Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Ο καθένασμας, ο Θάνατος κι ο Ροθ

Είστε θρήσκος, Φίλιπ Ροθ; «Είμαι ακριβώς το αντίθετο. Είμαι αντι-θρήσκος. Θεωρώ τους θρήσκους αποκρουστικούς. Μισώ τα ψέματα της θρησκείας. Όλα είναι ένα μεγάλο ψέμα. Όταν γράφω, αισθάνομαι μοναξιά, φόβο, αγωνία. Και δεν χρειάστηκα ποτέ τη θρησκεία για να με σώσει».

Στα τέλη του 15ου αιώνα υπήρχε η συνήθεια να παίζουν στα αγγλικά νεκροταφεία κάποια αλληγορικά, ηθικοπλαστικά θεατρικά έργα. Το θέμα ήταν πάντα η σωτηρία. Και το ηθικό δίδαγμα ήταν του τύπου «Εργάσου σκληρά και θα πας στον Παράδεισο». Ή «Να είσαι καλός χριστιανός, αλλιώς θα πας στην Κόλαση». Ένα απ' αυτά τα έργα λεγόταν Ο Καθένασμας (Everyman) και γράφτηκε από έναν άγνωστο το 1485, ανάμεσα στον θάνατο του Τσώσερ και τη γέννηση του Σαίξπηρ. Ο Καθένασμας δέχεται επίσκεψη από τον Θάνατο. «Είμαι ο Θάνατος», του λέει. «Ω, Θάνατε», απαντά ο Καθένασμας, «ήλθες τη στιγμή που σε είχα λιγότερο στο μυαλό μου».

Αυτό είναι το θέμα του βιβλίου του Φίλιπ Ροθ, ενός βιβλίου με μαύρο, κατάμαυρο εξώφυλλο και μια μονάχα στενή κόκκινη γραμμή κάτω από τον τίτλο: Everyman. Μοιάζει με τη Βίβλο, λέει στον συγγραφέα ο Δανός δημοσιογράφος που του πήρε συνέντευξη για λογαριασμό της Γκάρντιαν. «Εγώ νομίζω πως μοιάζει με ταφόπλακα», απαντά εκείνος. Μα δεν θα αντιδράσει ο εκδότης, δεν θα ενοχληθούν οι βιβλιοκριτικοί, δεν θα ξενιστούν οι αναγνώστες; «Ελάχιστα μ'ενδιαφέρει. Πιστεύω πως πρέπει να επιβληθεί ένα μορατόριουμ 100 ετών σε οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από τη λογοτεχνία. Να κλείσουν όλα τα τμήματα λογοτεχνίας, να καταργηθούν οι βιβλιοκριτικές, να απολυθούν οι κριτικοί. Οι αναγνώστες να αφεθούν μόνοι τους με τα βιβλία. Κι όποιος τολμά να εκφράζει οποιαδήποτε άποψη γι' αυτά, να φυλακίζεται ή να εκτελείται επιτόπου».

Για πολλά χρόνια, ο Ροθ είχε αποφασίσει να μη σκέπτεται τον θάνατο. Δεν άλλαξε την απόφασή του ακόμη κι όταν πέθαναν οι γονείς του. Όμως τον περασμένο Απρίλιο πέθανε ένας καλός του φίλος, συνομήλικος, κι όλα άλλαξαν. Ο θάνατος αυτός τον διέλυσε και τον τρομοκράτησε. Στα 72 του χρόνια, ο Ροθ φοβάται τον θάνατο, τη λήθη, το να μην είναι ζωντανός, να μην αισθάνεται τη ζωή, να μην τη μυρίζει. «Πριν από οκτώ χρόνια βρέθηκα στην κηδεία ενός συγγραφέα. Ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή, χιούμορ, περιέργεια. Είχε φίλες, ερωμένες. Κι ήταν όλες εκεί. Γυναίκες όλων των ηλικιών. Κι όλες έκλαιγαν, και κάποια στιγμή εγκατέλειψαν την αίθουσα, γιατί δεν το άντεχαν». Στη δική του κηδεία τι θα κάνουν οι γυναίκες; «Αν κάνουν τον κόπο να περάσουν, μάλλον θα αποδοκιμάσουν το φέρετρο».

Το πάθος δεν αλλάζει με την ηλικία, λέει ο Ροθ. Εσύ αλλάζεις. Μεγαλώνεις. H δίψα για τις γυναίκες γίνεται πιο έντονη. Το πάθος για το σεξ αποκτά μια δύναμη που δεν την είχε νωρίτερα. Το πάθος για το γυναικείο σώμα γίνεται πιο επίμονο. Το σεξουαλικό πάθος είναι πάντα βαθύ, αλλά γίνεται βαθύτερο.

Το προζάκ εκθρόνισε τον Μπωντλαίρ

H πρώτη αίθουσα, που είναι αφιερωμένη στην αρχαιότητα, είναι κόκκινη, κόκκινη σαν τη φωτιά των εποποιών. Όπως έγραφε άλλωστε ο Αριστοτέλης, η μελαγχολία είναι ίδιον όλων εκείνων που ξεχωρίζουν στη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην ποίηση ή στις τέχνες. Όλων των ηρώων, όπως εκείνος ο Αίας που απεικονίζεται σ' έναν αμφορέα να ετοιμάζει την αυτοκτονία του. Στον Μεσαίωνα, όπου είναι αφιερωμένη η επόμενη αίθουσα, η μελαγχολία προσλαμβάνει μάλλον αρνητικό χαρακτήρα: ο Δάντης μιλά στην Κόλαση για έναν «σκοτεινό βούρκο». Ύστερα αλλάζει ξανά, συνδέεται άλλοτε με τη διάνοια κι άλλοτε με την παράνοια, όπως είναι ο τίτλος της έκθεσης που εγκαινιάστηκε πριν από λίγες ημέρες (Οκτώβριος 2005) στο Παρίσι («Melancolie, genie et folie en Occident», Galeries nationales du Grand Palais). Μα είναι πάντα παρούσα στην τέχνη, από τον Πετράρχη μέχρι τον Μπωντλαίρ, από την αγορά των Αθηνών μέχρι την Αγγλία της Ελισάβετ κι από τη Ρωσία του Ντοστογιέφσκι μέχρι το Παρίσι του Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Κεντρική θέση στην έκθεση έχει η «Μελαγχολία» του Άλμπρεχτ Ντύρερ (1514), ένας πίνακας που προκαλούσε πάντα αντιφατικά συναισθήματα και πολλές συζητήσεις. Ο «Δον Γκασπάρ Μελτσόρ ντε Χοβεγιάνος» (Φρανθίσκο Γκόγια, 1798) μας παρατηρεί στηρίζοντας το κεφάλι του στο αριστερό του χέρι, ενώ η «Γυναίκα στον ήλιο» (Έντουαρντ Χόπερ, 1961) προτιμά να κοιτάζει τον τοίχο. H μελαγχολία δεν ταυτίζεται όμως πάντα με τη δυστυχία: στο «Πορτραίτο του Ανρί Περσύ» (Νίκολας Χίλιαρντ, 1594), ένας όμορφος νέος άνδρας έχει βγάλει τα γάντιά του και απολαμβάνει το τοπίο ξαπλωμένος στο γρασίδι, δίπλα σ' ένα κλειστό βιβλίο.

Όσο κι αν άλλαζε μορφές, πάντως, η μελαγχολία ακολουθούσε πάντα λίγο έως πολύ τον ορισμό του Ιπποκράτη: «Όταν ο φόβος ή η δυστυχία επιμένει για καιρό, πρόκειται για μια μελαγχολική κατάσταση». Και αποτελούσε μόνιμο χαρακτηριστικό της Δύσης, τροφοδοτούμενη σε μεγάλο βαθμό από το σφάλμα και την ενοχή στα οποία στηρίζεται ο ιουδαιοχριστιανισμός. Μα έπεσε κι αυτή θύμα της παγκοσμιοποίησης. Στην τέταρτη έκδοσή του, το «Διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο των πνευματικών διαταραχών», που εκδίδεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποτελεί τη μοναδική πηγή αναφοράς για όλον τον κόσμο, καταργεί ουσιαστικά τη μελαγχολία και την εντάσσει στην ευρύτερη κατηγορία της κατάθλιψης. Πρόκειται για το «φάντασμα Κόκα-κόλα Μακντόναλντ», λέει στη Φιγκαρό ο Γάλλος καθηγητής Ψυχιατρικής Εντουάρ Ζαριφιάν, για την απαίτηση δηλαδή των αγορών να υπάρχει ένα προϊόν, μια εικόνα, μια λέξη. Ο «μαύρος ήλιος» της μελαγχολίας που είχε εξυμνηθεί από τον ποιητή Ζεράρ ντε Νερβάλ, οδηγώντας τον και στον θάνατο, δεν εμπνέει πια τους σημερινούς καλλιτεχνικούς δημιουργούς. Το μόριο αντικατέστησε την ποίηση. Το προζάκ εκθρόνισε τον Μπωντλαίρ.

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Πώς έγινα βλάκας

"Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Στο δημοτικό, η πιο απαίσια βρισιά είναι το να σε αποκαλέσουν διανοούμενο. Αργότερα, το να είσαι διανοούμενος γίνεται σχεδόν προτέρημα. Όμως αυτό είναι ψέμα: το να είσαι διανοούμενος είναι κουσούρι. Όπως οι ζωντανοί γνωρίζουνε πως θα πεθάνουν, ενώ οι νεκροί δε γνωρίζουνε τίποτα, πιστεύω πως το να είναι κανείς έξυπνος είναι χειρότερο από το να είναι βλάκας, γιατί ένας βλάκας δεν αντιλαμβάνεται τη βλακεία του, ενώ ένας έξυπνος, ακόμα κι αν είναι ταπεινός και μετριόφρων, ξέρει πως είναι έξυπνος, έτσι κι αλλιώς.

Λέει κάπου ο Εκκλησιαστής: όστις προσθέτει γνώσιν, προσθέτει πόνον. Μην έχοντας όμως ποτέ τη τύχη να πάω στο κατηχητικό μαζί με τα άλλα παιδιά, δε προειδοποιήθηκα έγκαιρα για τους κινδύνους που ενέχει η μελέτη. Είναι πολύ τυχεροί οι χριστιανοί που τόσο νέοι έχουν ήδη μάθει να φυλάγονται από τους κινδύνους της ευφυΐας. Θα ξέρουν έτσι για όλη τους τη ζωή πως να την αποφεύγουν. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.

Όσοι σκέφτονται πως η ευφυΐα εμπεριέχει κάτι το ανώτερο, σίγουρα δε διαθέτουν αρκετή για να αντιληφθούν πως δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κατάρα. Οι δικοί μου, οι συμμαθητές μου, οι καθηγητές μου, όλοι τους μ' εύρισκαν ευφυή, ανέκαθεν. Ποτέ δε κατάλαβα καλά το γιατί και το πως είχανε καταλήξει σ' αυτή την ετυμηγορία για το άτομό μου. Υπέφερα συχνά απ' αυτόν τον θετικό ρατσισμό, απ' αυτούς που συγχέουν την επιφανειακή ευφυΐα με την πραγματική και που σε καταδικάζουν, με μια προκατάληψη αναληθώς ευνοϊκή, να ενσαρκώνεις μια μορφή κύρους. Όπως ακριβώς η κοινή γνώμη εκστασιάζεται μπροστά στον νεαρό ή τη νεαρά που διαθέτουν το ύψιστο κάλλος, έτσι κι εγώ ήμουν το πανέξυπνο και καλλιεργημένο πλάσμα, προς σιωπηλή ταπείνωση εκείνων που ήταν λιγότερο προικισμένοι από τη φύση, απ' όσο εγώ. Πόσο πολύ απεχθανόμουν εκείνες τις συνεδρίες που συμμετείχα παρά τη θέλησή μου, με το να πληγώνω και να υποβιβάζω αγόρια και κορίτσια, που κρίνονταν ως λιγότερο ευφυή από μένα!

...Όλος ο κόσμος έχει να πει κάτι για τις γυναίκες, τους άντρες, τους μπάτσους, τους δολοφόνους. Γενικεύουμε όλοι, βασιζόμενοι στις προσωπικές μας εμπειρίες, σ' αυτά που μας βολεύουν, σύμφωνα με τα όσα μπορούμε να κατανοήσουμε με τα πενιχρά μέσα των νευρικών κυττάρων μας κι ανάλογα με την οπτική γωνία των απόψεών μας. Είναι μια ευκολία που μας επιτρέπει να σκεφτούμε γρήγορα, να κρίνουμε και να λάβουμε θέση. Αυτό δεν έχει καμμιάν αξία, κατά βάση, απλά πρόκειται για σήματα, για μικρές σημαιούλες που κουνά ο καθένας από μας. Κι όλοι μας υπερασπιζόμαστε την αλήθεια των συμφερόντων μας, του φύλου μας και των αγαθών μας.

Σε μια συζήτηση, οι γενικότητες προσφέρουν το πλεονέκτημα της απλότητας και της ρευστότητας των συλλογισμών, της εύκολης κατανόησής τους κι ως εκ τούτου έχουν τη μεγαλύτερη απήχηση στο ακροατήριο. Αν θέλουμε να μεταφράσουμε αυτή τη σκέψη σε μαθηματική γλώσσα, θα λέγαμε πως οι συζητήσεις που βασίζονται στις γενικότητες είναι οι προσθέσεις, οι απλές πράξεις, που επειδή ακριβώς είναι προφανείς, αποκτούν αξιοπιστία ως προς την ορθότητα τους. Ενώ μια σοβαρή συζήτηση θα έδινε μάλλον την εντύπωση μιας σειράς ανισώσεων με πολλαπλούς αγνώστους, ολοκληρώματα και ταχυδακτυλουργίες με πολύπλοκους αριθμούς.

Υπάρχει μια κινέζικη παροιμία που λέει, πάνω-κάτω, πως ένα ψάρι ποτέ δε ξέρει πότε κατουράει. Αυτό ταιριάζει τέλεια στους διανοούμενους. Γιατί είναι πεπεισμένοι πως είναι κι έξυπνοι επειδή χρησιμοποιούν το μυαλό τους. Ο κτίστης χρησιμοποιεί τα χέρια του, αλλά έχει επίσης μυαλό που μπορεί να του υποδείξει πως "αυτός ο τοίχος δεν είναι ίσιος κι έπειτα, ξέχασες να βάλεις τσιμέντο ανάμεσα στους τσιμεντόλιθους". Υπάρχει μια ανταλλαγή ανάμεσα στη χειρωνακτική δουλειά και στη σκέψη του. Ο διανοούμενος που δουλεύει με τη σκέψη, δε βιώνει αυτή την ανταλλαγή, τα χέρια του δε ζωντανεύουν για να του πουν: "Ε φιλαράκο, λάθος κάνεις! Η γη είναι στρογγυλή". Λείπει από τον διανοούμενο τούτη η διαφοροποίηση, έτσι λοιπόν νομίζει πως είναι ικανός να έχει μια εμπεριστατωμένη άποψη για τα πάντα. Ο διανοούμενος είναι σα τον πιανίστα που επειδή χρησιμοποιεί τα χέρια του με δεξιοτεχνία, νομίζει πως διαθέτει εξίσου την ικανότητα για να γίνει εκ φύσεως χαρτοπαίκτης, μποξέρ, νευροχειρουργός και ζωγράφος.

Προφανώς η εξυπνάδα δεν αφορά μονάχα τους διανοούμενους. Γενικά, όταν κάποιος ξεκινά λέγοντας: "Δεν είναι ότι θέλω να γίνω δημαγωγικός αλλά...", τότε πράγματι θέλει να γίνει δημαγωγικός. Έτσι λοιπόν, δε ξέρω πως ακριβώς να εκφράσω κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως συγκαταβατικότητα. Είμαι πεπεισμένος πως η ευφυΐα είναι μια αρετή, που τη μοιράζεται το σύνολο του πληθυσμού, δίχως κοινωνική διάκριση: βρίσκουμε το ίδιο ποσοστό ευφυών ανθρώπων τόσο ανάμεσα στους καθηγητές ιστορίας και τους ψαράδες της Βρετάνης, όσο κι ανάμεσα στους συγγραφείς και στις δακτυλογράφους... Αυτό το συμπεραίνω εκ πείρας, μιας κι έχω συναναστραφεί πολύ με brain-builders, με στοχαστές και με καθηγητές, με χαζούς διανοούμενους και με φυσιολογικούς ανθρώπους, ευφυείς δίχως πιστοποιητικό ευφυΐας, δίχως τη θεσμική αύρα. Δε μπορώ να πω τίποτε άλλο. Πρόκειται για κάτι που είναι ακόμη πιο αμφισβητήσιμο, μιας κι είναι αδύνατον να μελετηθεί επιστημονικά. Δε θεωρούμε πως κάποιος είναι ευφυής, εχέφρων, ανάλογα με τα διπλώματά του: δεν υπάρχει τεστ ευφυΐας που να φανερώνει αυτό που θα μπορούσαμε ν' αποκαλέσουμε ευθυκρισία. Μου ξανάρχεται κατά νουν αυτό που έλεγε ο Μάϊκλ Χερ, ο σεναριογράφος του "Full Metal Jacket", στο καταπληκτικό βιβλίο του Μισέλ Σιμάν, για τον Κιούμπρικ: "Η βλακεία των ανθρώπων δεν οφείλεται στην έλλειψη ευφυΐας τους, αλλά στην έλλειψη θάρρους τους".

Κάτι που μπορούμε να παραδεχτούμε, είναι πως το να έρχεται κανείς συχνά σ' επαφή με τα μεγάλα έργα, το να χρησιμοποιεί το πνεύμα του, το να διαβάζει συγγράμματα μεγαλοφυών ανθρώπων, ίσως να μη τον κάνει απαραίτητα ευφυή, καθιστά όμως τον κίνδυνο αυτό, ακόμη περισσότερο. Υπάρχουν άνθρωποι φυσικά, που μπορεί να έχουν διαβάσει Φρόϋντ, Πλάτωνα, μπορεί να παίζουν στα δάχτυλα τα κουόρκ και να ξέρουν να ξεχωρίσουν ένα κυνηγετικό γεράκι από ένα τσιχλογέρακα, αλλά να είναι εντούτοις ανόητοι. Παρ' όλ' αυτά, δυνητικά, η ευφυΐα, ερχόμενη σ' επαφή με πολλαπλά ερεθίσματα κι αφήνοντας το πνεύμα όλο και πιο συχνά να βυθίζεται σε μιαν ατμόσφαιρα εμπλουτιστική, βρίσκει κατάλληλον έδαφος για ν' αναπτυχθεί, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αναπτύσσεται μια ασθένεια. Διότι η ευφυΐα είναι ασθένεια".

Martin Paz αποσπάσματα απο το 'πώς έγινα βλάκας'

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Αλληλεπίδραση

Από τα τρία μεγάλα κοσμικά δόγματα που γεννήθηκαν τον 19ο αιώνα, γράφει στο κύριο άρθρο του ο Εκόνομιστ, ο μαρξισμός έπεσε θύμα της καταστροφικής εφαρμογής του και πέθανε απότομα όσο και επώδυνα. Ο φροϋδισμός πνέει κι αυτός τα λοίσθια, αν και με πιο ειρηνικό τρόπο. Ο δαρβινισμός, αντίθετα, φαίνεται να δυναμώνει όλο και περισσότερο. Αφού οι «κοινωνικοί δαρβινιστές» τον καταδίκασαν σε μια εκατοντάχρονη στασιμότητα, ταυτίζοντάς τον με την επιβίωση των ισχυρών και την εγκατάλειψη των αδυνάτων, νέες θεωρίες τον τοποθετούν επιτέλους στο σωστό πλαίσιο. Το κοινό σημείο αυτών των θεωριών είναι ότι δεν βασίζονται στον ατομικό ανταγωνισμό, μία ιδέα που υποστήριξε μεταξύ των άλλων ο Χέρμπερτ Σπένσερ, αλλά στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι συχνά συγκρούονται, και οι συγκρούσεις αυτές καταλήγουν σε αιματοχυσία. Άλλο τόσο αλήθεια, όμως, είναι ότι συνεργάζονται. Το «φυσικό» περιβάλλον στο οποίο εξελίσσεται η ανθρωπότητα δεν είναι η ζούγκλα ή η σαβάνα, αλλά η κοινωνία. Και ισχυρός δεν είναι ο γονιδιακά-ιδεολογικά-σωματικά-εμφανισιακά-θρησκευτικά-οικονομικά-τεχνολογικά "ανώτερος". Ισχυρή είναι μονάχα μια κοινωνία που διέπεται από σεβασμό στην ελευθερία, χωρίς καν να το επιδιώκει...

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Αρκεί να ξέρει να ακούει

«Κάνουμε το σχολείο που θέλουμε. Εξαρτιόμαστε μονάχα από τον εαυτό μας. Είναι καταπληκτικό». Έινε Λίινανκι, δασκάλα του Δημοτικού στο Αράμπια, ένα από τα 200 σχολεία του Ελσίνκι.

Είναι εννιά το πρωί και η Λίινανκι μαζί με τους άλλους δασκάλους του σχολείου πίνουν καφέ, διαβάζουν εφημερίδες και κουβεντιάζουν τα σχέδια της ημέρας. Κτυπά το κουδούνι και μπαίνουν στις τάξεις, που έχουν το πολύ 16 μαθητές η καθεμιά. Η δημοσιογράφος της Ελ Παΐς θα μπει σε μια τάξη 15χρονων και 16χρονων και θα παρακολουθήσει ένα μάθημα Σουηδικών, που είναι μία από τις επίσημες γλώσσες και τη μιλά το 6% του πληθυσμού. Στη μέση του μαθήματος, ένας από τους μαθητές σηκώνεται όρθιος και λέει ότι βαρέθηκε. «Δεν μ' αρέσει το μάθημα Σουηδικών, γιατί είναι υποχρεωτικό», διαμαρτύρεται. «Σε συγχαίρω γιατί είσαι ειλικρινής», του απαντά η δασκάλα.

Ποιο είναι το μυστικό αυτής της χώρας, που λατρεύει τους δασκάλους της, που δεν ενδιαφέρεται τόσο να έχει υψηλό ποσοστό επιτυχιών όσο χαμηλό ποσοστό αποτυχιών και που την τελευταία δεκαετία καταλαμβάνει σταθερά την πρώτη θέση στις εκθέσεις του ΟΟΣΑ για την ποιότητα της εκπαίδευσης; Με ποιον τρόπο η εκπαίδευση στη χώρα αυτή έγινε ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η κοινωνία; «Η Φινλανδία ήταν η πρώτη χώρα στην Ευρώπη, και η δεύτερη στον κόσμο, που επέτρεψε την ψήφο των γυναικών», απαντά ο Γιάρι Γιόκινεν, που εκπροσωπεί τη χώρα του στην Ευρωπαϊκή Ένωση. «Και για τις γυναίκες ήταν ανέκαθεν ξεκάθαρο ότι τα παιδιά τους θα τα πάνε καλύτερα στη ζωή αν μελετήσουν». Ένας άλλος καταλυτικός παράγων ήταν η ανάγκη της Φινλανδίας να απαλλαγεί από τη σουηδική και ρωσική κυριαρχία. Για να το επιτύχει, έδωσε έμφαση στην εκπαίδευση και την εκμάθηση της φινλανδικής ως εργαλείου για την πολιτιστική απελευθέρωση. Τότε δημιουργήθηκαν και τα δημόσια σχολεία, που αντιστοιχούν σήμερα στο 90% του συνόλου.

Στις 10.45 κτυπά το κουδούνι για το διάλειμμα. Το κολατσιό είναι δωρεάν και η διευθύντρια, η Κάισου Κέρκεϊνεν, τρώει στην καντίνα μαζί με τους δασκάλους και τους μαθητές. «Σε αυτό το σχολείο κάνουν κουμάντο οι δάσκαλοι», λέει. «Αυτοί αποφασίζουν πού θα ξοδέψουμε τα χρήματά μας, αυτοί επεξεργάζονται το πρόγραμμα, πηγαίνουν εκδρομή όποτε θέλουν και επιλέγουν ορισμένα από τα βιβλία». Άλλοι ψαρεύουν στον πάγο κατά τη διάρκεια του μαθήματος Φυσικής Ιστορίας, άλλοι επισκέπτονται το μουσείο για το μάθημα Ιστορίας. Η απουσία κατευθυντήριων γραμμών από το υπουργείο τούς κάνει πιο δημιουργικούς. «Ο δάσκαλος δεν χρειάζεται να ξέρει πολλά», σημειώνει η Μάτι Μέρι, καθηγήτρια της Παιδαγωγικής Σχολής του Ελσίνκι. «Πρέπει να ξέρει να ακούει. Πολλές φορές, είναι πιο σημαντικό να ακούς τον μαθητή και να μοιράζεσαι μαζί του τη γνώση. Στη Φινλανδία υπάρχει αλληλοσεβασμός δασκάλων και μαθητών, ο οποίος δεν βασίζεται στην ιεραρχία αλλά στην ισότητα».

Portishead - Roads


Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Η αποθέωση του κύκλου

Ένας από τους γνωστότερους πίνακες του Βασίλι Καντίνσκι, έχει τον μάλλον πεζό τίτλο «Διάφοροι Κύκλοι». Την εποχή που τον φιλοτεχνούσε, το 1926, ο Ρώσος ζωγράφος είχε αρχίσει να μαζεύει επιστημονικές εγκυκλοπαίδειες και επιθεωρήσεις. Ίσως από εκεί άρχισε να αγαπά τόσο πολύ τον κύκλο, που «είναι ταυτόχρονα σταθερός και ασταθής», «σκληρός και μαλακός», «μια μοναδική ένταση που κουβαλάει μέσα της αμέτρητες εντάσεις». Τον αγάπησε τόσο πολύ, ώστε εκτόπισε από την πρώτη θέση της φαντασίας του το έμβλημα της ρωσικής του νιότης, το άλογο.

Είναι αλήθεια ότι η ζωή του καλλιτέχνη ακολούθησε μια κυκλική μορφή: γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1866 και πέθανε τον ίδιο μήνα του 1944. Εμπνεόμενη ίσως από το ότι πάλι Δεκέμβριο έχουμε, η Νάταλι Άνγκιερ των Νιου Γιορκ Τάιμς θέλησε να τιμήσει τον Καντίνσκι υμνώντας τον κύκλο και τη σφαίρα. Ο ήλιος είναι μια γιγαντιαία σχεδόν τέλεια σφαίρα που ακτινοβολεί ενέργεια, γύρω από την οποία κινούνται σε τροχιά στρογγυλοί πλανήτες. Στρογγυλός σαν γυάλινος βόλος είναι ο βολβός του ματιού, όπως βέβαια και το γυναικείο στήθος με τη ρώγα του. Τα ωάρια τόσο του ανθρώπου όσο και των άλλων ειδών δεν έχουν καθόλου σχήμα αυγού: είναι σφαιρικά, κι άμα δεις τα ανθρώπινα ωάρια στο μικροσκόπιο μοιάζουν με ήρεμους ήλιους που έχουν πίσω τους στεφάνες του Καντίνσκι.

«Η σφαίρα είναι ο πιο συμπαγής τρόπος για να πάρει μορφή ένα αντικείμενο», λέει ο Ντένις Ντάτον, ένας θεωρητικός της εξέλιξης στο Πανεπιστήμιο του Καντέρμπερι. Όταν οι σταγόνες της βροχής γεννιούνται στα σύννεφα δεν έχουν απιοειδή μορφή όπως τα δάκρυα στα κόμικς, αλλά θυμίζουν περισσότερο υγρές υδρογείους. Μόνο την ώρα που πέφτουν χάνουν τη συμμετρία τους, με το κάτω μέρος να γίνεται πιο επίπεδο ενώ η κορυφή παραμένει στρογγυλή. Άλλες φορές η στρογγυλότητα είναι απλώς θέμα Φυσικής. «Το σχήμα οποιουδήποτε αντικειμένου προκύπτει από την ισορροπία μεταξύ δύο αντίθετων δυνάμεων», τονίζει ο Λάρι Λίμποβιτς από το Αtlantic University της Φλόριντας. «Ένα αντικείμενο είναι στρογγυλό όταν αυτές οι δυνάμεις είναι ισοτροπικές, δηλαδή το αποτέλεσμά τους είναι το ίδιο σε όλες τις κατευθύνσεις».

Η σφαίρα είναι επίσης σκληρή. Αν θέλει κάποιος να κατασκευάσει μια δεξαμενή χρησιμοποιώντας τα ελάχιστα δυνατά υλικά, πρέπει να την κάνει σφαιρική. Αυτός είναι και ο λόγος που όταν μαγειρεύουμε ένα λουκάνικο Φρανκφούρτης, σκίζεται πάντα κατά μήκος. Το καμπύλο μέρος έχει την αντοχή μιας σφαίρας, ενώ ο άξονας ενός παραλληλεπιπέδου. Ο ανταγωνισμός είναι άνισος.

Άγνωστο αν ο Καντίνσκι είχε όλα αυτά στο μυαλό του. Για κείνον, παρατηρεί η επιμελήτρια της έκθεσης Τρέισι Μπάσκοφ, ο κύκλος ήταν πάνω απ΄ όλα μέρος μιας «γλώσσας του σύμπαντος».