Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Είδωλο εαυτού

Κανείς δε φαντάζεται ότι οι ξύλινες κούκλες βλέπουν όνειρα. Χθες το βράδυ είδα δύο. Στο πρώτο, είχα σταθεί μπροστά στον καθρέφτη, έπεσα με δύναμη πάνω του και αυτοκτόνησα. Στο δεύτερο, ολόενα πλησίαζα με μικρά βήματα τον καθρέφτη, ώσπου τελικά ενώθηκα με το είδωλό μου και μετά πεθάναμε. Μόλις ξύπνησα, κατευθύνθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου προς τον καθρέφτη. Στάθηκα ενώπιον του ειδώλου μου. Μου φάνηκε ανέκφραστο και ψυχρό. Πανικοβλήθηκα. Έτρεξα προς το μέρος του, του άπλωσα το χέρι και το τράβηξα έξω από την κατοπτρική του φυλακή. Με ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Πέρασα το επόμενο βράδυ παρέα με το είδωλό μου στο συνηθισμένο μου ράφι της βιβλιοθήκης. Κοιμήθηκα και είδα δύο όνειρα. Στο πρώτο, δολοφόνησα το είδωλό μου, ρίχνοντάς το ύπουλα από τη βιβλιοθήκη ενώ κοιμόταν και με τον ίδιο τρόπο αυτοκτόνησα. Στο δεύτερο, έκανα έρωτα με το είδωλό μου και μετά πεθάναμε. Όταν ξύπνησα, πρότεινα στο είδωλό μου να ξεβιδώσουμε τα κεφάλια μας και να τα ανταλλάξουμε ως ένδειξη αφοσίωσης και εμπιστοσύνης. Το δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Φορώντας πια το νέο μου κεφάλι, ενθουσιάστηκα με την πρόταση του ειδώλου μου να μετακινηθούμε στην ίδια πλευρά του ραφιού, για να βρισκόμαστε σε απόλυτη εγγύτητα. Το βράδυ, ωστόσο, δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ. Όταν το κατάφερα, είδα δύο όνειρα. Στο πρώτο, δραπέτευσα από το ράφι της βιβλιοθήκης αφήνοντας πίσω το είδωλό μου, διένυσα πολλά χιλιόμετρα τρέχοντας, έφτασα στη θάλασσα και εκεί αυτοκτόνησα. Στο δεύτερο, συμφώνησα με το είδωλό μου να ξεβιδώσουμε και να ανταλλάξουμε ένα-ένα όλα μας τα μέλη, και αφού ολοκληρώθηκε η ολική μεταμόσχευση, αρρωστήσαμε βαριά και μετά πεθάναμε.
Εδώ και μερικά λεπτά έχω ξυπνήσει. Βρίσκομαι πίσω από ένα γυάλινο παραπέτασμα. Μπροστά μου στέκεται κάποιος που μου μοιάζει τρομακτικά. Νομίζω ότι με έχει υπνωτίσει. Ελέγχει πλήρως τις κινήσεις μου. Τον βλέπω τώρα να τρέχει προς το μέρος μου απλώνοντάς μου το χέρι.

Tom Waits - I want you


Μισείτε αλλήλους

"Το μίσος είναι ένα πολύτιμο ποτό, ένα δηλητήριο ακριβότερο από εκείνο που άρεσε στους Βοργίες ­ γιατί είναι φτιαγμένο με το αίμα μας, με την υγεία μας, με τον ύπνο μας και με τα δύο τρίτα της αγάπης μας! Ας κάνουμε λοιπόν οικονομία!" (Σαρλ Μπωντλαίρ).

H Αγάπη λέει: είμαι ευτυχισμένη με την ευτυχία σου και δυστυχισμένη με τα βάσανά σου. H Μοχθηρία, αν ήταν ειλικρινής, θα έλεγε: χαίρομαι όταν βασανίζεσαι και λυπάμαι όταν είσαι ευτυχισμένος. Ο Φθόνος είναι δυστυχής με την ευτυχία του άλλου και βασανίζεται διαρκώς, επειδή δεν έχει όσα έχει ο άλλος, δεν μπορεί να κάνει αυτά που κάνει ο άλλος, δεν είναι αυτό που είναι ο άλλος. H Ζήλεια προσπαθεί να καταστρέψει κάθε επιθυμία που θα επιθυμούσε το αντικείμενο της επιθυμίας της. H Εκδίκηση απαντά στο κακό με το κακό, το εισπράττει στο δεκαπλάσιο και το ανταποδίδει στο εκατονταπλάσιο. H Μνησικακία θα ήθελε το κακό που δέχεται να διαχέεται καθημερινά στην καρδιά εκείνου που της το έστειλε. Όσο για το Μίσος, εκείνο δεν λέει τίποτα. Προτιμά να κρυφτεί πίσω από άλλα συναισθήματα. Βρίσκεται παντού και πουθενά, σ' έναν φόνο ή ένα ψεύτικο χαμόγελο, σε μια χειρονομία που περιφρονεί ή σε μια πράξη που εξευτελίζει. Και έχει τη σπάνια ιδιότητα να μην ησυχάζει ακόμη κι αφού καταστρέψει το μισητό αντικείμενο. Ποδοπατά κάθε ίχνος του, προσπαθεί να εκμηδενίσει και την τελευταία του ανάμνηση.

Για να γνωρίσει κανείς το μίσος στην πιο σύγχρονη εκδοχή του, γράφει ο Ρομπέρ Ματζορί στη Λιμπερασιόν, αρκεί να παρακολουθήσει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ανάμεσα στη Λάτσιο, της οποίας ο αρχηγός απευθύνει στους οπαδούς της φασιστικό χαιρετισμό, και τη Λιβόρνο, της οποίας οι οπαδοί κρατούν πορτρέτα του Τσε και κυματίζουν κόκκινες σημαίες. Αν πάλι δεν τον ενδιαφέρει το ποδόσφαιρο, μπορεί απλώς να κοιτάξει γύρω του. Θα νιώσει το μίσος παντού, στην τρομοκρατία, στον πόλεμο, στη σύλληψη ομήρων, στη δαιμονοποίηση των εχθρών, στην αναθεώρηση της Ιστορίας, στις ρατσιστικές διαδηλώσεις, στην απέχθεια προς τη γνώση, στην αλαζονεία των ηγετών της πολιτικής και της θρησκείας. Αν τη δεκαετία του '60 έλεγαν «κάντε έρωτα, όχι πόλεμο», σήμερα το κυρίαρχο σύνθημα φαίνεται να είναι «κάντε πόλεμο και μισείτε αλλήλους!».

Οι συγγραφείς του συλλογικού τόμου «Το Μίσος», αναζητούν εξηγήσεις γι' αυτό το φαινόμενο. Μήπως ο φόβος και το μίσος ­ αναρωτιούνται ­ είναι απαραίτητα συστατικά κάθε ανθρώπινης κοινότητας; Μήπως το μίσος, εκτός από τις καταστροφικές του ιδιότητες, έχει και μια οργανωτική αξία; Ο Φρόυντ θεωρούσε ότι το μίσος προς τον πατέρα που οδηγεί στον φόνο και οι τύψεις που προκαλούνται βρίσκονται στην καρδιά της γέννησης του πολιτισμού, αφού οι απαγορεύσεις, οι αξίες και η δύναμη του Νόμου αποτρέπουν ­ θεωρητικά ­ την επανάληψη του κακού. Μα η εκτίμηση αυτή αποδείχθηκε υπερβολικά αισιόδοξη. Μην το ξεχνάμε: το μίσος είναι φτιαγμένο με το αίμα μας.

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

...Μολύβι...

"Είναι μολύβι σ' αυτό που το μυαλό βρίσκει αδιέξοδο επάνω στο χαρτί, έτσι ώστε να μην τρελαθεί"
Μην σταματήσεις ποτέ να γράφεις...!

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Έρμαν Έσσε - Ο λύκος της στέπας

όποιος έχει γευτεί εκείνες της μέρες..με τον φριχτό πονοκέφαλο που ριζώνει πίσω απ' τις κόρες των ματιών και σε κάνει σε κανει να καταριέσαι φρικτά κάθε κίνηση του ματιού και του αυτιού από απλή ευχαρίστηση στον πόνο.
όποιος λοιπόν γευτηκε αυτές τις μέρες της κόλασης, είναι ευχαριστιμένος με μέρες κοινές σαν τη σημερινή, και γεμάτος ευγνωμοσύνη κάθεται δίπλα στη ζεστή σόμπα.

κι αν πράγματι ο κόσμος είχε δίκιο, αν αυτή η μουσική στα καφενεία, αν αυτές οι μαζικές διασκεδάσεις, αν αυτοί οι άνθρωποι που είναι ικανποιημένοι με τόσα λίγα, έχουν δίκιο, τότε εγώ έχω άδικο, τότε είμαι τρελλός, τότε είμαι πράγματι ο λύκος της στέπας, όπως συχνά αποκαλούσα τον εαυτό μου, το ζώο που χάθηκε σ' ένα κι ακατανόητο κόσμο, και δεν μπορεί να βρεί μια πατρίδα, αέρα και τροφή.

κάπου μακρυά, σε πράσινες κοιλάδες κάποιοι υγιείς άνθρωποι καλλιεργούσαν σταφύλια και πάταγαν το κρασί για να μπορούν σε διάφορα μέρη του κόσμου, πολύ μακριά απ' αυτούς, μερικόι απογοητευμένοι και σιωπηλοί αστοί, οι αμήχανοι λύκοι της στέπας, να βρίσκουν λίγο κουράγιο και λίγο κέφι μέσα στα ποτήρια τους.

ποιο θυμόταν εκέινο το μικρό λυγερόκορμο κυπαρίσσι ψηλά στο βουνό πάνω απ' το Γκούμπιο, που μια κατολίσθηση το 'χε τσακίσει στη μέση, κι' όμως αυτό κρατήθηκε στη ζωή κι έβγαλε έναν καινούργιο βλαστό? ποιος δικαίωνε την εργατική νοικοκυρα του πρώτου ορόφου και την πεντακάθαρη αρωκαρία της? ποιος διάβαζε τις νύχτες πάνω απ' το Ρήνο τα συννεφογραψίματα της ομίχλης? ο λύκος της στέπας. και ποιος έψαχνε στα χαλάσματα της ζωής του κάποιο νόημα, ποιος υπέφερε το φαινομενικά ανόητο, ποιος ζούσε το φαινομενικά τρελλό, ποιος ήλπιζε μυστικά μέσα στο τελικό χάος να βρεί την αποκάλυψη και την ύπαρξη του θεού?

στα σημάδια του λύκου της στέπας διέκρινες τον άνθρωπο της νύχτας. το πρωί ήταν γι' αυτόν μια άσχημη ώρα, που την φοβόταν και ποτέ δεν του είχε φέρει τίποτα καλό.

όχι, δεν ήταν, για τίποτα που πέρασε δεν ήταν κρίμα. κρίμα είναι μόνο για το σήμερα και το τώρα, για όλες αυτές τις αμέτρητες ώρες και μέρες που έχανα, που υπέφερα μόνο, και οι οποίες ούτε δώρα έφερναν ούτε συγκινήσεις.

είμαι περίεργος να δώ πόσα μπορεί ν' αντέξει ένας άνθρωπος. όταν φτάσω τα όρια της αντοχής, το μόνο που θα κάνω είναι ν' ανοίξω την πόρτα και θά 'χω σωθεί.

ο αστός είναι έτσι απ' τη φύση του, ένα πλάσμα με αδύναμο ζωτικό ένστικτο, φοβισμένο, που φοβάται ακόμα και στον εαυτό του να παραδοθει.

βλέπουμε ότι έχει ισχυρές παρορμήσεις, τόσο για να γίνει άγιος όσο και άθλιος, αλλά λόγω κάποιας αδυναμίας ή αδράνειας δεν κατάφερε να πάρει φόρα και να βγει στο ελεύθερο σύμπαν και παρέμεινε δεμένος στην τροχιά του μητρικού πλανήτη της αστικής κοινωνίας.

να ζείς στον κόσμο σαν να μην ήταν ο κόσμος, να τηρείς τους νόμους κι όμως να είσαι υπεράνω τους, να κατέχεις ''σαν να μην κατέχεις'', ν' απαρνιέσαι σαν να μην ήταν άρνηση.

όμως τα πράγματα στη ζωή δεν είναι τόσο απλά όπως μέσα στη σκέψεις μας κι ούτε τόσο χοντροκομμένα όπως στη φτωχή μας γλώσσα των ηλιθίων.

επειδή είμαι κάτι σαν καθρέφτης σου, γιατί υπάρχει μέσα μου κάτι που σε νιώθει και σου δίνει μια απάντηση. και θα' πρεπε κανονικά, όλοι οι άνθρωποι να είναι τέτοιοι καθρέφτες και να επικοινωνούν έτσι ο ένας με τον άλλο..

αποσπάσματα από το βιβλίο του Έρμαν Έσσε, Ο λύκος της στέπας

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Αξίες..

Είτε μιλάμε για τον τρόπο που πλούτισαν οι τραπεζίτες είτε για τον τρόπο που αγοράστηκε ένα διαμέρισμα, η συζήτηση γύρω από το ίδιο θέμα περιστρέφεται: τις αξίες, και το πώς μπορούμε να επιστρέψουμε σ΄ αυτές.

Η ιστορία των αξιών θα μπορούσε να ξεκινήσει με τον γιο ενός πάστορα από το Ρέκεν. Λεγόταν Φρειδερίκος Νίτσε, και διέκρινε πολύ νωρίς, ήδη από τη δεκαετία του 1880, την κατάπτωση των αξιών που θα αναστάτωνε τον επόμενο αιώνα. Ένας «αλλόκοτος επισκέπτης» είχε φτάσει, ο μηδενισμός. Και όπως γράφει ο Χάρι Άιρς στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, ο Νίτσε έτρεφε αμφιλεγόμενα αισθήματα απέναντί του. Από τη μια πλευρά, θα μπορούσε να αποτελέσει μια δύναμη κάθαρσης, που θα σάρωνε κάθε τι διεφθαρμένο και θα οδηγούσε σε μια νέα πνευματικότητα. Από την άλλη, ήταν ένα φαινόμενο επικίνδυνο, ιδιαίτερα επικίνδυνο. «Χάνουμε το κέντρο βάρους που μας επιτρέπει να ζούμε», έγραφε ο Γερμανός φιλόσοφος. «Είναι σαν να μην έχει νόημα η ύπαρξη, σαν να είναι όλα μάταια».

Η πορεία του 20ού αιώνα επιβεβαίωσε τον Νίτσε. Οι υλικές αξίες θεωρήθηκαν πιο αληθινές, λιγότερο υποκριτικές από τις πνευματικές. Η ιδανική ενσάρκωση αυτής της στροφής ήταν τοΥλικό Κορίτσι της Μαντόνα: «Ξέρεις ότι ζούμε σ΄ έναν υλικό κόσμο/ κι ότι είμαι ένα υλικό κορίτσι». Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν η ίδια η επικράτηση των υλικών αξιών. Το πρόβλημα, που δεν προέβλεψε ο Νίτσε, ήταν ότι οι αξίες αυτές υπερτιμήθηκαν. Πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα, όπως οι τιμές των ακινήτων ή οι τραπεζικές καταθέσεις, άρχισαν να καταρρέουν μπροστά στα μάτια μας. Η Μαντόνα το κατάλαβε εγκαίρως, και το ΄ριξε στη γιόγκα.

Η υπερτίμηση των «υψηλών» αξιών- όπως η δύναμη της εκκλησίας ή ο σωτήριος χαρακτήρας της τέχνης- ίσως να συνδέεται εν τέλει με τη διόγκωση των «χαμηλών» αξιών. Ίσως όλες οι ανθρώπινες αξίες να είναι καταδικασμένες να διογκώνονται και να υπερτιμώνται. Ο Βρετανός αρθρογράφος έχει μια εξήγηση: φταίει ότι προσπαθούμε να αψηφήσουμε τον θάνατο, ότι μας καταδιώκει το φάντασμα του μεσαιωνικού ποιητή που έλεγε Τimor mortis conturbat me (Ο φόβος του θανάτου με βασανίζει). Προσπαθούμε να τα αποκτήσουμε όλα τώρα, γνωρίζοντας ότι δεύτερη ευκαιρία δεν θα έχουμε. Και κάπου εκεί χάνουμε το μέτρο.

Οι όποιες καινούργιες αξίες γεννηθούν μέσα στα ερείπια του υλισμού θα πρέπει, έτσι, να είναι λιγότερο μεγαλεπήβολες. «Αυτά τα μικρά πράγματα- διατροφή, τόπος, κλίμα, ψυχαγωγία- είναι ασύλληπτα πιο σημαντικά απ΄ όλα όσα θεωρούσε κανείς σημαντικά ώς τώρα», γράφει ο Νίτσε στο Ιδού ο Άνθρωπος . Ένα απλό πιάτο φαΐ, ένα ρομαντικό ηλιοβασίλεμα, μια ήσυχη συνείδηση- δεν χρειαζόμαστε πολύ περισσότερα.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Η κουλτούρα του καπιταλισμού

«Αδιάκοπα ανατρέπει την οικονομική δομή από μέσα, αδιάκοπα καταστρέφει την παλιά, αδιάκοπα δημιουργεί μια καινούργια».

Έτσι περιέγραφε στα μέσα του περασμένου αιώνα τον καπιταλισμό ο Γιόζεφ Σουμπέτερ. Για τον Αυστριακό οικονομολόγο, που το έργο του έχει έλθει πάλι τα τελευταία χρόνια στην επικαιρότητα, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να μείνει ακίνητος. Είναι ένα σύστημα που οδηγείται από κύματα επιχειρηματικής καινοτομίας ή, όπως έλεγε, από μια διαρκή θύελλα «δημιουργικής καταστροφής». Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό της και με το φάντασμα του Σουμπέτερ να την καταδιώκει, έγραψε η Αμερικανίδα ιστορικός Τζόυς Άπλμπαϊ τη Διαρκή Επανάσταση (εκδ. W.W. Νorton & Company), ένα βιβλίο που ξεκινά από την Ολλανδία, αλλά η δράση του εκτυλίσσεται κυρίως στον αγγλοαμερικανικό κόσμο.

Η ανάδυση του οικονομικού συστήματος που ονομάστηκε καπιταλισμός ήταν απροσδόκητη, σημειώνει η συγγραφέας. Αντίθετα με τους κανόνες και τις αξίες που ίσχυαν τα προηγούμενα 4.000 χρόνια, αναπτύχθηκε μια νέα νοοτροπία που νομιμοποιούσε την επιδίωξη του κέρδους. Όπως επισήμαναν μια σειρά από συγγραφείς που προηγήθηκαν αρκετά του Άνταμ Σμιθ, τα στοιχεία οποιασδήποτε οικονομίας είναι ρευστά και διαπραγματεύσιμα. Η απόδειξη είναι ότι χάρις σε καινοτομίες που οδήγησαν σε μια νέα, εμπορική γεωργία, ο αγροτικός πληθυσμός της Βρετανίας έφτασε το 1800 να αποτελεί λιγότερο από το 40% του πληθυσμού έναντι 80% που ήταν τον 16ο αιώνα. Αυτό οδήγησε σε μια τεράστια δεξαμενή πλεονάζουσας εργατικής δύναμης που έθεσε τα θεμέλια του βρετανικού καπιταλισμού.

Με άλλα λόγια, «δεν μπορεί να υπάρξει καπιταλισμός χωρίς μια κουλτούρα του καπιταλισμού». Φυσικά, δεν είναι καλά όλα τα καινούργια στοιχεία που παίρνουν τη θέση των παλιών. Η αναζήτηση του κέρδους απελευθέρωσε και ολέθριες δυνάμεις, όπως η επέκταση του αφρικανικού δουλεμπορίου ή οι άθλιες συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια. Η ιστορία του καπιταλισμού περιλαμβάνει μοιραία και την αντίσταση στις επαναστάσεις που έφερε. Όπως γράφει πάντως ο βιβλιοκριτικός των Νιου Γιορκ Τάιμς, το βιβλίο της Άπλμπαϊ δίνει έμφαση στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, όχι στην αντίσταση σ΄ αυτές. Κι ένα από τα συμπεράσματά της είναι ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις όχι μόνο δεν βλάπτουν αυτές τις επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα τις στηρίζουν. Ο 13πλασιασμός των κονδυλίων της αμερικανικής κυβέρνησης για την έρευνα και τεχνολογία κατά την περίοδο 1941-1960 οδήγησε στη γέννηση πολλών καινοτομιών. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: το Ιnternet ήταν προϊόν της κυβερνητικής λογοκρισίας.

Ένα τέτοιο βιβλίο δεν θα μπορούσε βέβαια παρά να τελειώνει με την Κίνα. Η εντυπωσιακή ανάπτυξη αυτής της χώρας, τονίζει η συγγραφέας, διαψεύδει όσους θεωρούσαν τον καπιταλισμό άρρηκτα συνδεδεμένο με τη δημοκρατία. Και επιβεβαιώνει πανηγυρικά ότι αυτό το οικονομικό σύστημα έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται διαρκώς στις νέες συνθήκες.