και να ψάχνω στα βιβλιοπωλεία παλιές μεταφράσεις της Ιλιάδας», λέει ο Στάινερ. «Όταν κάποιος μου λέει ότι αυτός είναι ένας χαζός τρόπος να περνά κανείς την ώρα του, δεν κάνω καν τον κόπο να του απαντήσω. Γιατί είμαι πεισμένος ότι το να τρελαίνεσαι για κάτι, το να κυριαρχείσαι από ένα πάθος είναι το μεγαλύτερο χάρισμα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Το λέω πάντα στους φοιτητές μου: καλλιεργήστε τις εκκεντρικότητές σας, διευρύνετε τους ελεύθερους χώρους του πνεύματός σας. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να λέτε “όχι” και να προστατεύετε την “ιδιωτικότητά σας”».

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Άγκνες Χέλερ

Η φιλοσοφία για μένα είναι πάνω απ΄ όλα ένα εργαλείο για την κατανόηση του παρόντος. Αντίθετα με ορισμένους τομείς της τέχνης, που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν για να εξυμνηθούν δικτάτορες και αφεντικά, η φιλοσοφία έχει ανατρεπτικό χαρακτήρα. Γιατί είναι ανατρεπτικό να αμφισβητείς τις εδραιωμένες απόψεις και να αναζητείς την ελευθερία και την αλήθεια. Οι ριζοσπάστες φιλόσοφοι του 19ου και του 20ού αιώνα, ο Νίτσε, ο Φρόιντ, ο Μαρξ, συνέβαλαν αποφασιστικά στην αλλαγή του κόσμου τους. Αν οι φιλόσοφοι δεν είχαν αυτή τη δύναμη, δεν θα είχαμε καταλάβει γιατί ο Σωκράτης αναγκάστηκε να πιει το κώνειο.

Υπήρξα μαρξίστρια, ακόμη κι όταν στράφηκα κατά του κομμουνισμού. Αλλά όχι πια: δεν πιστεύω ότι ο επίγειος παράδεισος είναι συμβατός με τη μεταμοντέρνα κατάσταση. Ούτε θα επιθυμούσα μια εντελώς δίκαιη κοινωνία: μια τέτοια κοινωνία δεν θα είχε πλουραλισμό, συγκρούσεις ή πολιτική, κανείς δεν θα μπορούσε να πει «αυτό είναι άδικο», θα ήταν μια κοινωνία χωρίς ζωή. Πιστεύω στην ατομική επιλογή της ηθικής. Η φράση του Σωκράτη «προτιμώ να υποστώ μια αδικία παρά να τη διαπράξω» δείχνει ότι είναι επιλογή του καθενός να είναι καλός άνθρωπος. Αντίθετα, δεν είναι πάντα δυνατόν να είσαι καλός πολίτης, εξαρτάται από την πολιτική κατάσταση της χώρας στην οποία ζεις.

Η πολιτιστική μου κοιτίδα είναι η Ευρώπη. Αλλά ο τόπος στον οποίο αισθάνομαι πιο άνετα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, και ιδιαίτερα η Νέα Υόρκη. Η χώρα αυτή δεν αντιμετωπίζει κινδύνους, και το αποδεικνύει η εκλογή του Ομπάμα. Η ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών είναι γεμάτη συγκρούσεις και αίμα, αλλά κάθε φορά η δημοκρατία της βγαίνει πιο δυνατή. Αρκεί να σκεφτεί κανείς την κρίση του ΄29, που στην Ευρώπη οδήγησε στον φασισμό και στην Αμερική στο Νιου Ντιλ. Αντίθετα με τους Ευρωπαίους, που πιστεύουν περισσότερο στους ηγέτες παρά στη δύναμη του Συντάγματος, οι Αμερικανοί έχουν επίγνωση ότι οι πρόεδροι περνούν, αλλά οι θεσμοί μένουν. Σ΄ ένα ταξίδι του στην Αμερική, ο Μαξ Βέμπερ ρώτησε έναν εργάτη γιατί ετοιμαζόταν να ψηφίσει στις εκλογές έναν υποψήφιο που απεχθανόταν. «Γιατί είναι καλύτερα από το να βρεθώ με έναν πρόεδρο που με απεχθάνεται», απάντησε εκείνος.

Ο έρωτας και οι σχέσεις έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη ζωή μου. Έχω καταλάβει πως όταν αγαπάς κάποιον, τον αγαπάς για πάντα. Μου συνέβη με τον πρώτο μου άνδρα, με τον οποίο χώρισα. Όπως λέει η Τζέιν Όστιν στην Έμμα, οι άνδρες είναι το άλλο πρόσωπο του κόσμου.

Με λένε Άγκνες Χέλερ, έκλεισα τα 80 και είμαι ευτυχής που γεννήθηκα γυναίκα, γιατί όλα ήταν πιο δύσκολα κι εμένα τα δύσκολα μ΄ αρέσουν.

(Από συνέντευξη της μεγάλης Ουγγαρέζας φιλοσόφου στο ιταλικό περιοδικό Λ΄ Εσπρέσσο το 2009 )