Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Οι νεκροί του YouTube

Μία νύχτα με τραγούδια στο you tube, αντιπερισπασμός στο λευκό χαρτί, που απόψε εχθρεύεται τη σκέψη. Βίντεο στο απέραντο καταθετήριο και καθαρτήριο της ψυχής από ανθρώπους άγνωστους, που ποιος ξέρει ποια αυταρέσκεια, ποια ενεδρεύουσα μοναξιά, ποια εξεγερμένη φιλοδοξία ή ποια παραβιασμένη κερκόπορτα τους έσπρωξε, ώστε να άρουν τους ενδοιασμούς, και επικαλούμενοι την ανωνυμία του Διαδικτύου, να μοιραστούν τους στίχους και τη μελωδία του εαυτού τους. Άνθρωποι, που με κώδικες την εικόνα, το λόγο και τη μουσική, εξομολογούνται στην οικουμένη τις ληρωδίες και τις άτακτες υποχωρήσεις των έργων τους και τις αναβολές της καρδιάς τους. Άλλοτε αφιερώνοντας στη γυναίκα, που τους καθόρισε κι άλλοτε αποδεσμεύοντας πολύ περισσότερα, από όσα αφήνουν να εννοηθούν οι προθέσεις τους και οι αναστολές τους.
Και πάνω από όλα, η αγωνία να αφεθούν παντού τα πειστήρια της ύπαρξης. Να,να, ήμουν και εγώ εκεί, ένιωσα, πόνεσα, δημιούργησα, χάρηκα..να είμαι κι εγώ μία ανεπανάληπτη στιγμή στην Πλάση. Να εγώ, κατ´εικόνα και καθ´ομοίωση της έκστασης του Θεού, που στο παραλήρημα της αγάπης Του με γέννησε και μου ζήτησε να μεθύσω τους λογισμούς μου με τον έρωτα του αιώνιου, αψηφώντας τη θνητότητα και κραδαίνοντας την πίστη στο απροσπέλαστο και λογικά ανεδαφικό.
Και άλλες φορές πικρόχολες παρατηρήσεις από κάτω να επικυρώνουν πως η αυθάδεια και η θρασύτητα δεν είναι κι αυτές παρά εξανθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης, επικλήσεις στην προσοχή μας και μεταμφίεση της ανημποριάς ενώπιον της τραγικότητας και της αδυνασίας.
Προσέξτε με, βρίζω, ειρωνεύομαι, κακοπιστώ, αδιαφορώντας για τα συναισθήματά σας, επειδή δεν μου δείχνετε την αποδοχή, που τόσο ανάγκη έχω. Υπάρχω και γω, υφέρπω στις προσωπικές στιγμές, ελλοχεύω στις ευαισθησίες σας, από χίλιους δρόμους φτάνω και γω στις δικές σας διαπιστώσεις και ανασφάλειες. Είμαι σαν κι εσάς, ερμηνεύστε με.
Σχόλια και μηνύματα παντού, επικλήσεις στο αφανές, ίχνη στους τροπικούς της μέθεξης, κρυπτογραφημένες προσκλήσεις στις ζωές των άλλων, που δε ζήσαμε ή που αρνηθήκαμε να καταλάβουμε. Μία γνωριμία με τον καθένα από αυτούς θα μπορούσε να ανατρέψει συλλήβδην τα δεδομένα και τα αυτονόητα του βίου μας. Σκηνές από διακοπές, σατυρικά και δραματικά στιγμιότυπα, αποσπάσματα ενός μονόπρακτου, που κορυφώνεται με το θάνατο.
Και εκεί οι αυλαίες που τόσο νωρίς και απροσδόκητα έπεσαν, η μισοτελειωμένη ποίηση, η αρμονία που δεν επιτελέστηκε. Εκεί τα βίντεο νέων και παιδιών, που εξαίφνης έφυγαν, που πέθαναν σε τροχαία ή από ασθένεια, καταλείποντας την απόγνωση στις φλέβες των αγαπημένων. Εκεί ο κλαυθμός και η οδύνη και η ματαίωση και ο χειμώνας, που έφτασε πριν τελειώσει το καλοκαίρι.
Φωτογραφίες από στιγμές ευτυχισμένες, από περιστατικά που με μύριους τρόπους αρνούνταν την αποτρόπαια έκβαση, ματάκια ημιδιάφανα, που σε προσκαλούν στο δικό σου εξαγνισμό, στην προσωπική σου λύτρωση, χείλη που σου ψιθυρίζουν το δικό σου μοναδικό τέλος. Το γιατί που δονεί συθέμελα τις αντοχές και το you tube..Πώς τόση δυστυχία δεν χρωμάτισε ανεξίτηλα την πορεία της ανθρωπότητας, πως τόσος πόνος δε χάραξε την ιστορία και τη μοίρα και την εξιλέωση.
Καλό ταξίδι, ψυχούλα μου, το πένθος αβάσταχτο, η ζωή ξεψύχησε τη μέρα που έφυγες. Και παντού η πεποίθηση της αντάμωσης, παντού λόγια που αντηχούν στις μελαγχολικές αναχωρήσεις των πλοίων το φθινόπωρο -θα σε ξαναδώ άγγελέ μου, το ξέρω πως θα με βλέπεις από ψηλά, καλό ταξίδι...
Ο άνθρωπος θα οδηγηθεί στην αθανασία, μόνο και μόνο γιατί την ονειρεύτηκε..
Μέχρι σήμερα η ιστορία, η πολιτική, η οικονομία εξελίχθηκαν με βάση το αξίωμα ότι η ανθρώπινη προσωπική βιογραφία είναι ασήμαντη: Το άτομο δεν προκαλεί μεταβολή, δεν καθορίζει τους μετασχηματισμούς και τις αποφάσεις. Σημασία έχουν οι επιλογές των ηγετών, τα κοινωνικά κινήματα, η παραγωγή, οι πόλεμοι, οι τάσεις στα χρηματοπιστωτικά συστήματα. Η ιστορία δεν καταγράφει συναισθήματα, δεν ασχολείται με την καθημερινότητα. Οι νεκροί της πιστοποιούν τους θριάμβους ή τις ήττες των ισχυρών και οι πηγές, οι εκκλησίες, τα μνημεία γεραίρουν το κλέος των διοικούντων.
Ο καθένας από μας, σα να μην υπήρξε ποτέ, θα ισοπεδωθεί μετά θάνατον από το πέρασμα του χρόνου και η πορεία του στη ζωή, οι πόθοι του, οι φόβοι, οι ρόλοι και οι ιδιότητές του θα εκλείψουν, μόλις χαθεί και ο τελευταίος, που μας θυμάται. Μία μάζα τεθνεώτων, άμορφη, ασήμαντη, αόρατη, όσων δεν ευτύχησαν της υστεροφημίας και της αναγνώρισης.
Πόσο λάθος διδάσκεται και γράφεται η Ιστορία. Πόσο η μονάδα αγνοήθηκε, ενώ συγκροτεί το σύμπαν. Με πόση πλάνη περισσή και σπουδή ύποπτη οι ´σώφρονες´ παρέκαμψαν το ένστικτο, έθεσαν τα επίπλαστα κριτήρια και παραχάραξαν την αλήθεια προς χάριν της ανέφικτης αμεροληψίας, της αμφισβητούμενης αντικειμενικότητας και της υποκριτικής επιστημοσύνης. Πόσο οι σοφοί των αιώνων υποδεέστεροι των νηπίων δεν ξαναλογίζονται, μη αποδεχόμενοι την υπερβατικότητα και την αποκάλυψη.
Μα ο ιστορικός και ο αρχαιολόγος του μέλλοντος δεν θα ανασκάπτει μόνο το χώμα για να στοιχειοθετήσει τις υποθέσεις του και δεν θα συναινεί στη στρέβλωση, επειδή η κοινωνία απέκρυψε τεχνηέντως ή εξαιτίας της υποτακτικής κουλτούρας της τις αποδείξεις.
Στο Διαδίκτυο ένας πρωτόγνωρος διάκοσμος μορφοποιείται σκαλισμένος με τα απολιθώματα και τα τεκμήρια της ύπαρξης. Το ψηφιακό αποτύπωμα του κάθε ανθρώπου, που θα αναιρεί το καθιερωμένο, θα επινοεί το εναλλακτικό, θα διαιωνίζει το γεγονός και θα διατηρείται, όσο υπάρχει πολιτισμός, ως ανεξάληπτη μαρτυρία της παρουσίας του.
Η αλήθεια και το σημαντικό, υπό το βάρος της νέας πραγματικότητας, θα αναθεωρηθούν. Επειδή το λογικό δεν μπορεί να απεικονίσει το θυμικό, δεν αντανακλά το συλλογικό ασυνείδητο, δεν κατανοεί την συγκυρία. Επειδή ο ρους της ιστορίας δεν πυροδοτείται από κίνητρα και αίτια, αλλά έλκεται από τους τελικούς σκοπούς, από το θάνατο και την πάλη για ζωή, από το καλό και το κακό, που ψηγματά τους μόνο μέσα στην προσωπικότητα διαφαίνονται.
Ένα συναίθημα και ένα βίντεο στο Ίντερνετ μπορεί να συνοψίσει ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου γένους.
Επειδή, σε τελική ανάλυση, η συλλογιστική του πραγματισμού, που επιλέξαμε να προσκυνήσουμε, καταρρέει κάτω από τα ίδια της τα όρια.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Πωλ Ελυάρ - Η προοπτική της ποίησης


Το ψωμί είναι πιο χρήσιμο απ’ την ποίηση. Αλλά η αγάπη στην πιο βαθιά, στην πιο ανθρώπινη σημασία της λέξης, η αγάπη-πάθος δεν είναι πιο χρήσιμη απ’ την ποίηση.


Ο ποιητής είναι εκείνος που εμπνέει περισσότερο παρά εκείνος που εμπνέεται.


Οι ανακλώμενοι κι οι καθρέφτες πιστοί. Δεν ήταν κατ’ ανάγκην ερωτευμένοι εκείνοι που έγραψαν τα πιο όμορφα ερωτικά ποιήματα· κι αν ακόμα ήταν όντως ερωτευμένοι δεν θα διανοούνταν ποτέ να καταστήσουν υπεύθυνο γι αυτό τον έρωτα τους. Εντούτοις, ο αντικατοπτρισμός όλων των αρθρωμένων, χρησιμοποιημένων λέξεων παραμένει επάνω τους κάπως σαν ανεξίτηλος. Και είναι υποχρεωμένοι να υπομένουν τον αντικατοπτρισμό αυτό και να παραμένουν την κάθε στιγμή διαθέσιμοι· αντικατοπτρισμός και όραση, μιαν αρετή αιωνιότητας. Το να βλέπεις σημαίνει να προσλαμβάνεις, το ν’ αντικαθρεφτίζεις σημαίνει να παραδίδεις στην όραση.


Ο ρόλος του ποιητή θα περιοριστεί στο ρόλο του εργολάβου ιδεών, αντικειμένων, συναισθημάτων, πράξης.



Ισχυρίζονται πως το να άρχεσαι από τις λέξεις και τις σχέσεις τους για να μελετήσεις επιστημονικά τον κόσμο δεν είναι ένα δικαίωμα μας, αλλά το καθήκον μας. Θα έπρεπε να προσθέσει, όμως, κανείς, ότι το καθήκον αυτό είναι το ίδιο το καθήκον της ζωής· όχι με τον τρόπο εκείνων που φέρουν ήδη το θάνατο μέσα τους και οι οποίοι είναι καθώς οι τοίχοι ή κενοί, αλλά γινόμενοι ένα με το σύμπαν, με το σύμπαν εν κινήσει, το ζωντανό γίγνεσθαι.


Μας χρειάζονται ελάχιστες λέξεις για να εκφράσουμε το ουσιώδες· μας χρειάζονται όλες οι λέξεις για να το καταστήσουμε πραγματικό.


Ο ποιητής ορά στον ίδιο βαθμό που εκτίθεται. Και αντίστροφα. Μια μέρα ο άνθρωπος θ’ αποκαλύψει οία ο ποιητής είδε. Τέλος του φαντασιακού.


Το να βλέπεις σημαίνει ν’ αντιλαμβάνεσαι, να κρίνεις, ν’ αποσχηματίζεις, να παραβάλλεις, να λησμονείς και να λησμονείσαι, να είσαι και να εξαφανίζεσαι.


Η ποίηση ποτέ δεν θα λάβει σάρκα και οστά άμα δεν καταστεί αμοιβαία. Αυτή η αμοιβαιότητα βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με την ισονομία της ευτυχίας μεταξύ των ανθρώπων. Και η ισονομία εντός της ευτυχίας θα έφερνε τον άνθρωπο σ’ ένα ύψος του οποίου ακόμα τα όρια δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε.
Η ευδαιμονία αυτή δεν είναι απίθανη.


Προσυπέγραφε ό,τι επιδοκιμάζεις.


Υπάρχουν νύχτας μεγάλα διαστήματα. Η επιχειρηματολογία δεν έχει παρά το ‘προσόν’ να τα χρησιμοποιεί. Και στις καλύτερες στιγμές της να τα αποφεύγει. Η ποίηση τα διαλύει. Εκείνη μόνη η τέχνη των φώτων.


Δεν πρόκειται για λογοπαίγνιο. Τα πάντα είναι συγκρίσιμα με τα πάντα, τα πάντα έχουν την αντήχηση τους, το λόγο τους, την ομοίωση τους, την αντίθεση τους, την προοπτική του μέλλοντος τους παντού. Και το γίγνεσθαι αυτό είναι ατέρμονο.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Σόρεν Κίρκεργκωρ

Κορδελιά μου!
Γιατί φόβος; Όταν είμαστε μαζί, είμαστε δυνατοί, πιο δυνατοί από τον κόσμο, πιο δυνατοί από τους θεούς. Ξέρεις, ζούσε πάνω στη γη ένα γένος από υπάρξεις αυτοτελείς: ο καθένας αρκούσε στον εαυτό του και μπορούσε να γνωρίσει μόνος και τη βαθύτερη ακόμη ένωση του έρωτα. Όμως ήταν δυνατοί, τόσο δυνατοί, που θέλησαν να γκρεμίσουν τον ουρανό. Ο Δίας τους φοβήθηκε και τους χώρισε στα δυο, έτσι που από το ένα μέρος βγήκε ένας άντρας κι από τ’ άλλο μια γυναίκα. Όταν συμβαίνει πάλι να συνευρεθούν, η ένωση τους είναι δυνατότερη από το Δία. Και δεν είναι πια δυνατός σαν Ένας αλλά πιο δυνατοί, γιατί του έρωτα η ένωση τους δυναμώνει.
Δικός Σου                                                   
Ιωάννης
---
Κορδελιά μου!
Τι θα πει ερωτευμένος; Είναι τάχα αυτό που λέμε πιασμένος; Τυλιγμένος στόν έρωτα; Πόσο αταίριαστη ομοιοκαταληξία! Σαν να μη μπορεί να επιθυμήσει τίποτα κανείς- τότε ποιός είναι ελεύθερος; Κι αν ήμουν ελεύθερος, πως θα μπορούσα να ποθώ; Αλλιώς· αν ήμουν ελεύθερος, ελεύθερος σαν το πουλί, τότε γιατί ποθώ; Ποθώ όταν έρχομαι κοντά Σου, ποθώ όταν φεύγω από κοντά Σου, όταν κάθομαι στο πλάι Σου ποθώ.
Ο πόθος είναι μια αιώνια αγωνία.
---
Αν η Άνοιξη είναι η πιο όμορφη εποχή για να ερωτευθείς, το Φθινόπωρο είναι ακριβώς για να φτάσεις στο επιθυμητό τέλος.Στο Φθινόπωρο υπάρχει μια μελαγχολία που ανταποκρίνεται σ' αυτήν την αίσθηση της κατάθλιψης που μας κυριεύει όταν σκεφτόμαστε την ικανοποίηση των επιθυμιών μας.


Σόρεν Κίρκεργκωρ, Το ημερολόγιο ενός διαφθορέα


Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Βιβλίο...

-Για πέστε μου, ειλικρινά όμως, τα διαβάζετε όλα αυτά τα βιβλία που βρίσκονται σκορπισμένα στο τραπέζι σας;
-Ναι.
-Εκπληκτικό... κι έχει αυτό το πράγμα κανένα νόημα ή σκοπό;
-Απολύτως κανένα.
- Τώρα ησύχασα...
 

"Εδώ δεν έχει Κένταυρους, Άρπυιες και Γοργόνες, μόνο τον άνθρωπο η γραφίδα μου σκαλίζει. Εσύ είσαι το θέμα μου. Τη ζήση του ανθρώπου -πόθους, φόβους, οργή, ηδονή, χαρές, τρεχάματα- αυτά ανακατώνει το βιβλίο μου."
απόσπασμα από την εισαγωγή στο "Η ανατομία της μελαγχολίας", του Ρόμπερτ Μπέρτον 


Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Πωλ Ρικέρ - "Αγάπη και Δικαιοσύνη"

Στην περίφημη διάλεξη που έδωσε ο Πωλ Ρικέρ το 1989 στο Τύμπιγκεν της Γερμανίας με αφορμή τη βράβευση του με το βραβείο Lucas, επιχείρησε έναν λόγο περί αγάπης. Μ’ έναν τρόπο όμως που δεν θα ενέδιδε στους αισθηματισμούς και στις «συγκινησιακές κοινοτοπίες» του θέματος. Ο τρόπος που επέλεξε ήταν να στοχασθεί πάνω στη διαλεκτική της Αγάπης με τη Δικαιοσύνη, να διαγνώσει κατ αρχήν την «ασυμμετρία» των δύο αυτών όρων αλλά και τις συνθήκες μαζί των ανοίκειων διαμεσολαβήσεων τους. Η αγάπη για τον Ρικέρ μιλάει σε μια γλώσσα άλλη απ’ αυτή της δικαιοσύνης. Είναι μια γλώσσα παράδοξη, εγκωμιαστική και προστακτική ταυτόχρονα, σε αντίθεση με το νηφάλιο και επιχειρηματικό λόγο της δικαιοσύνης. Η αγάπη εκφέρει έναν λόγο πάντα υπό την επήρεια του άλλου αλλά και υπό την επήρεια αυτού του ίδιου του καθεστώτος της αγάπης. Ένας ποιητικός, δεσμευτικός λόγος που εγγράφει το υποκείμενο του στη σκηνή του άλλου, σ’ αυτόν τον τόπο της σαγήνης που γίνεται και ο τόπος εν τέλει της υπαρκτικής του καθήλωσης. Είναι η εντολή: «Αγάπα με», που ο Ρικέρ την αναγνωρίζει πέραν του νόμου, μια γλωσσική και συναισθηματική εκτροπή που δεν αναγνωρίζεται σε κανένα καθεστώς λόγου παρά μόνο σ’ αυτό της σαγήνης του άλλου. Μια τροπικότητα, αυτή η δύναμη του «εκμεταφορισμού», όπως θα πει ο Ρικέρ, που εγείρει την ποιητική γλώσσα, αυτή την «οικονομία του δώρου».
Αντίθετα ο λόγος της Δικαιοσύνης είναι ο σαφής λόγος μιας «κοινωνικής πρακτικής» που αποδίδει μέσα από έναν αντικειμενοποιημένο μηχανιστικό περιβάλλον την «δίκαιη απόφασή» του. Ένας λόγος που δεν μαγεύεται αλλά επιχειρηματολογεί, δεν έλκεται αλλά επικοινωνεί, και όπου το τέλος του είναι η λήψη μιας απόφασης, σε μια στιγμή όμως αυτή που δεν θα ναι μια «στιγμή τρέλας» [Κίρκεργκαρντ]. Είναι έτσι για τον Ρικέρ ένας λόγος ισχύος που «διανέμει» την απόφασή του στο κοινωνικό σώμα και μ’ αυτή του ακριβώς την πράξη το καθιερώνει.
Πώς γεφυρώνεται όμως αυτό το εμφανές χάσμα; Πως μπορεί να συντονιστεί η ποιητική γλώσσα της αγάπης με αυτόν τον τυπικό κανόνα της δικαιοσύνης. Είναι το «Αγαπάτε τους εχθρούς σας», αυτό το σκανδαλώδες εδάφιο από την «επί του όρους ομιλία» του Ιησού που θα προκαλέσει και τη σκέψη του Ρικέρ. Αυτή η επιτακτική πάλι εντολή της αγάπης αλλά στραμμένη τώρα σε μια ακραία κατηγορία. «Αυτή η αγάπη για τον πλησίον», λέει ο Ρικέρ, «στην πιο ακραία μορφή της ως αγάπη για τους εχθρούς πρωτοσυνδέεται με την οικονομία του δώρου ακριβώς στο υπερεθικό αίσθημα της εξάρτησης του ανθρώπου-δημιουργήματος». Το κάθε δημιούργημα του Θεού που ανήκει σ’ αυτή την υπερεθική κατηγορία του «καλός». Είναι η σκανδαλώδης εδώ συγκεκριμενοποίηση της εντολής «αγάπα με» που γίνεται ο τόπος, ο αδύνατος όμως τόπος, μιας αδιανόητης συμφιλίωσης, ο τόπος μιας ριζικής ασυμβατότητας. Μια εντολή που δεν καταργεί το κανόνα της δικαιοσύνης, αλλά τον εκτρέπει στην «κατεύθυνση της γενναιοδωρίας», σε μια ποιητική που τον διασώζει από τις χρησιμοθηρικές και ωφελιμιστικές του εκπτώσεις. Είναι αυτή η ριζοσπαστικοποίηση του δικαιϊκού κανόνα που δεν θυματοποιεί τον άλλον αλλά τον εγγράφει στην υπέρηθική διάσταση της αγάπης, στην αδιανόητη και αδιάκριτη υπερβολή της δωρεάς της.

 Πωλ Ρικέρ, Αγάπη και Δικαιοσύνη, Εκδόσεις Εκκρεμές

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Ερνέστο Σάμπατο - "Το τούνελ"

Αυτή τη νύχτα λοιπόν, η αντιπάθεια μου για την ανθρωπότητα φαινόταν να έχει καταργηθεί ή τουλάχιστον παροδικά, ν' απουσιάζει. Μπήκα στο καφέ Μαρσότο. Υποθέτω πως εσείς ξέρετε ότι ο κόσμος πάει εκεί για να ακούσει τανγκό, αλλά να τ' ακούσει όπως κάποιος που πιστεύει στον Θεό ακούει τα "κατά Ματθαίο Πάθη".
---
Κοίταξε αφηρημένος προς το πάτωμα σαν να έψαψνε για μια εξήγηση πιο καθαρή. Σε λίγο είπε:
-Σαν κάποιος που είναι κατασκηνωμένος σε μια έρημο και ξαφνικά, με μεγάλη βιασύνη αλλάζει μέρος και πάει παρακεί. Καταλαβαίνετε; Η ταχύτητα της ενέργειας δεν έχει σημασία, πάντα βρίσκεσαι στο ίδιο μέρος.
---
Πως περίμενα εκείνη τη στιγμή, πως περπάτησα δίχως σκοπό μες στους δρόμους για να περάσει η ώρα πιο γρήγορα! Τι τρυφερότητα ένοιωθα στην καρδία μου, πόσο όμορφα μου φαίνονταν όλα, ο κόσμος, το καλοκαιριάτικο απόγευμα, τα παιδιά που έπαιζαν στα πεζοδρόμια! Σκέφτομαι τώρα ως ποιο βαθμό ο έρωτας τυφλώνει και τι μαγική δύναμη έχει να μεταμορφώνει τα πάντα. Η ομορφιά του κόσμου! Μα την αλήθεια, είναι να πεθαίνεις στα γέλια! ---
Αλλά είναι αρκετά παράξενο που σ' έναν άνθρωπο δεν αρκεί να έχει γλυτώσει τα μαρτύρια και το θάνατο, για να ζει ευχαριστημένος. Όταν αρχίζει να αποκτάει ξανά ασφάλεια, η περηφάνεια, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, που, φαινομενικά, είχαν εξαφανιστεί για πάντα, αρχίζουν να φανερώνονται ξανά, σαν ζώα που είχαν φύγει τρομαγμένα. Και, κατά κάποιον τρόπο, ξαναγυρίζουν με μεγαλύτερη έπαρση, σαν να ντρέπονταν που δεν είχαν πέσει τόσο χαμηλά.
---
Περισσότερο από κάθε άλλη φορά ένοιωσα πως ποτέ δεν θα κατάφερνα να ταυτιστώ μαζί της απόλυτα και πως δεν θά έπρεπε να αποφεύγω να έχουμε στιγμές επικοινωνίας που είναι τόσο εύθραυστες, τόσο μελαγχολικά ανέφικτες, σαν την θύμιση ορισμένων ονείρων ή σαν την ευτυχία που σου γεννούν κάποια μουσικά περάσματα. 
---
Κοίταζα από το παράθυρο ενώ το τρένο έτρεχε για το Μπουένος Άιρες. Περάσαμε κοντά από ένα ράντσο. Μια γυναίκα, κάτω από ένα υπόστεγο, κοίταξε το τρένο. Μου πέρασε μια ανόητη σκέψη απ' το νου: "Αυτή τη γυναίκα τη βλέπω για πρώτη και τελευταία φορά. Δε θα την ξαναδώ στη ζωή μου." Η σκέψη μου έπλεε σαν φελλός σ' άγνωστο ποταμό.
---
Ακόμα μια φορά είχα διαπράξει μια ανοησία, με τη συνήθεια που είχα να γράφω γράμματα πολύ αυθόρμητα και να τα στέλνω αμέσως. Τα σημαντικά γράμματα πρέπει να τα κρατά κανείς τουλάχιστον μια μέρα, ώστε να προβλεφθούν όλες οι πιθανές συνέπειες.
---
Θεέ μου! Θά έπρεπε να νοιώθεις περίλυπος για την ανθρώπινη φύση, αν σκεφθείς πως ανάμεσα σε κάποιες στιγμές του Μπραμς και σ' έναν υπόνομο υπάρχουν κρυφά κι ερεβώδη υπόγεια περάσματα.
---
Ήταν μια ατέλειωτη αναμονή. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε στα ρολόγια, απ' αυτή την ανώνυμη και γενική ώρα των ρολογιών, που είναιξένη στα αισθήματά μας, στα πεπρωμένα μας, στο σχηματισμό ή στο γκρέμισμα μιας αγάπης, στην αναμονή ενός θανάτου. Αλλά η δική μου ώρα είχε μια διάκεια απέραντη και περίπλοκη, γεμάτη γενονότα και γυρίσματα προς τα πίσω, ένα ποτάμι σκοτεινό, καμιά φορά ταραγμένο κι άλλοτε παράξενα ήρεμο, σχεδόν σαν θάλασσα ασάλευτη κι αιώνια.

αποσπάσματα από το βιβλίο του Ερνέστο Σάμπατο, "Το τούνελ"